Πριν γίνει παιχνίδι, η σφεντόνα ήταν ένα κλαδί που ονειρευόταν να πετάξει. Κάποιο παιδικό χέρι το διάλεγε προσεκτικά από μια αγριελιά ή μια ελιά, του έδινε σχήμα, έδενε πάνω του δύο λαστιχάκια και ένα μικρό δερμάτινο κομμάτι, κι έτσι γεννιόταν ένα μικρό θαύμα. Ένα από τα πιο απλά και αρχαιότερα εργαλεία του ανθρώπου μεταμορφωνόταν σε σύμβολο της παιδικής ελευθερίας.
Για πολλές γενιές, η σφεντόνα δεν ήταν σύμβολο βίας. Ήταν το διαβατήριο για τις αλάνες, τα χωράφια και τα καλοκαιρινά απογεύματα που έμοιαζαν ατελείωτα. Δεν εκτόξευε μόνο πετραδάκια· εκτόξευε γέλια, φιλίες, όνειρα και την αθωότητα μιας ηλικίας που πίστευε πως όλα ήταν δυνατά. Ήταν μια άσκηση υπομονής και δεξιοτεχνίας, μια μικρή τελετουργία δημιουργίας, γιατί η μεγαλύτερη αξία της δεν βρισκόταν στα υλικά της, αλλά στα χέρια που την έφτιαχναν.
Η σφεντόνα κουβαλά και έναν πανάρχαιο συμβολισμό. Στη βιβλική ιστορία του Δαβίδ και του Γολιάθ, το πιο ταπεινό εργαλείο γίνεται το όπλο που νικά τη δύναμη. Από τότε έγινε μια διαχρονική υπενθύμιση ότι το θάρρος, η ευφυΐα και η πίστη μπορούν να υπερισχύσουν της ισχύος.
Σήμερα, αν βρεις μια παλιά σφεντόνα ξεχασμένη σ' ένα συρτάρι, δύσκολα θα τη δεις ως ένα απλό αντικείμενο. Είναι μια μηχανή του χρόνου. Σε γυρίζει τότε που ο κόσμος χωρούσε στην παλάμη, ένα κλαδί γινόταν θησαυρός και μια πέτρα αφορμή για περιπέτεια. Δεν νοσταλγούμε τη σφεντόνα· νοσταλγούμε τον κόσμο που τη γέννησε.
Ίσως τελικά η σφεντόνα να μην ήταν ποτέ μόνο ένα παιχνίδι. Ήταν ο πιο απλός τρόπος να σημαδεύεις τον ουρανό, με τη βεβαιότητα που μόνο τα παιδιά έχουν, πως κάποια μέρα θα καταφέρεις να τον αγγίξεις.
"Σαράντα χρόνια έφηβος κοντα μισό αιώνα
το καλοκαίρι άσπριζα,
μαύριζα τον χειμώνα.
Σαράντα χρόνια ανώριμος
ξεφτίλας Δον Κιχώτης.
Τώρα 40 χρόνια φρόνιμος
ωραίος και ιππότης.
Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό
Τετάρτη μεσημέρι.
Γιατρός δε με ξεπέταξε
μα μιας μαμής το χέρι.
οι συγγενείς μαζεύτηκαν
από νωρίς στο σπίτι.
Πώς είναι έτσι το παιδί
και τι μεγάλη μύτη!!
Νάνι νάνι το παιδί μας νάνι.
Νάνι νάνι και παρήγγειλα,
νάνι νάνι στην Πόλη τα προικιά του
και τα χρυσαφικά του τα παρήγγειλα.
Νάνι νάνι κι όπου
το πονεί να γιάνει, νάνι νάνι,
νάνι νάνι του.
Μα εγώ από τον ύπνο μου
την έκανα κοπάνα,
Τέντωνα τη σφεντόνα μου
σημάδευα αεροπλάνα.
Και πάνω στο καλύτερο
με ξύπναγαν με βία
για να μ’ αποκοιμήσουνε
δασκάλοι στα θρανία.
Κι ενώ όλα τα θυμόμουνα
κι είχα μυαλό ξουράφι,
να μεγαλώσω ξέχασα
και έμεινα στο ράφι.
Έτσι για πάντα κράτησα
την παιδική μου εικόνα,
εκείνου του αλητάμπουρα
που κράταγε σφεντόνα.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά,
έλα πάρε και τούτο.
Μικρό μικρό σου το `δωσα,
άρχοντα φέρε μου το.
Κρύψε και τη σφεντόνα του,
φρόνιμο κάνε μου το.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε,
συμμαθητή, θαμώνα,
μαζί μου απόψε έφερα
εκείνη τη σφεντόνα.
Μην πάει ο νους σου στο κακό,
πουλιά δε θα χτυπήσω.
Με κότσυφες και πέρδικες
τι έχω να χωρίσω;
Τα παιδικά μας όνειρα
θα σας εκσφενδονίσω,
με χρώματα και μουσικές
θα σας τα τραγουδήσω.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε,
συμμαθητή, θαμώνα,
απόψε που βρεθήκαμε,
σου δίνω τη σφεντόνα."

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου