Στο Παρίσι υπάρχει μια ώρα της ημέρας που δεν ανήκει ούτε στο πρωί ούτε στο απόγευμα. Είναι εκείνη η στιγμή που τα αντικείμενα αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν να θυμούνται κάτι που δεν τους έχει συμβεί ακόμη.
Σε αυτή την ώρα, το γαλλικό νύχι αποφασίζει ότι δεν είναι πια νύχι αλλά μικρή αρχιτεκτονική πρόσοψη. Λευκή γραμμή σαν μπαλκόνι, ροζ επιφάνεια σαν διαμέρισμα όπου κατοικεί η υπομονή. Κάθε δάχτυλο και μια πολυκατοικία κομψότητας που νοικιάζεται μόνο σε σιωπές.
Το παγωτό, από την άλλη, έχει άλλες φιλοδοξίες. Δεν θέλει να μείνει παγωτό. Θέλει να γίνει ποτάμι που ξεχνά ότι ξεκίνησε από χωνάκι. Σταγόνες πέφτουν στο πεζοδρόμιο και σχηματίζουν μικρούς χάρτες από μέλλοντα που δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.
Και το Παρίσι παρακολουθεί χωρίς να σχολιάζει, σαν παλιός μάγος που έχει δει τόσα κόλπα ώστε δεν ξεχωρίζει πια την πραγματικότητα από την πρόβα της.
Στη Μονμάρτη, ένας ζωγράφος σχεδιάζει έναν Πύργο του Άιφελ που λυγίζει ελαφρά, όχι από λάθος αλλά από διακριτική συμφωνία με τον άνεμο. Ο πύργος δεν αντιδρά. Οι σιδερένιες σκέψεις του έχουν μάθει να δέχονται την υπερβολή ως καθημερινότητα.
Σε ένα τραπεζάκι, μια γυναίκα κοιτά τα νύχια της. Το γαλλικό νύχι της αρχίζει να συμπεριφέρεται σαν μικρή γραμμή συνόρων ανάμεσα σε δύο χώρες: την τάξη και την επιθυμία να χαθεί η τάξη. Από την άλλη, το παγωτό της έχει ήδη παραιτηθεί από τη μορφή του και διαπραγματεύεται με τη βαρύτητα σαν διπλωμάτης που ξέχασε ποιο κράτος εκπροσωπεί.
«Είναι όλα λίγο υπερβολικά εδώ», λέει ένας περαστικός που δεν υπάρχει, αλλά ακούγεται καθαρά.
Και το Παρίσι απαντά χωρίς στόμα: δεν είμαι υπερβολή. Είμαι η φυσική κατάσταση των πραγμάτων όταν σταματούν να ζητούν άδεια για να ονειρευτούν.
Το γαλλικό νύχι συνεχίζει να κρατά το σχήμα του, σαν υπόσχεση που δεν χρειάζεται αποδέκτη. Το παγωτό συνεχίζει να εξαφανίζεται, σαν ανάμνηση που αρνείται να γίνει σταθερή.
Και κάπου ανάμεσα στα δύο, το Παρίσι κάνει αυτό που πάντα κάνει καλύτερα: μετατρέπει την ασυνέπεια σε κομψότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου