27/7/26

Η Σκιά της Ατομικής Βόμβας πάνω από την Κορέα: Όταν οι ΗΠΑ βρέθηκαν κοντά στη χρήση πυρηνικών όπλων.

 

Ο Πόλεμος της Κορέας (1950–1953) δεν υπήρξε μόνο μια σύγκρουση ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα. Ήταν το πρώτο μεγάλο θερμό μέτωπο του Ψυχρού Πολέμου, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Σοβιετική Ένωση βρέθηκαν αντιμέτωπες και όπου για πρώτη φορά μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι η ανθρωπότητα έφτασε ξανά κοντά στη χρήση πυρηνικών όπλων.

Το 1950, όταν οι δυνάμεις της Βόρειας Κορέας εισέβαλαν στον Νότο και οι δυνάμεις του ΟΗΕ παρενέβησαν υπό αμερικανική διοίκηση, η πορεία του πολέμου αρχικά φάνηκε να ευνοεί τις ΗΠΑ. Όμως η είσοδος εκατοντάδων χιλιάδων Κινέζων «εθελοντών» στον πόλεμο άλλαξε δραματικά την κατάσταση. Οι αμερικανικές δυνάμεις υποχώρησαν και ο κίνδυνος μιας μεγάλης ήττας δημιούργησε έντονες πιέσεις για μια ακραία λύση.

Ο στρατηγός Douglas MacArthur υποστήριξε ανοιχτά τη χρήση ατομικών όπλων εναντίον κινεζικών στόχων στη Μαντζουρία. Πρότεινε ακόμη και τη δημιουργία μιας ραδιενεργής ζώνης στα σύνορα Κίνας–Κορέας, ώστε να εμποδιστεί η μεταφορά κινεζικών στρατευμάτων.

Ο πρόεδρος Harry S. Truman, όμως, φοβήθηκε ότι μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση με την Κίνα και πιθανότατα με τη Σοβιετική Ένωση. Η χρήση πυρηνικών όπλων θα μπορούσε να μετατρέψει έναν περιφερειακό πόλεμο σε παγκόσμια σύγκρουση. Για τον λόγο αυτό απέπεμψε τον MacArthur τον Απρίλιο του 1951.

Μετά την απομάκρυνσή του, ο νέος διοικητής των δυνάμεων του ΟΗΕ (!!!), στρατηγός Matthew Ridgway, συνέχισε να εξετάζει όλα τα στρατιωτικά ενδεχόμενα. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1951 η απόρρητη Operation Hudson Harbor.

Η επιχείρηση οργανώθηκε από το Strategic Air Command (SAC) με σκοπό να εξεταστεί αν η ατομική βόμβα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πρακτικά ως τακτικό όπλο στο κορεατικό πεδίο μάχης.

Αμερικανικά βομβαρδιστικά B-29 Superfortress πραγματοποίησαν αποστολές προσομοίωσης από βάσεις στον Ειρηνικό, πετώντας προς την περιοχή της Κορέας. Οι ρίψεις δεν ήταν πραγματικές πυρηνικές επιθέσεις, αλλά εικονικές επιχειρήσεις με ομοιώματα βομβών ή συμβατικά εκρηκτικά.

Τα πληρώματα δοκίμασαν ολόκληρη τη διαδικασία ενός πυρηνικού πλήγματος: την προετοιμασία των όπλων, την επιλογή και αναγνώριση στόχων, τη ραδιοπλοήγηση, τον συντονισμό με τη διοίκηση, τον χρόνο που απαιτούνταν για την τελική πολιτική έγκριση. Η άσκηση προσομοίωνε ακόμη και την αναμονή στον αέρα, καθώς η απόφαση απελευθέρωσης των πυρηνικών όπλων θα απαιτούσε έγκριση από την Ουάσινγκτον και τον πρόεδρο Truman.

Παράλληλα, υπήρχε πραγματική πυρηνική ετοιμότητα στον Ειρηνικό. Πυρηνικά στοιχεία μπορούσαν να μεταφερθούν και να συναρμολογηθούν εφόσον δινόταν η πολιτική εντολή.

Ωστόσο, η ίδια η άσκηση αποκάλυψε τα όρια της πυρηνικής "επιλογής".

Η Κορέα δεν ήταν η Ιαπωνία του 1945. Δεν υπήρχαν μεγάλα συγκεντρωμένα βιομηχανικά κέντρα που θα μπορούσαν να παραλύσουν έναν αντίπαλο με ένα μόνο πλήγμα. Οι κινεζικές και βορειοκορεατικές δυνάμεις ήταν διασκορπισμένες σε ορεινές περιοχές, χαρακώματα και υπόγεια δίκτυα.

Επιπλέον, μεγάλο μέρος των πόλεων και των υποδομών της Βόρειας Κορέας είχε ήδη καταστραφεί από τους συμβατικούς βομβαρδισμούς. Έτσι, μια πυρηνική επίθεση θα προκαλούσε τεράστιες απώλειες, χωρίς να εγγυάται αποφασιστική στρατιωτική νίκη.

Το συμπέρασμα της Hudson Harbor ήταν βαθιά αντιφατικό: η ατομική βόμβα ήταν ένα όπλο τεράστιας καταστροφικής δύναμης, αλλά όχι απαραίτητα ένα αποτελεσματικό εργαλείο για έναν πόλεμο όπως αυτός της Κορέας.

Παράλληλα, η πυρηνική απειλή είχε και μια πολιτική διάσταση. Η γνώση ότι οι ΗΠΑ διατηρούσαν αυτή την επιλογή λειτουργούσε ως μήνυμα προς το Πεκίνο και τη Μόσχα ότι η Ουάσινγκτον ήταν έτοιμη να ανεβάσει δραματικά το επίπεδο της σύγκρουσης.

Το 1953, κατά τις τελευταίες φάσεις του πολέμου, η κυβέρνηση του Dwight D. Eisenhower άφησε να εννοηθεί ότι η χρήση πυρηνικών όπλων δεν αποκλειόταν αν οι διαπραγματεύσεις αποτύγχαναν. Λίγο αργότερα υπογράφηκε η ανακωχή της 27ης Ιουλίου 1953.

Η Κορέα αποτέλεσε έτσι το πρώτο μεγάλο παράδειγμα της πυρηνικής ισορροπίας τρόμου. Έδειξε ότι η κατοχή ενός όπλου ικανού να αφανίσει ολόκληρες πόλεις δεν σήμαινε απαραίτητα και τη δυνατότητα νίκης.

Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι ηγέτες μιας υπερδύναμης έπρεπε να απαντήσουν σε ένα τρομακτικό ερώτημα: Όταν ένα όπλο μπορεί να καταστρέψει τον εχθρό αλλά και να θέσει σε κίνδυνο ολόκληρο τον κόσμο, η δύναμή του βρίσκεται στη χρήση του ή στην αποφυγή της χρήσης του; Η Κορέα τελικά δεν έγινε η τρίτη χώρα που γνώρισε τον πυρηνικό όλεθρο. Έγινε όμως το πρώτο πεδίο όπου η ανθρωπότητα κατάλαβε πραγματικά τι σήμαινε να ζει κάτω από τη σκιά της ατομικής βόμβας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: