Υπάρχουν λέξεις που δεν περιγράφουν απλώς μια κατάσταση, αλλά μια μετατόπιση του κόσμου.
«Σούρα» δεν είναι μόνο μέθη. Είναι η στιγμή που η γλώσσα αρχίζει να λυγίζει, σαν να μην αντέχει άλλο την ευθύγραμμη πειθαρχία της λογικής. Είναι ένα ρήγμα στην καθημερινή γεωμετρία: τα τραπέζια γίνονται λίγο πιο μεγάλα, οι φωνές λίγο πιο μακριές, τα πρόσωπα λίγο πιο γνώριμα ή επικίνδυνα από όσο είναι πραγματικά.
«Σουρωμένος» είναι το υποκείμενο αυτής της ρωγμής. Δεν είναι απλώς κάποιος που έχει πιει. Είναι κάποιος που έχει παραχωρήσει ένα μέρος της βαρύτητάς του στον αέρα. Το σώμα μένει εδώ, αλλά η βαρύτητα της πρόθεσης ταξιδεύει αλλού. Μιλά και ακούει μέσα από ένα φίλτρο που δεν είναι ούτε πλήρως θόρυβος ούτε πλήρως διαύγεια -είναι μια ενδιάμεση φυσική κατάσταση της συνείδησης.
Στη «σούρα» ο χρόνος χάνει τη μονάδα μέτρησής του. Δεν κυλά· παλινδρομεί. Μια στιγμή μπορεί να απλωθεί σαν θάλασσα, ενώ η επόμενη να χαθεί χωρίς ίχνος, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Οι συνομιλίες δεν έχουν αρχή και τέλος, αλλά κύκλους: επιστρέφουν στο ίδιο σημείο με μικρές παραλλαγές, όπως μύθος που διηγείται τον εαυτό του ξανά και ξανά μέχρι να ξεχάσει την προέλευσή του.
Και όμως, μέσα σε αυτή την απορρύθμιση, υπάρχει μια παράξενη ειλικρίνεια. Ο «σουρωμένος» άνθρωπος συχνά δεν προσποιείται. Δεν κρατά τη λεπτή κοινωνική αρχιτεκτονική όρθια με ακρίβεια. Αφήνει να φανούν τα κενά, οι υπερβολές, οι ρωγμές της καθημερινής ταυτότητας. Είναι σαν η προσωπικότητα να χαλαρώνει τους κόμπους της και να επιτρέπει σε κάτι πιο άτακτο, πιο αληθινό ή απλώς πιο γυμνό να αναδυθεί.
Αλλά η σούρα δεν είναι ελευθερία χωρίς κόστος. Είναι μια προσωρινή αναστολή της ευθύνης της μορφής. Και κάθε αναστολή αφήνει πίσω της ένα ίχνος: ένα πρωί πιο βαρύ, μια μνήμη που δεν θυμάται αν είναι γεγονός ή φαντασία, μια αίσθηση ότι κάτι ειπώθηκε που δεν έπρεπε ή δεν ειπώθηκε ενώ έπρεπε.
Ίσως, τελικά, η «σούρα» να είναι μια μικρή φιλοσοφική άσκηση χωρίς πρόθεση: μια εμπειρική απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν αντέχει πάντα την καθαρότητα της συνείδησης. Και ότι, για λίγο, επιθυμεί να γίνει θολός -όχι για να χαθεί, αλλά για να δει τον εαυτό του από μια άλλη, ασταθή γωνία.
Και όταν επιστρέφει η διαύγεια, δεν επιστρέφει ποτέ ακριβώς ο ίδιος κόσμος. Μόνο η ανάμνηση ότι ο κόσμος, για λίγο, έλιωσε σαν ποτήρι στο φως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου