Η Παρισινή Κομμούνα του 1871 – Οι 72 Ημέρες που οι εργάτες «Εφόρμησαν για να Καταλάβουν τον Ουρανό».
Την άνοιξη του 1871, μέσα από τις στάχτες ενός καταστροφικού πολέμου και την εξαθλίωση μιας πολύμηνης πολιορκίας, γεννήθηκε η Παρισινή Κομμούνα. Για 72 ημέρες, από τις 18 Μαρτίου έως τις 28 Μαΐου, το Παρίσι δεν διοικούνταν από βασιλιάδες, αυτοκράτορες ή αστούς πολιτικούς, αλλά από τους ίδιους τους εργάτες του. Ήταν η πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που η εργατική τάξη πήρε την εξουσία στα χέρια της, αφήνοντας μια κληρονομιά που επηρεάζει την πολιτική σκέψη μέχρι σήμερα.
Η Θρυαλλίδα της Εξέγερσης: Από το Σεντάν στη Μονμάρτρη.
Το υπόβαθρο της Κομμούνας βάφτηκε με το αίμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου (1870). Μετά τη συντριπτική ήττα της Γαλλίας στη Μάχη του Σεντάν και την αιχμαλωσία του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄, στο Παρίσι ανακηρύχθηκε η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία.
Ο πρωσικός στρατός περικύκλωσε την πρωτεύουσα, επιβάλλοντας μια πεντάμηνη, απάνθρωπη πολιορκία. Οι κάτοικοι λιμοκτονούσαν, φτάνοντας στο σημείο να τρώνε άλογα, γάτες, ακόμη και τα ζώα του ζωολογικού κήπου, ενώ η νεοεκλεγείσα συντηρητική κυβέρνηση του Αδόλφου Θιέρσου επέλεξε να συνθηκολογήσει με τους Πρώσους.
Η έκρηξη σημειώθηκε στις 18 Μαρτίου 1871. Ο Θιέρσος έστειλε τον στρατό για να αφαιρέσει 400 κανόνια από τον λόφο της Μονμάρτρης - κανόνια που είχαν αγοραστεί με έρανο των ίδιων των Παριζιάνων για την άμυνα της πόλης τους. Οι γυναίκες της γειτονιάς μπήκαν μπροστά, εμποδίζοντας τους στρατιώτες να πάρουν τα κανόνια. Όταν οι αξιωματικοί διέταξαν πυρ κατά του πλήθους, οι στρατιώτες αρνήθηκαν να υπακούσουν, στασίασαν και εκτέλεσαν τους στρατηγούς τους. Έντρομος, ο Θιέρσος και η κυβέρνησή του κατέφυγαν στις Βερσαλλίες. Το Παρίσι ήταν πλέον ελεύθερο.
Το Πολιτικό και Κοινωνικό Εργαστήριο της Κομμούνας.
Στις 26 Μαρτίου διεξήχθησαν ελεύθερες εκλογές και δύο ημέρες μετά, στις 28 Μαρτίου, ανακηρύχθηκε επίσημα η Παρισινή Κομμούνα μέσα σε πανηγυρικό κλίμα έξω από το Δημαρχείο (Hôtel de Ville). Η νέα διοίκηση αποτελούνταν από εργάτες, τεχνίτες, γιατρούς και δημοσιογράφους, οργανωμένους σε σοσιαλιστικές, αναρχικές (Προυντονικές) και επαναστατικές (Μπλανκιστικές) τάσεις.
Οι Μπλανκιστές.
Οι Μπλανκιστές ήταν οι οπαδοί του Λουί-Ωγκύστ Μπλανκί (Louis-Auguste Blanqui), ενός από τους πιο εμβληματικούς Γάλλους σοσιαλιστές επαναστάτες του 19ου αιώνα. Αποτέλεσαν μία από τις κυρίαρχες και πιο μαχητικές τάσεις μέσα στην Παρισινή Κομμούνα του 1871. Η πολιτική τους θεωρία και πρακτική, γνωστή ως Μπλανκισμός, βασιζόταν σε πολύ συγκεκριμένες αρχές:
1. Η Επαναστατική Μειοψηφία: Οι Μπλανκιστές δεν πίστευαν ότι η επανάσταση έπρεπε να περιμένει την ωρίμανση ή την αυθόρμητη εξέγερση των πλατιών λαϊκών μαζών. Αντίθετα, υποστήριζαν ότι η ανατροπή του καθεστώτος έπρεπε να γίνει από μια μικρή, αυστηρά πειθαρχημένη και καλά εκπαιδευμένη συνωμοτική ομάδα επαναστατών.
2. Αιφνιδιαστική Κατάληψη της Εξουσίας: Η στρατηγική τους βασιζόταν στο «πραξικοπηματικό» μοντέλο: η κλειστή αυτή ομάδα θα οργάνωνε ένα αιφνιδιαστικό ένοπλο χτύπημα στην καρδιά του κράτους για να καταλάβει την εξουσία. Μετά την επιτυχία του χτυπήματος, θα εγκαθιστούσαν μια προσωρινή δικτατορία για να εκπαιδεύσουν τον λαό, να συντρίψουν την αστική αντίδραση και να εισαγάγουν τον σοσιαλισμό.
3. Ο Ρόλος τους στην Παρισινή Κομμούνα (1871): Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, οι Μπλανκιστές (μαζί με τους Νεοϊακωβίνους) αποτελούσαν την πλειοψηφία του Συμβουλίου. Ήταν οι άνθρωποι της δράσης και του πολέμου. Ωστόσο, ο ίδιος ο ηγέτης τους, ο Μπλανκί, ήταν φυλακισμένος από την κυβέρνηση των Βερσαλλιών καθ' όλη τη διάρκεια των γεγονότων.
4. Κριτική και Σχέση με τον Μαρξισμό: Η κριτική του Μαρξ και του Ένγκελς: Αν και αναγνώριζαν το τεράστιο θάρρος και την αφοσίωσή τους, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς άσκησαν έντονη κριτική στον Μπλανκισμό. Τους κατηγόρησαν για «υποκατάσταση» της εργατικής τάξης, τονίζοντας ότι η απελευθέρωση των εργατών πρέπει να είναι έργο των ίδιων των μαζών και όχι μιας μικρής ομάδας συνωμοτών.
Οι Προυντονιστές.
Ο Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν (Pierre-Joseph Proudhon, 1809–1865) ήταν Γάλλος πολιτικός, φιλόσοφος και ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία που αυτοπροσδιορίστηκε επίσημα ως αναρχικός Αποτελεί τον πατέρα του αναρχικού κινήματος και μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της σοσιαλιστικής σκέψης του 19ου αιώνα. Σε αντίθεση με τους Μπλανκιστές που βασίζονταν στην ένοπλη κρατική εξουσία, ο Προυντόν απέρριπτε πλήρως το κράτος.
1. «Η ιδιοκτησία είναι κλοπή»: Αυτή είναι η πιο διάσημη φράση του, η οποία διατυπώθηκε το 1840 στο έργο του «Τι είναι ιδιοκτησία;». Ο Προυντόν ξεχώριζε την ατομική κατοχή (το δικαίωμα του εργάτη να κατέχει τα εργαλεία του και το προϊόν του) από την κεφαλαιοκρατική ιδιοκτησία. Πίστευε ότι η ιδιοκτησία που επιτρέπει την εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων είναι παράνομη
2. Μουτουαλισμός (Αμοιβαϊσμός): Ο Προυντόν ανέπτυξε ένα οικονομικό σύστημα που ονομάζεται Μουτουαλισμός. Σύμφωνα με αυτό: Η κοινωνία πρέπει να οργανωθεί σε αυτοδιαχειριζόμενες ενώσεις εργατών. Οι ανταλλαγές προϊόντων πρέπει να γίνονται με βάση την πραγματική αξία της εργασίας που δαπανήθηκε. Πρότεινε τη δημιουργία μιας Λαϊκής Τράπεζας που θα παρείχε δάνεια στους εργάτες με μηδενικό τόκο, καταργώντας το τραπεζικό κέρδος.
3. Αντιεξουσιασμός και Ομοσπονδισμός: Ο Προυντόν πίστευε ότι το κράτος είναι εγγενώς αυταρχικό και πρέπει να αντικατασταθεί. Στη θέση του πρότεινε τον Ομοσπονδισισμό, δηλαδή μια ελεύθερη ένωση κοινοτήτων και παραγωγικών ομάδων που θα συνεργάζονται οικειοθελώς από τα κάτω προς τα πάνω, χωρίς κεντρική κυβέρνηση.
4. Η Σύγκρουση με τον Καρλ Μαρξ: Αρχικά, ο Μαρξ και ο Προυντόν είχαν φιλικές σχέσεις. Ωστόσο, η ιδεολογική τους διάσταση οδήγησε σε μια ιστορική ρήξη: Το 1846, ο Προυντόν έγραψε το έργο «Η Φιλοσοφία της Αθλιότητας». Ο Μαρξ απάντησε με το περίφημο και ειρωνικό έργο «Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας» (1847), κατηγορώντας τον Προυντόν για μικροαστικό σοσιαλισμό και έλλειψη επιστημονικής οικονομικής ανάλυσης.
5. Η επιρροή του στην Παρισινή Κομμούνα (1871): Αν και ο Προυντόν είχε πεθάνει πριν από την εξέγερση, οι οπαδοί του (Προυντονιστές) αποτελούσαν τη δεύτερη μεγάλη τάση μέσα στην Παρισινή Κομμούνα, ελέγχοντας κυρίως τις οικονομικές επιτροπές. Ήταν αυτοί που πίεσαν για τη δημιουργία εργατικών συνεταιρισμών και την αυτοδιαχείριση των εργοστασίων.
Η σύγκρουση ανάμεσα στους Μπλανκιστές και τους Προυντονιστές μέσα στο Συμβούλιο της Παρισινής Κομμούνας (1871) ήταν η πρώτη μεγάλη ιστορική αναμέτρηση ανάμεσα στον κρατικό σοσιαλισμό και τον αντιεξουσιαστικό αναρχισμό. Οι δύο τάσεις συμφωνούσαν μόνο στην ανατροπή του καθεστώτος, αλλά διαφωνούσαν ριζικά σε όλα τα άλλα.
1. Η διαφωνία για το Κράτος και την Εξουσία.
Μπλανκιστές (η πλειοψηφία): Ήταν συγκεντρωτικοί. Ήθελαν ένα ισχυρό, επαναστατικό κράτος με απόλυτη εξουσία για να συντρίψει τους εχθρούς της Κομμούνας με στρατιωτικά μέσα.
Προυντονιστές (η μειοψηφία): Ήταν ομοσπονδιστές. Απέρριπταν κάθε μορφή κεντρικής εξουσιαστικής δομής. Ήθελαν το Παρίσι να γίνει μια ελεύθερη κοινότητα (κομμούνα) που θα διοικείται από τα κάτω προς τα πάνω μέσω εργατικών σωματείων.
2. Πολιτική εναντίον Οικονομίας.
Μπλανκιστές: Έδιναν προτεραιότητα στην πολιτική και στρατιωτική δράση. Πίστευαν ότι αν δεν νικούσαν στρατιωτικά την κυβέρνηση των Βερσαλλιών, καμία κοινωνική αλλαγή δεν θα είχε σημασία.
Προυντονιστές: Έδιναν προτεραιότητα στην οικονομική μεταρρύθμιση. Εστίαζαν στην άμεση οργάνωση της παραγωγής, στη δημιουργία συνεταιρισμών και στην αλλαγή των εργασιακών σχέσεων, αδιαφορώντας για τα στρατιωτικά μέτρα.
3. Το σημείο αιχμής: Η «Επιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας».
Η τελική ρήξη ήρθε τον Μάιο του 1871, όταν η στρατιωτική πίεση από τις Βερσαλλίες έγινε απελπιστική: Οι Μπλανκιστές (μαζί με τους Γιακωβίνους) ψήφισαν τη δημιουργία μιας Επιτροπής Δημόσιας Σωτηρίας (Comité de Salut Public), η οποία αντέγραφε το μοντέλο της Γαλλικής Επανάστασης του 1793. Η επιτροπή αυτή είχε δικτατορικές υπερεξουσίες και επέβαλε λογοκρισία. Οι Προυντονιστές αντέδρασαν έντονα και καταψήφισαν το μέτρο. Κατήγγειλαν την επιτροπή ως «προδοσία των αρχών της Κομμούνας» και ως διολίσθηση προς τον κρατικό αυταρχισμό. Μάλιστα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, η μειοψηφία των Προυντονιστών αποχώρησε προσωρινά από τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου.
4. Η στάση απέναντι στην Τράπεζα της Γαλλίας.
Ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά λάθη της Κομμούνας οφείλεται σε αυτή τη σύγκρουση: Οι Προυντονιστές, που έλεγχαν τα οικονομικά, είχαν εμμονή με τη νομιμότητα και τον σεβασμό των τραπεζικών θεσμών (λόγω της θεωρίας του Προυντόν για τις τράπεζες). Αρνήθηκαν να κατασχέσουν τα τεράστια αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Γαλλίας, ζητώντας απλώς μικρά δάνεια για τους μισθούς της Εθνοφρουράς. Οι Μπλανκιστές ήθελαν να εθνικοποιήσουν την Τράπεζα με τη βία, αλλά δεν είχαν την πλειοψηφία στις οικονομικές επιτροπές για να το επιβάλουν. Έτσι, η τράπεζα έμεινε ανέπαφη και χρηματοδοτούσε κρυφά τον στρατό των Βερσαλλιών που τελικά κατέσφαξε την Κομμούνα.
Οι 72 ημέρες της κοινωνικής ανατροπής.
Μέσα σε ελάχιστες εβδομάδες, η Κομμούνα εφάρμοσε μέτρα που για την εποχή τους έμοιαζαν με επιστημονική φαντασία, ανατρέποντας τη δομή του αστικού κράτους:
Πολιτικά Μέτρα: Κατάργηση του μόνιμου στρατού και αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό (Εθνοφρουρά). Θέσπιση της αιρετότητας και της άμεσης ανακλητικότητας για όλους τους δημόσιους υπαλλήλους, τους δικαστές και τα μέλη της Κομμούνας.
Ισότητα μισθών: Η ανώτατη αμοιβή των αξιωματούχων ισούταν με τον μισθό ενός ειδικευμένου εργάτη.
Πλήρης διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους, με δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας και κατάργηση της θρησκευτικής εκπαίδευσης.
Διεθνισμός: Παραχωρήθηκαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα στους ξένους υπηκόους, ενώ κατεδαφίστηκε η στήλη της πλατείας Βαντόμ (Vendôme) ως σύμβολο εθνικισμού και σοβινισμού.
Κοινωνικά Μέτρα: Τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια παραδόθηκαν σε εργατικές κολεκτίβες για να επαναλειτουργήσουν.
Απαγόρευση των προστίμων και των περικοπών που επέβαλλαν οι εργοδότες στους μισθούς.
Κατάργηση της νυχτερινής εργασίας στα αρτοποιεία.
Παραγραφή των χρεών για ενοίκια της πολιορκίας και απαγόρευση των εξώσεων.
Επιστροφή των αντικειμένων πρώτης ανάγκης από τα ενεχυροδανειστήρια στους φτωχούς κατόχους τους.
Δικαιώματα της Γυναίκας: Οι γυναίκες υπήρξαν η ψυχή της Κομμούνας. Αν και ο σύντομος βίος της Κομμούνας και οι συντηρητικές προκαταλήψεις ορισμένων μελών της δεν επέτρεψαν να τους δοθεί επισήμως το δικαίωμα ψήφου, οι γυναίκες κατέκτησαν την ισότητα στην πράξη. Μέσα από την «Ένωση Γυναικών» της Ελισάβετ Ντμίτριεφ και της Ναταλί Λεμέλ, διεκδίκησαν και πέτυχαν την ίση αμοιβή για ίση εργασία (αρχικά στις εκπαιδευτικούς), ίδρυσαν τα πρώτα δημόσια σχολεία θηλέων και ανέτρεψαν το οικογενειακό δίκαιο, καθώς η Κομμούνα αναγνώρισε τις ανύπαντρες μητέρες και εξίσωσε τα «νόμιμα» με τα «εκτός γάμου» παιδιά.
Όταν άρχισε η εισβολή, οι γυναίκες δεν έμειναν στα μετόπισθεν· κράτησαν όπλα και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή των οδοφραγμάτων, με τη Λουίζ Μισέλ (Louise Michel, 1830–1905), την «Κόκκινη Παρθένο», να αναδεικνύεται σε παγκόσμιο σύμβολο της ανυπότακτης γυναίκας.
Η «Κόκκινη Παρθένος» της Κομμούνας αρνήθηκε να ζητήσει έλεος από τους δικαστές της αστικής τάξης που μετά την αιματηρή καταστολή της Παρισινής Κομμούνας την συνέλαβαν και την καταδίκασαν:
«Ανήκω ολοκληρωτικά στην κοινωνική επανάσταση και δηλώνω ότι αναλαμβάνω την ευθύνη για όλες μου τις πράξεις... Αφού, όπως φαίνεται, κάθε καρδιά που χτυπά για την ελευθερία έχει δικαίωμα μόνο σε ένα κομμάτι μόλυβδο, ζητώ το δικό μου μερίδιο! Αν με αφήσετε να ζήσω, δεν θα πάψω ποτέ να κραυγάζω εκδίκηση... Αν δεν είστε δειλοί, σκοτώστε με!»
Η «Ματωμένη Εβδομάδα» και η Καταστολή.
Η απάντηση της αστικής τάξης ήταν τυφλή και εκδικητική. Ο Αδόλφος Θιέρσος συμμάχησε με τον Πρώσο καγκελάριο Ότο φον Μπίσμαρκ, ο οποίος απελευθέρωσε Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου για να συγκροτηθεί ο στρατός των «Βερσαλλιέρων». Για να νικήσει την Κομμούνα, ο Θιέρσος υπέγραψε μια ταπεινωτική συμφωνία με τον Πρώσο καγκελάριο Μπίσμαρκ. Ο Μπίσμαρκ- που κι αυτός φοβόταν την εξάπλωση των επαναστατικών ιδεών- απελευθέρωσε 100.000 Γάλλους αιχμαλώτους πολέμου (κυρίως από την ήττα στο Σεντάν) προκειμένου να ενταχθούν στον στρατό των Βερσαλλιών και να πνίξουν την εργατική επανάσταση.
Στις 21 Μαΐου 1871, ο κυβερνητικός στρατός των Βερσαλλιέρων, εισέβαλε στο Παρίσι. Αυτό που ακολούθησε τις επόμενες επτά ημέρες έμεινε στην ιστορία ως η «Ματωμένη Εβδομάδα» (Semaine Sanglante). Διεξήχθησαν άγριες οδομαχίες σώμα με σώμα. Καθώς οι Κομμουνάροι υποχωρούσαν, πυρπόλησαν κυβερνητικά σύμβολα, όπως το Ανάκτορο του Κεραμεικού.
Στις 28 Μαΐου, οι τελευταίοι 147 Κομμουνάροι εκτελέστηκαν στον «Τοίχο των Κομμουνάρων» στο νεκροταφείο Περ Λασέζ.
Συνολικά, 20.000 έως 30.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά σφαγιάστηκαν στους δρόμους, ενώ πάνω από 40.000 συνελήφθησαν, πολλοί εκ των οποίων εξορίστηκαν σε κάτεργα στις αποικίες (όπως η Νέα Καληδονία).
Ο Πόλεμος του Τύπου: Προπαγάνδα εναντίον Αλήθειας.
Η αγριότητα των μαχών αντικατοπτρίστηκε απόλυτα στον τύπο της εποχής. Η γαλλική συντηρητική εφημερίδα Le Figaro πρωτοστάτησε σε ένα κρεσέντο μίσους, ζητώντας ανοιχτά τη φυσική εξόντωση των εργατών:
«Τι είναι ένας δημοκράτης; Ένα άγριο θηρίο... Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το δημοκρατικό και σοσιαλιστικό παράσιτο. Πρέπει να κυνηγήσουμε τους Κομμουνάρους σαν άγρια ζώα» (19 Απριλίου 1871).
«Αν η κυβέρνηση των Βερσαλλιών θέλει να παραμείνει κυβέρνηση, πρέπει να ενεργήσει με σιδηρά πυγμή. Όχι άλλες καθυστερήσεις, όχι άλλοι δισταγμοί. Το Παρίσι πρέπει να καθαριστεί. Δεν πρέπει να μείνει ούτε ένας από αυτούς τους κακοποιούς που αυτοαποκαλούνται "πολίτες".» (8 Μαΐου 1871).
«Ποτέ δεν παρουσιάστηκε παρόμοια ευκαιρία για να θεραπευτεί το Παρίσι από την ηθική γάγγραινα που το καταжиάνει εδώ και είκοσι χρόνια. [...] Εμπρός, τίμιοι άνθρωποι! Ένα χέρι βοηθείας για να τελειώνουμε με τα δημοκρατικά και σοσιαλιστικά παράσιτα. Πρέπει να τους κυνηγήσουμε σαν θηράματα.» (22 Μαΐου 1871).
«Η δικαιοσύνη αποδόθηκε. Η τάξη αποκαταστάθηκε. Το Παρίσι παραδόθηκε ξανά στους αληθινούς του κατοίκους. Αυτή η αιματοχυσία ήταν απαραίτητη. Ήταν το τίμημα που έπρεπε να πληρωθεί για να σωθεί η κοινωνία από την αναρχία και την καταστροφή.» (30 Μαΐου 1871).
Παρά τον πρόσφατο πόλεμο Γαλλίας-Πρωσίας, οι συντηρητικές γερμανικές εφημερίδες συμφώνησαν απόλυτα με τις γαλλικές ότι ο σοσιαλισμός έπρεπε να παταχθεί εν τη γενέσει του. Οι εφημερίδες της Πρωσίας παρουσίαζαν την Κομμούνα ως «τρέλα» και «κοινωνική ασθένεια». Ο ίδιος ο καγκελάριος Ότο φον Μπίσμαρκ επέτρεψε στον γαλλικό στρατό να περάσει μέσα από τις γερμανικές γραμμές πολιορκίας για να χτυπήσει το Παρίσι, μια συμμαχία των κυρίαρχων τάξεων απέναντι στο Φάντασμα του Κομμουνισμού που ο γερμανικός τύπος υποστήριξε θερμά.
Ο διεθνής αστικός τύπος ευθυγραμμίστηκε σε μεγάλο βαθμό με αυτή την οπτική, τρομοκρατημένος από την άνοδο του σοσιαλισμού. Οι New York Times περιέγραφαν την Κομμούνα ως μια συμμορία εγκληματιών και «ερυθρών φανατικών», ενώ δικαιολόγησε πλήρως την αιματηρή καταστολή: «Η Κομμούνα ήταν μια εξέγερση εναντίον του ίδιου του πολιτισμού. [...] Η τιμωρία που τους επιβλήθηκε, όσο σκληρή κι αν φαίνεται, ήταν απόλυτα αναγκαία για την προστασία της κοινωνικής τάξης.» Η εφημερίδα Chicago Tribune εξέφρασε την ανακούφιση της αμερικανικής ελίτ για το τέλος της επανάστασης: «Το Παρίσι σώθηκε από τους ληστές και τους δολοφόνους. Η Κομμούνα έσβησε μέσα στο αίμα και τις φλόγες, αφήνοντας πίσω της ένα μάθημα για το τι συμβαίνει όταν ο όχλος παίρνει την εξουσία.»
Μόνο λίγες, συντηρητικές εφημερίδες με έντιμους ανταποκριτές, όπως οι Times του Λονδίνου, δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη φρίκη της καταστολής, σημειώνοντας ότι «...οι Βερσαλλιέροι δεν πήραν αιχμαλώτους. Εκτελούσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους... Η δικαιοσύνη των Βερσαλλιών μετατράπηκε σε μια τυφλή, αιμοσταγή σφαγή.» Ο βρετανικός Guardian (Μάντσεστερ) κατέγραψε με δραματικό τρόπο τις τελευταίες ημέρες της πόλης: «Μια τρομερή πυρκαγιά μαίνεται στο κέντρο του Παρισιού. Οι εκτελέσεις συνεχίζονται με συνοπτικές διαδικασίες, και οι λιποτάκτες του στρατού, οι εμπρηστές και τα μέλη της Κομμούνας τουφεκίζονται χωρίς έλεος.»
Στον αντίποδα, οι ολιγοσέλιδες εφημερίδες των εργατικών συνδικάτων στην Ευρώπη (κυρίως στην Αγγλία και τη Γερμανία) προσπάθησαν να υπερασπιστούν το Παρίσι, παρά τη λογοκρισία. Η εφημερίδα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, Der Volksstaat (υπό την επιρροή των Μαρξ και Ένγκελς) ήταν από τις ελάχιστες φωνές που εξήραν την Κομμούνα: «Οι αδελφοί μας στο Παρίσι έπεσαν για την παγκόσμια ελευθερία. Η Κομμούνα ηττήθηκε, αλλά η ιδέα της είναι αθάνατη και θα θριαμβεύσει στο μέλλον.»
Ιστορική Αποτίμηση και Κληρονομιά.
Η Παρισινή Κομμούνα αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο ιδεολογικής σύγκρουσης, με διαφορετικές αναγνώσεις:
Η Μαρξιστική Σχολή: Ο Καρλ Μαρξ, στο έργο του «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία», αποτίμησε την Κομμούνα ως τον «δοξασμένο προάγγελο μιας νέας κοινωνίας» και το πρώτο παράδειγμα της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου»: «Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Οι μάρτυρές του είναι κλεισμένοι μέσα στη μεγάλη καρδιά της εργατικής τάξης. Τους εξολοθρευτές τους η ιστορία τούς έχει ήδη καρφώσει στον στύλο της ατιμίας, απ’ όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους.» «Η Κομμούνα ήταν ο πρώτος αληθινός εκπρόσωπος όλων των υγιών στοιχείων της γαλλικής κοινωνίας, και επομένως η πραγματική εθνική κυβέρνηση, αλλά ταυτόχρονα, ως εργατική κυβέρνηση, ως ο τολμηρός πρωτοπόρος της χειραφέτησης της εργασίας, ήταν σε πλήρη βαθμό διεθνής.»
Σε ένα γράμμα του μάλιστα ο Μαρξ προς τον Λούντβιχ Κούγκελμαν (12 Απριλίου 1871), χρησιμοποιεί μια διάσημη φράση για τον ηρωισμό των Παριζιάνων: «Όπως και να ’χει, η τωρινή εξέγερση του Παρισιού –ακόμη κι αν κατασταλεί από τους λύκους, τα γουρούνια και τα παλιόσκυλα της παλιάς κοινωνίας– είναι το πιο δοξασμένο κατόρθωμα του κόμματός μας... Ιστορική πρωτοβουλία με τέτοιο μεγαλείο, ικανότητα για αυτοθυσία αυτών των Παριζιάνων που εφόρμησαν για να καταλάβουν τον ουρανό!»
Είκοσι χρόνια μετά, ο Ένγκελς απαντώντας στους σοσιαλδημοκράτες της εποχής του που έτρεμαν την έννοια της εργατικής εξουσίας έγραφε: «Τον τελευταίο καιρό, τον σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις: Δικτατορία του προλεταριάτου. Θέλετε να μάθετε, κύριοι, πώς είναι αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την Παρισινή Κομμούνα! Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου.»
Ωστόσο, ο Μαρξ και μετέπειτα ο Λένιν εντόπισαν δύο μοιραία λάθη: την υπερβολική μεγαλοψυχία των επαναστατών που δεν επιτέθηκαν αμέσως στις Βερσαλλίες και το γεγονός ότι δεν κατέσχεσαν τα τεράστια χρηματικά αποθέματα της Τράπεζας της Γαλλίας, σεβόμενοι αφελώς την «αστική νομιμότητα». Η Κομμούνα αποτέλεσε το προσχέδιο πάνω στο οποίο ο Λένιν βασίστηκε για την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία.
Για τον Βλαντιμίρ Λένιν, η Παρισινή Κομμούνα δεν ήταν απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά το απόλυτο σημείο αναφοράς και το «προσχέδιο» για την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία. Ο Λένιν μελέτησε εξαντλητικά την Κομμούνα, αναλύοντας τις επιτυχίες και τα μοιραία λάθη της, προκειμένου να διαμορφώσει τη στρατηγική των Μπολσεβίκων.
1. Το «Κράτος και Επανάσταση» (1917). Στο πιο εμβληματικό θεωρητικό του έργο, το οποίο έγραψε λίγους μήνες πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Λένιν αφιερώνει μεγάλο μέρος στην Κομμούνα.
Το τσάκισμα του κράτους: Βασιζόμενος στον Μαρξ, ο Λένιν τόνισε ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το παλιό αστικό κράτος (στρατό, αστυνομία, γραφειοκρατία), αλλά πρέπει να το καταστρέψει ολοσχερώς.
Το μοντέλο της Κομμούνας: Πρόβαλε τα μέτρα της Κομμούνας (κατάργηση μόνιμου στρατού, αιρετότητα και ανακλητότητα των πάντων, εργατικός μισθός για τους αξιωματούχους) ως το ιδανικό πρότυπο για το πώς πρέπει να μοιάζει η εργατική εξουσία.
2. Τα Σοβιέτ ως η «Νέα Κομμούνα». Όταν το 1905 και το 1917 εμφανίστηκαν στη Ρωσία τα Σοβιέτ (τα συμβούλια των εργατών, στρατιωτών και αγροτών), ο Λένιν αναγνώρισε αμέσως σε αυτά τη μετενσάρκωση της Παρισινής Κομμούνας. Τα Σοβιέτ οργανώθηκαν με βάση την ίδια αρχή της άμεσης δημοκρατίας και της ανακλητότητας των αντιπροσώπων που είχε εισαγάγει το Παρίσι το 1871.
3. Τα Μαθήματα από τα Λάθη της Κομμούνας. Ο Λένιν ήταν εξαιρετικά ρεαλιστής. Πίστευε ότι η Κομμούνα απέτυχε επειδή έδειξε «υπερβολική μεγαλοψυχία» και έλλειψη αποφασιστικότητας. Για να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη το 1917, επέβαλε τη στρατηγική του ως εξής:
Όχι στον σεβασμό της αστικής νομιμότητας: Η Κομμούνα δεν άγγιξε την Τράπεζα της Γαλλίας. Οι Μπολσεβίκοι, αντίθετα, μία από τις πρώτες πράξεις που έκαναν ήταν η κατάληψη της Κεντρικής Τράπεζας και η εθνικοποίηση των τραπεζών.
Αποφασιστική άμυνα της επανάστασης: Η Κομμούνα δεν επιτέθηκε έγκαιρα στις Βερσαλλίες. Ο Λένιν πίστευε ότι αν μια επανάσταση δεν αμυνθεί με τη βία απέναντι στην αντεπανάσταση, θα σφαγιαστεί. Αυτό το μάθημα οδήγησε στη δημιουργία του Κόκκινου Στρατού και στην αποφασιστική σύγκρουση κατά τον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο.
4. Ο Χορός στο Χιόνι και η Κόκκινη Σημαία. Η σύνδεση του Λένιν με την Κομμούνα είχε και μια έντονα συναισθηματική πλευρά. Τον Ιανουάριο του 1918, όταν η Σοβιετική εξουσία συμπλήρωσε 73 ημέρες ζωής -μία ημέρα περισσότερη από την Κομμούνα- ο Λένιν βγήκε έξω από το Κρεμλίνο και χόρεψε στο χιόνι, γιορτάζοντας ότι η ρωσική επανάσταση κατάφερε να ξεπεράσει το ιστορικό όριο του Παρισιού. Όταν ο Λένιν πέθανε το 1924, το σώμα του τυλίχθηκε με μια από τις αυθεντικές κόκκινες σημαίες της Παρισινής Κομμούνας του 1871, η οποία είχε διασωθεί και μεταφερθεί στη Μόσχα ως το πιο ιερό κειμήλιο του παγκόσμιου κινήματος.
Το αναρχικό κίνημα.
Ο Μιχαήλ Μπακούνιν εξήρε την Κομμούνα ως την «ξεκάθαρη άρνηση του Κράτους», βλέποντας σε αυτήν την επιβεβαίωση της θεωρίας του για την αυθόρμητη αυτοοργάνωση των μαζών σε μια ελεύθερη ομοσπονδία αυτόνομων κοινοτήτων. Ο αναρχικός θεωρητικός είδε στην Κομμούνα την επιβεβαίωση της δικής του θεωρίας για την άμεση κατάργηση του κράτους: «Είμαι υποστηρικτής της Παρισινής Κομμούνας... κυρίως επειδή υπήρξε μια τολμηρή, ξεκάθαρη άρνηση του Κράτους. Είναι ένα ιστορικό γεγονός τεράστιας σημασίας το ότι αυτή η άρνηση του Κράτους εκδηλώθηκε ακριβώς στη Γαλλία, η οποία υπήρξε μέχρι τώρα η κατεξοχήν χώρα του κρατικού συγκεντρωτισμού.»
«Αντίθετα με την ιδέα των εξουσιοδοτικών κομμουνιστών –την οποία θεωρώ εντελώς λανθασμένη– ότι μια κοινωνική επανάσταση μπορεί να διαταχθεί και να οργανωθεί μέσω ενός κράτους ή μιας δικτατορίας, οι σοσιαλιστές του Παρισιού πίστευαν ότι μπορεί να δημιουργηθεί και να αναπτυχθεί μόνο μέσα από την αυθόρμητη και συνεχή δράση των μαζών, των λαϊκών ομάδων και των ενώσεων.»
Η Λουίζ Μισέλ (1830–1905), η θρυλική «Κόκκινη Παρθένα της Μονμάρτης», υπήρξε μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του επαναστατικού κινήματος του 19ου αιώνα. Η ζωή και η δράση της αποτελούν το πιο ζωντανό παράδειγμα της απόλυτης ταύτισης ανάμεσα στη βιωματική εμπειρία της εξέγερσης και την ιδεολογική ωρίμανση. Για τη Μισέλ, η Παρισινή Κομμούνα του 1871 υπήρξε το πεδίο της έμπρακτης δράσης της, ο Αναρχισμός η τελική ιδεολογική της ολοκλήρωση, και το μνημειώδες βιβλίο της "La Commune: Histoire et souvenirs" (1898) η απόλυτη συγγραφική γέφυρα που ένωσε αυτά τα δύο στοιχεία.
Κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, η Μισέλ μεταμορφώθηκε στην ψυχή της εξέγερσης. Σπάζοντας τα στερεότυπα της εποχής για τους παραδοσιακούς γυναικείους ρόλους, φόρεσε τη στολή της Εθνοφρουράς, πήρε το όπλο της και πολέμησε στην πρώτη γραμμή στα οδοφράγματα της Μονμάρτης. Παράλληλα, ίδρυσε την «Επιτροπή Επαγρύπνησης Πολιτών», οργάνωσε νοσοκομειακούς σταθμούς και πάλεψε για την εκπαίδευση των γυναικών. Για εκείνη, η Κομμούνα ήταν μια «γιορτή των καταπιεσμένων», μια σύντομη αλλά λαμπρή στιγμή όπου η εργατική τάξη απέδειξε ότι μπορεί να αυτοοργανωθεί με βάση την αλληλεγγύη.
Ωστόσο, η καθαρή αναρχική της ταυτότητα σφυρηλατήθηκε αμέσως μετά, κατά τη διάρκεια της πολυετούς εξορίας της στη Νέα Καληδονία. Η σκληρή καταστολή της Κομμούνας, η επαφή της με τους ιθαγενείς Κανάκ και η γνωριμία της με τον αναρχικό Ναταλί Λεμέλ την έπεισαν ότι το Κράτος δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, παρά μόνο να καταργηθεί, καθώς κάθε μορφή εξουσίας οδηγεί νομοτελειακά στην καταπίεση. Επιστρέφοντας στη Γαλλία, έγινε ηγετική μορφή του διεθνούς αναρχικού κινήματος και ήταν η πρώτη που καθιέρωσε τη μαύρη σημαία ως το επίσημο σύμβολό του το 1883, ως ένδειξη πένθους για τα θύματα αλλά και ως άρνηση κάθε κρατικού εμβλήματος.
Όλη αυτή η διαδρομή αποτυπώθηκε αριστουργηματικά στο βιβλίο της "La Commune: Histoire et souvenirs". Το έργο αυτό δεν είναι μια στεγνή ιστορική καταγραφή, αλλά ένα αναρχικό μανιφέστο γραμμένο «από τα κάτω». Η Μισέλ δίνει φωνή στους ηττημένους, εξυμνεί τον καθοριστικό ρόλο των γυναικών στην επανάσταση και, το κυριότερο, ασκεί μια βαθιά ελευθεριακή κριτική στην ίδια την Κομμούνα. Παρά την ακλόνητη πίστη της στην εξέγερση, επισημαίνει ότι οι δισταγμοί και οι εμβρυακές δομές εξουσίας που προσπάθησαν να δημιουργήσουν οι επαναστάτες ήταν αυτά που τελικά τους καθυστέρησαν. Μέσα από το βιβλίο της, η Παρισινή Κομμούνα παύει να είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός και μετατρέπεται στην οριστική απόδειξη ότι η πραγματική ελευθερία πηγάζει αποκλειστικά από την αυθόρμητη και αντι-ιεραρχική αυτοοργάνωση του λαού.
Η Αστική Τάξη.
Μετά την κατάπαυση των μαχών, η γαλλική αστική τάξη χρησιμοποίησε τον κρατικό μηχανισμό για να εκδικηθεί και να εκκαθαρίσει την πόλη:
-Μαζικές συλλήψεις: Συνελήφθησαν περίπου 38.000 έως 40.000 άνθρωποι κάτω από άθλιες συνθήκες.
-Έκτακτα στρατοδικεία: Λειτούργησαν 24 στρατοδικεία, τα οποία εξέδωσαν εκατοντάδες θανατικές ποινές.
-Εκτοπισμοί: Περισσότεροι από 7.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε εξορία σε μακρινές γαλλικές αποικίες, κυρίως στη Νέα Καληδονία.
Ιδεολογική και επικοινωνιακή εκστρατεία.
Για να δικαιολογήσει τη βαρβαρότητα, η αστική τάξη επιστράτευσε τον τύπο και την προπαγάνδα της εποχής:
-Δαιμονοποίηση: Οι Κομμουνάροι παρουσιάστηκαν ως εγκληματίες, εμπρηστές, βάνδαλοι και απειλή για τον πολιτισμό.
-Απαγόρευση οργανώσεων: Η Διεθνής Ένωση Εργατών (Πρώτη Διεθνής) τέθηκε εκτός νόμου στη Γαλλία ως ο «εγκέφαλος» της εξέγερσης.
-Αστικός μετασχηματισμός του Παρισιού.
Η αντίδραση της αστικής τάξης αποτυπώθηκε και στον αστικό ιστό της πρωτεύουσας:
Η Αρχιτεκτονική αποτροπής: Η ανοικοδόμηση και η επέκταση των μεγάλων λεωφόρων (Boulevards) επιταχύνθηκαν για να διευκολύνεται η κίνηση του στρατού και του πυροβολικού, εμποδίζοντας τη μελλοντική δημιουργία οδοφραγμάτων.
Η ανέγερση της Sacré-Cœur: Η διάσημη βασιλική χτίστηκε στον λόφο της Μονμάρτρης (εκεί όπου ξεκίνησε η εξέγερση) ως σύμβολο «εξιλέωσης» για τις «αμαρτίες» της Κομμούνας και ως επίδειξη της νίκης της συντηρητικής τάξης και της εκκλησίας.
Η σκληρότητα αυτής της αντίδρασης απέδειξε, όπως ανέλυσαν μεταγενέστερα θεωρητικοί όπως ο Καρλ Μαρξ στο έργο του "Ο Εμφύλιος Πόλεμος" στη Γαλλία, ότι όταν το αστικό κράτος και η εξουσία απειλούνται πραγματικά, η άρχουσα τάξη δεν διστάζει να καταλύσει κάθε έννοια αστικής νομιμότητας προκειμένου να διατηρήσει την κυριαρχία της.
Για τη συντηρητική ιστοριογραφία, η Κομμούνα παρέμεινε ένα παράδειγμα εγκληματικής αναρχίας και χάους που απείλησε την ατομική ιδιοκτησία. Σήμερα, 150 χρόνια μετά, η γαλλική ιστορική μνήμη έχει ενσωματώσει την Κομμούνα ως κομμάτι των δημοκρατικών της αγώνων. Η Παρισινή Κομμούνα, παρά τη σύντομη διάρκειά της (μόλις 72 ημέρες), λειτούργησε ως ένα πρωτοποριακό εργαστήριο κοινωνικών και πολιτικών ιδεών. Πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που θέσπισε θεωρούνταν τότε «εγκληματικές» ή «ουτοπικές» από την αστική τάξη, αλλά σήμερα αποτελούν αυτονόητα θεμέλια των σύγχρονων δημοκρατιών.
Οι Προοδευτικές Ιδέες που Ενσωματώθηκαν στο Σύγχρονο Αστικό Δίκαιο.
Πλήρης Διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας: Η Κομμούνα κατάργησε τον προϋπολογισμό για τις θρησκευτικές λατρείες και μετέτρεψε την εκκλησιαστική περιουσία σε εθνική. Η ιδέα αυτή δικαιώθηκε επίσημα στη Γαλλία με τον ιστορικό νόμο του 1905 (Laïcité), ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα.
Δωρεάν και Κοσμική Παιδεία: Καθιερώθηκε η δωρεάν εκπαίδευση για όλα τα παιδιά, απαλλαγμένη από θρησκευτικές παρεμβάσεις, με ταυτόχρονη ίδρυση των πρώτων επαγγελματικών σχολών για γυναίκες. Η δομή αυτή αποτέλεσε τη βάση για τις μεταρρυθμίσεις του Jules Ferry τη δεκαετία του 1880.
Ισότητα των Φύλων στην Εργασία: Για πρώτη φορά θεσπίστηκε η αρχή της ίσης αμοιβής για ίση εργασία μεταξύ ανδρών και γυναικών (αρχικά για τις δασκάλες), ένα δικαίωμα που κατοχυρώθηκε στις σύγχρονες ευρωπαϊκές νομοθεσίες μόλις στα τέλη του 20ού αιώνα.
Στις 29 Νοεμβρίου του 2016 η Γαλλική Εθνοσυνέλευση (Assemblée nationale) ψήφισε μια ιστορική απόφαση (Résolution) για την επίσημη αποκατάσταση των θυμάτων της Παρισινής Κομμούνας. Το κράτος διακήρυξε την ανάγκη να αποδοθεί τιμή και αξιοπρέπεια στις γυναίκες και τους άνδρες που εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες ή καταδικάστηκαν άδικα. Αναγνωρίστηκε επίσημα ότι οι αξίες που υπερασπίστηκαν οι Κομμουνάροι (όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα και η κοσμικότητα του κράτους) αποτελούν πλέον θεμέλια της σύγχρονης Γαλλικής Δημοκρατίας. Καταδικάστηκε η κρατική καταστολή της «Ματωμένης Εβδομάδας» ως άδικη και εγκληματική. Έπρεπε να περάσουν σχεδόν 150 χρόνια για να γίνει αυτό...
Η Διεθνής.
Μπορεί η Κομμούνα να ηττήθηκε στρατιωτικά, αλλά κέρδισε την αθανασία. Μας άφησε την κόκκινη σημαία ως παγκόσμιο σύμβολο της εργατιάς και τους στίχους της «Διεθνούς», που έγραψε ο Κομμουνάρος Ευγένιος Ποτιέ καθώς κρυβόταν στις γειτονιές του Παρισιού: «Μόνοι μας θα σπάσουμε τα δεσμά μας, οι εργάτες με τα ίδια μας τα χέρια...»
Η «Διεθνής» (L'Internationale) είναι ο πιο αναγνωρίσιμος ύμνος του παγκόσμιου εργατικού, σοσιαλιστικού, κομμουνιστικού και αναρχικού κινήματος. Η γέννησή της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις στάχτες και το αίμα της Παρισινής Κομμούνας. Οι στίχοι του ύμνου γράφτηκαν από τον Ευγένιο Ποτιέ (Eugène Pottier), έναν Γάλλο εργάτη, ποιητή και εκλεγμένο μέλος της Παρισινής Κομμούνας. Ο Ποτιέ έγραψε το ποίημα τον Ιούνιο του 1871, αμέσως μετά τη «Ματωμένη Εβδομάδα». Κρυβόταν στο Παρίσι για να γλιτώσει από τις μαζικές εκτελέσεις των Βερσαλλιέρων, οι οποίοι τελικά τον καταδίκασαν ερήμην σε θάνατο. Το ποίημα ήταν ένας φόρος τιμής στην Κομμούνα και ένα κάλεσμα για την παγκόσμια ένωση των καταπιεσμένων. Για 17 χρόνια, «Η Διεθνής» υπήρχε μόνο ως ποίημα. Το 1888, ο Πιέρ Ντεγκεϊτέρ (Pierre Degeyter), ένας Βέλγος εργάτης σε εργοστάσιο και ερασιτέχνης μουσικός που ζούσε στη Λιλ της Γαλλίας, μελοποίησε το ποίημα μετά από αίτημα της χορωδίας του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Το τραγούδι έγινε αμέσως ανάρπαστο. Διαδόθηκε ταχύτατα στα εργοστάσια, στις απεργίες και στις διαδηλώσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, το τραγούδι υιοθετήθηκε ως ο επίσημος εθνικός ύμνος της Σοβιετικής Ρωσίας (και μετέπειτα της ΕΣΣΔ) από το 1918 έως το 1944. Αντικαταστάθηκε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου από τον σημερινό ρωσικό ύμνο, προκειμένου η ΕΣΣΔ να καλλιεργήσει ένα πιο εθνικό/πατριωτικό προφίλ απέναντι στους δυτικούς συμμάχους της.
Οι στίχοι της «Διεθνούς» αποτυπώνουν με ακρίβεια τα πολιτικά μέτρα και τις ιδέες που εφάρμοσε η Κομμούνα:
-Απόρριψη της εξουσίας: «Μην καρτεράτε σωτήρες, μήτε βασιλιάδες, μήτε θεούς» - αποθέωση της αυτοοργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας.
-Κατάργηση των συνόρων (Διεθνισμός): «Η Διεθνής θα γίνει η ανθρωπότητα» -η ιδέα ότι η ταξική αλληλεγγύη είναι ανώτερη από τους εθνικούς διαχωρισμούς, όπως ακριβώς η Κομμούνα είχε δώσει δικαιώματα στους ξένους υπηκόους.
Σήμερα, «Η Διεθνής» είναι μεταφρασμένη σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και τραγουδιέται θυμίζοντας σε όλο τον πλανήτη τις 72 ημέρες Ελευθερίας του Παρισιού, και εμπνέοντας εκατομμύρια ανθρώπων για μια νέα έφοδο στον Ουρανό.
Η πρώτη μετάφραση της «Διεθνούς» στα ελληνικά έγινε από τον ποιητή Ρήγα Γκόλφη (ψευδώνυμο του Δημήτρη Δημητριάδη). Δημοσιεύτηκε το 1909 στην εφημερίδα «Εργάτης» του Βόλου. Οι πρώτοι στίχοι εκείνης της πρώτης εκδοχής διέφεραν σημαντικά από τη σημερινή γνωστή μορφή και ξεκινούσαν ως εξής: «Σηκωθείτε, παιδιά, και χτυπάτε, καταφρόνια και πείνα ας σφίγγει...» Η σύγχρονη και επικρατούσα ελληνική απόδοση της «Διεθνούς» («Εμπρός της γης οι κολασμένοι...») οφείλεται στον Γιάννη Πικρό (ψευδώνυμο του φοιτητή Ιωάννη Παπαϊωάννου). Η μετάφραση αυτή παρουσιάστηκε λίγα χρόνια μετά την πρώτη απόπειρα του Ρήγα Γκόλφη, συγκεκριμένα την περίοδο 1912–1915, στο πλαίσιο της δράσης του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών. Παρά το γεγονός ότι εμφανίστηκαν και άλλες μεταφράσεις, η συγκεκριμένη εκδοχή αγκαλιάστηκε αμέσως από το ελληνικό εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Ο Πικρός δεν έκανε μια απλή, κατά λέξη μετάφραση. Κατάφερε να αποδώσει το γαλλικό «Debout ! les damnés de la terre» με τον εξαιρετικά δυναμικό και ποιητικό στίχο «Εμπρός της γης οι κολασμένοι», ο οποίος έμεινε στην ιστορία.
Της πείνας σκλάβοι εμπρός-εμπρός
Το δίκιο απ' τον κρατήρα βγαίνει
Σα βροντή σαν κεραυνός
Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
Τώρα εμείς οι ταπεινοί της γης
Που ζούσαμε στην καταφρόνια
Θα γίνουμε το παν εμείς.
Κι ας μη λείψει κανείς
Ω! Να 'τη, μας προσμένει
Στον κόσμο η Διεθνής.
Με πλάνα λόγια μας γελούν
Της γης οι δούλοι κι οι ραγιάδες
Μοναχοί τους, θα σωθούν
Για να σπάσουμε τα δεσμά μας
Για να πάψει πια η σκλαβιά
Να νιώσουν πρέπει τη γροθιά μας
Και της ψυχής μας τη φωτιά.
Ειν' η σφιγμένη μας γροθιά
Κάτω οι πολέμοι και η πατρίδα
Ζήτω, ζήτω η λευτεριά
Και αν τολμήσουν και αντικρίσουν
της ψυχής μας τους κεραυνούς
θα δούνε τότε αν μπορούνε
πως θα είναι οι σφαίρες μας για αυτούς.













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου