Ο ήλιος του θερινού ηλιοστασίου δεν είναι απλώς φως· είναι μια στιγμή που η μέρα στέκεται ακίνητη, σαν να αμφιβάλλει για το αν πρέπει να προχωρήσει προς το σκοτάδι.
Στο απόγειό του δεν καίει μόνο τη γη, αλλά και την ιδέα του χρόνου. Οι σκιές μικραίνουν τόσο, ώστε μοιάζουν να αποσύρονται μέσα στα ίδια τα πράγματα που τις γεννούν. Κάθε πέτρα γίνεται πιο παλιά, κάθε φύλλο πιο διαφανές, σαν να θυμάται για λίγο την πρώτη του μορφή.
Και έπειτα -σχεδόν ανεπαίσθητα- αρχίζει η επιστροφή. Όχι σαν πτώση, αλλά σαν μυστική συμφωνία: ότι το φως, για να υπάρχει, πρέπει κάποτε να μάθει και την αποχώρηση.
Το θερινό ηλιοστάσιο είναι η κορυφή όπου ο ήλιος δεν ανεβαίνει άλλο· εκεί όπου η μέγιστη λάμψη αγγίζει τη λεπτή της ακινησία, πριν γίνει ξανά δρόμος προς τη νύχτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου