7/6/26

Η Σιωπή.


Το Υπαρξιακό Κενό στο Κλειστοφοβικό Αριστούργημα του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.

Το 1963, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν παραδίδει στο παγκόσμιο σινεμά τη «Σιωπή» (Tystnaden), κλείνοντας με τον πιο εμφατικό και σκοτεινό τρόπο την ανεπίσημη «τριλογία της πίστης» (μετά το «Μέσα από τον Σπασμένο Καθρέφτη» και το «Χειμωνιάτικο Φως»). Αν στις δύο προηγούμενες ταινίες η αγωνία των ηρώων πήγαζε από την αναζήτηση ενός απόμακρου Θεού, στη «Σιωπή» ο Θεός δεν είναι απλώς απών· έχει πεθάνει, αφήνοντας την ανθρωπότητα εγκλωβισμένη σε ένα βουβό, σαρκικό και πνευματικό purgatorio.

Μια Πόλη-Φάντασμα και η Γλωσσική Απομόνωση.

Η πλοκή είναι απατηλά απλή. Δύο αδελφές, η Έστερ (Ίνγκριντ Θούλιν) και η Άννα (Γκούνελ Λίντμπλομ), μαζί με τον 10χρονο γιο της δεύτερης, Γιόχαν, επιστρέφουν με τρένο στη Σουηδία. Η σοβαρή ασθένεια της Έστερ τις αναγκάζει να σταματήσουν σε μια ξένη, φανταστική πόλη, την Τιμόκα, και να καταλύσουν σε ένα τεράστιο, σχεδόν άδειο μπαρόκ ξενοδοχείο.

Η Τιμόκα, με τα τανκς να κυλούν απειλητικά στους δρόμους της, βρίσκεται στα πρόθυρα ενός απροσδιόριστου πολέμου. Το πιο τρομακτικό της χαρακτηριστικό, όμως, είναι η γλώσσα της. Μια γλώσσα εντελώς ακατανόητη για τις δύο γυναίκες, την οποία επινόησε ο ίδιος ο Μπέργκμαν για τις ανάγκες της ταινίας. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί αυτό το εύρημα για να απογυμνώσει τους χαρακτήρες του από το βασικότερο εργαλείο ανθρώπινης σύνδεσης. Όταν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους, η επικοινωνία καταρρέει και οι ήρωες έρχονται αντιμέτωποι με την απόλυτη μοναξιά.


Το Δίπολο της Ανθρώπινης Φύσης: Πνεύμα εναντίον Σάρκας.

Η ταινία δομείται πάνω στην ψυχολογική και σχεδόν κανιβαλιστική σύγκρουση των δύο αδελφών, οι οποίες λειτουργούν ως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος:

Η Έστερ αντιπροσωπεύει το πνεύμα και τη διάνοια. Είναι μεταφράστρια –ειρωνικό, αν σκεφτεί κανείς ότι αδυνατεί να μεταφράσει τον ίδιο της τον εαυτό–, ορθολογίστρια, αλλά σωματικά ανήμπορη και συναισθηματικά στερημένη.

Η Άννα αντιπροσωπεύει τη σάρκα και το ένστικτο. Είναι μια γυναίκα που ελκύεται από την καθαρή σεξουαλικότητα, αναζητώντας στα σώματα των ξένων μια διέξοδο από την ασφυκτική παρουσία της αδελφής της.Η σχέση τους είναι βαθιά νευρωτική, γεμάτη ανείπωτο μίσος, ζήλια, αλλά και μια λανθάνουσα, σχεδόν αιμομικτική εξάρτηση. Ο Μπέργκμαν δεν χαρίζεται σε καμία. Κλεισμένες στα δωμάτια του ξενοδοχείου, οι δύο γυναίκες βασανίζουν η μία την άλλη με τη σιωπή τους ή με τις βίαιες εξομολογήσεις τους.

Το Αθώο Βλέμμα μέσα στον Παράλογο Κόσμο.

Ανάμεσα σε αυτό το ψυχικό πεδίο μάχης κινείται ο μικρός Γιόχαν. Οι περιπλανήσεις του παιδιού στους ατελείωτους, δαιδαλώδεις διαδρόμους του ξενοδοχείου αποτελούν μερικές από τις πιο υποβλητικές σκηνές της ταινίας. Ο Γιόχαν παρατηρεί τον κόσμο των ενηλίκων χωρίς να τον κατανοεί πλήρως, αλλά νιώθοντας όλη τη σήψη του.

Η συνάντησή του με μια ομάδα νάνων καλλιτεχνών που διαμένουν στο ξενοδοχείο εισάγει ένα στοιχείο σουρεαλισμού, θυμίζοντας έντονα το σινεμά του Φελίνι. Είναι μια απόπειρα του παιδιού να βρει ζεστασιά και παιχνίδι σε έναν κόσμο που έχει παγώσει.

Η Οπτική Ιδιοφυΐα των Μπέργκμαν και Νίκβιστ.

Οπτικά, η «Σιωπή» είναι ένα κομψοτέχνημα του εξπρεσιονισμού. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Σβεν Νίκβιστ είναι συγκλονιστική. Οι έντονες αντιθέσεις του φωτός και της σκιάς, τα ασφυκτικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστριών και η γεωμετρική χρήση των χώρων του ξενοδοχείου δημιουργούν μια ατμόσφαιρα εφιαλτικής ομορφιάς. Κάθε κάδρο αποπνέει ιδρώτα, ασθένεια και υπαρξιακό βάρος.

Παράλληλα, η ταινία δικαιολογεί τον τίτλο της και στον ηχητικό σχεδιασμό. Η μουσική απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά (με εξαίρεση ένα κομμάτι του Μπαχ στο ραδιόφωνο). Τη θέση της παίρνουν οι φυσικοί ήχοι: το στάξιμο του νερού, το λαχάνιασμα της άρρωστης Έστερ, ο μακρινός θόρυβος των τρένων. Η ίδια η σιωπή γίνεται ένας αυτόνομος, απειλητικός χαρακτήρας.

Ένα Παγκόσμιο Σκάνδαλο και η Απαγόρευση στην Ελλάδα.

Η ωμότητα με την οποία ο Μπέργκμαν αποτύπωσε τη γυναικεία σεξουαλικότητα προκάλεσε πρωτοφανείς τριγμούς στις διεθνείς επιτροπές λογοκρισίας. Σκηνές όπως ο αυνανισμός της Έστερ ή η ερωτική συνεύρεση της Άννας με έναν ξένο σε ένα θέατρο θεωρήθηκαν εξαιρετικά προκλητικές για τα δεδομένα του 1963. Στη Γερμανία, την Αγγλία και τις ΗΠΑ το φιλμ προβλήθηκε μόνο μετά από αυστηρές περικοπές, ενώ ακόμη και στη Σουηδία ξέσπασε έντονη πολιτική διαμάχη.

Στην Ελλάδα, η ταινία είχε ακόμη πιο σκληρή μοίρα. Κατά την πρώτη της κυκλοφορία το 1964, η κρατική Επιτροπή Ελέγχου Κινηματογραφικών Ταινιών απαγόρευσε ολοκληρωτικά την προβολή της. Μέσα στο βαθιά συντηρητικό κοινωνικοπολιτικό κλίμα της δεκαετίας του '60, το έργο κρίθηκε ότι παραβιάζει κατάφωρα τους νόμους περί «προστασίας των δημοσίων ηθών». Δεν ήταν όμως μόνο το γυμνό που σόκαρε τους εγχώριους λογοκριτές, αλλά και η ίδια η υπαρξιακή σκοτεινιά του φιλμ. Η παρουσία μιας ανθρωπότητας βυθισμένης στα ένστικτά της, χωρίς καμία ηθική δικαίωση ή παραδοσιακή θρησκευτική αξία, ήταν κάτι που η ελληνική κοινωνία της εποχής δεν ήταν έτοιμη να αποδεχτεί. Χρειάστηκε να έρθουν τα χρόνια της Μεταπολίτευσης για να αποκατασταθεί το φιλμ και να προβληθεί ελεύθερα στις ελληνικές αίθουσες.

Το «Λεξικό Επιβίωσης» στο Φινάλε.

Παρά τη διάχυτη απελπισία, ο Μπέργκμαν κλείνει το έργο του με μια σκηνή βαθιάς σημειολογίας. Η Έστερ, καθηλωμένη στο κρεβάτι του ξενοδοχείου, αφήνει στον μικρό Γιόχαν ένα γράμμα πριν εκείνος επιβιβαστεί στο τρένο της επιστροφής με τη μητέρα του. Στο χαρτί αυτό έχει καταγράψει μερικές μεταφράσεις από την ακατανόητη γλώσσα της Τιμόκα.

Καθώς το τρένο ξεκινά, ο Γιόχαν κοιτάζει το σημείωμα και διαβάζει ψιθυριστά τις δύο λέξεις-κλειδιά που του κληροδότησε η θεία του:

«Hadjek», που σημαίνει Ψυχή (ή Πνεύμα).

«Kasi», που σημαίνει Φόβος (ή Αγωνία).

Η επιλογή αυτών των δύο συγκεκριμένων εννοιών δεν είναι τυχαία. Σε έναν κόσμο όπου οι ενήλικες έχουν χάσει την ικανότητα να επικοινωνούν ουσιαστικά, η Έστερ παραδίδει στο παιδί τα πιο θεμελιώδη εργαλεία για να κατανοήσει την ανθρώπινη κατάσταση. Του προσφέρει μια πυξίδα.


Συμπέρασμα.

Έξι δεκαετίες μετά, η «Σιωπή» παραμένει μια από τις πιο ριζοσπαστικές, μοντέρνες και θαρραλέες στιγμές του δημιουργού της. Δεν είναι μια εύκολη ταινία, ούτε προσφέρει φθηνή κάθαρση. Είναι μια κλινική μελέτη της ανθρώπινης αποξένωσης.

Μέσα από τις σημειώσεις της Έστερ και το βλέμμα του Γιόχαν, ο Μπέργκμαν μας αφήνει τελικά με μια μικρή, αμυδρή ελπίδα: μας θυμίζει ότι, ακόμη και στο απόλυτο σκοτάδι της υπαρξιακής μοναξιάς, η προσπάθεια για επικοινωνία και η αναγνώριση της ψυχής είναι τα μόνα πράγματα που μας κρατούν ανθρώπινους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: