Η δέηση της ρετσίνας δεν γίνεται σε ναό· γίνεται σε τραπέζι που έχει δει καλοκαίρια να λιώνουν σαν κερί.
Η ρετσίνα δεν πίνεται απλώς. Ανοίγεται σαν μνήμη που δεν είχε κλειδωθεί καλά. Το άρωμά της -ρητίνη, πεύκο, γη που θυμάται τον ήλιο -δεν ζητά να αρέσει· ζητά να αναγνωριστεί. Σαν κάτι αρχαίο που επιμένει να επιζεί μέσα στο καθημερινό.
Κι εκεί, μέσα στο ποτήρι, η δέηση δεν έχει λόγια. Έχει παύσεις ανάμεσα στις γουλιές. Ένα «ευχαριστώ» που δεν ξέρει σε ποιον απευθύνεται, μόνο ότι υπάρχει.
Η ρετσίνα δεν υπόσχεται ανάταση. Υπόσχεται συνέχεια: της παρέας, της νύχτας, της μικρής ανθρώπινης επιμονής να μένει καθισμένη γύρω από ένα τραπέζι ενώ όλα αλλού αλλάζουν.
Και έτσι η δέηση της ρετσίνας δεν είναι προσευχή για κάτι ανώτερο. Είναι συμφωνία με το χαμηλό: με το τραχύ, το απλό, το κοινό. Εκεί όπου το ιερό δεν υψώνεται -αλλά σερβίρεται.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου