Στη βιβλιοθήκη που δεν έχει τέλος -εκεί όπου τα ράφια δεν είναι ξύλο αλλά πιθανότητες- υπάρχει ένα βιβλίο χωρίς συγγραφέα. Στο εξώφυλλό του δεν γράφει «οικολογία», αλλά «σχέσεις». Και μέσα του, κάθε σελίδα είναι μια μετάβαση από το φυσικό στο κοινωνικό, χωρίς να υπάρχει ποτέ σαφής γραμμή διαχωρισμού.
Οι χαρτογράφοι της παλιάς εποχής πίστευαν ότι η φύση είναι ένα σύνορο: δάση, ποτάμια, βουνά. Οι νεότεροι χαρτογράφοι ανακάλυψαν ότι το πραγματικό σύνορο είναι η ιεραρχία. Ότι εκεί όπου ένας άνθρωπος υπαγορεύει τη σιωπή ενός άλλου, εκεί αρχίζει και η διαταραχή του εδάφους, του νερού, του αέρα.
Κάποιος -ίσως ο Murray Bookchin σε μια εκδοχή του ονείρου- ισχυρίστηκε ότι η φύση δεν καταστρέφεται από την ανθρώπινη παρουσία, αλλά από την ανθρώπινη ανισορροπία. Ότι τα ποτάμια δεν θυμώνουν από τα φράγματα, αλλά από την ιδέα του φράγματος ως κυριαρχίας.
Σε μια άλλη εκδοχή της ίδιας βιβλιοθήκης, η κοινωνία δεν είναι πόλη αλλά οικοσύστημα από ρωγμές. Κάθε ρωγμή είναι μια σχέση που δεν αποκαταστάθηκε ποτέ: ανάμεσα σε εργοδότη και εργάτη, σε κέντρο και περιφέρεια, σε ομιλία και σιωπή. Και από αυτές τις ρωγμές διαρρέει η οικολογική απώλεια, όπως το νερό που ξεχνά το σχήμα του δοχείου.
Οι μύστες αυτής της άγνωστης παράδοσης έλεγαν ότι δεν υπάρχει «περιβάλλον». Υπάρχει μόνο συν-ύπαρξη. Και ότι η λέξη «φύση» είναι μια παλιά συνήθεια του ανθρώπου να ονομάζει ό,τι δεν έχει ακόμη υποτάξει ή εντάξει στη γλώσσα του.
Έτσι, η κοινωνική οικολογία δεν είναι θεωρία αλλά παρανόηση που διορθώνεται αργά: η ανακάλυψη ότι κάθε πολιτική πράξη είναι ήδη οικολογική, και κάθε οικολογική πράξη είναι ήδη πολιτική. Και ότι το σύμπαν δεν ξεχωρίζει τα δύο -τα γράφει στο ίδιο αόρατο μελάνι.
Στο τέλος του βιβλίου -αν υπάρχει τέλος- δεν υπάρχει συμπέρασμα. Μόνο μια πρόταση που επαναλαμβάνεται με μικρές παραλλαγές: ότι ο κόσμος δεν κατοικείται, αλλά συνομιλεί. Και όταν η συνομιλία διακόπτεται, η φύση δεν εκδικείται· απλώς σωπαίνει με τον τρόπο που σωπαίνουν τα ξεχασμένα κείμενα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου