1/6/26

«Λίγα Λουλούδια για τον Βεζούβιο.»




Στους πρόποδες του Βεζούβιου, εκεί όπου η γη ακόμα θυμάται τη θερμοκρασία της λάβας σαν παλιό εραστή, μια γυναίκα πουλούσε λουλούδια δίπλα στον δρόμο. Όχι τριαντάφυλλα· αυτά ήταν υπερβολικά αθώα για τη Νάπολη. Πουλούσε κρίνα, παπαρούνες και κάτι μικρά κίτρινα άνθη που φύτρωναν μέσα στη μαύρη ηφαιστειακή στάχτη, σαν να είχαν μάθει από νωρίς ότι η ομορφιά πρέπει να επιβιώνει μέσα στην καταστροφή.

Τη λέγανε Λουτσία, μα οι οδηγοί των λεωφορείων την ήξεραν ως «η γυναίκα του βουνού». Κάθε πρωί ανέβαινε με ένα καλάθι γεμάτο λουλούδια και στεκόταν απέναντι από τον Βεζούβιο σαν να περίμενε να της μιλήσει. Κι ίσως να της μιλούσε. Στη Νάπολη κανείς δεν κοροϊδεύει όσους συνομιλούν με ηφαίστεια· εδώ οι άνθρωποι έχουν μάθει ότι η τρέλα είναι απλώς μια πιο θερμή μορφή πίστης.

Ένα απόγευμα του Μαΐου, όταν ο αέρας μύριζε λεμόνι, καμένο ξύλο και θάλασσα, εμφανίστηκε ένας άντρας με λινό κοστούμι και μάτια κουρασμένα σαν παλιές αποβάθρες. Αγόρασε ένα μόνο λουλούδι. Μια παπαρούνα.

Για ποιον είναι; ρώτησε η Λουτσία.

Για κάποιον που δεν υπάρχει πια.

Η απάντηση δεν την ξένισε. Στην περιοχή του Βεζούβιου οι νεκροί κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσα στους ζωντανούς όπως η μυρωδιά του καφέ στα στενά της Νάπολης.

Ο άντρας άρχισε να επιστρέφει κάθε μέρα. Άλλοτε αγόραζε κρίνα, άλλοτε εκείνα τα μικρά κίτρινα άνθη της στάχτης. Δεν της είπε ποτέ το όνομά του. Της μιλούσε όμως για πόλεις μακρινές, για γυναίκες που χόρευαν σαν φωτιά, για ξενοδοχεία όπου οι άνθρωποι έκαναν έρωτα λες και φοβούνταν το τέλος του κόσμου.

Η Λουτσία τον άκουγε και χαμογελούσε. Ήξερε πως όλοι οι άνθρωποι που φτάνουν στον Βεζούβιο κουβαλούν κάτι έτοιμο να εκραγεί.

Μια νύχτα ανέβηκαν μαζί πιο ψηλά, εκεί όπου το χώμα γίνεται σχεδόν κόκκινο. Ο κρατήρας άχνιζε ελαφρά μέσα στο σκοτάδι σαν γιγάντιο τσιγάρο θεού. Η πόλη από κάτω έμοιαζε με χρυσό περιδέραιο πεταμένο πάνω στη θάλασσα.

Η Λουτσία άφησε λίγα λουλούδια στο έδαφος.

Γιατί τα αφήνεις εδώ; τη ρώτησε.

Για να θυμάται το βουνό ότι κάποτε υπήρξε κήπος.

Ο άντρας γέλασε σιγανά.

Και θυμάται;

Όλα θυμούνται. Η στάχτη περισσότερο απ’ όλους.

Έμειναν σιωπηλοί. Ο αέρας κουνούσε τα λουλούδια σαν μικρές φλόγες. Κάπου μακριά ακούστηκε μουσική από τη Νάπολη -ίσως ακορντεόν, ίσως μια καρδιά που αρνιόταν να γεράσει.

Και τότε ο άντρας κατάλαβε κάτι παράξενο: πως οι άνθρωποι δεν αφήνουν λουλούδια στους νεκρούς για να τιμήσουν τον θάνατο, αλλά για να υπενθυμίσουν στη γη ότι, παρά τη λάβα, παρά τη στάχτη, παρά την καταστροφή, εξακολουθούν να ανθίζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: