Η βόλτα της αλεπούς δεν είχε προορισμό· είχε μόνο ρυθμό.
Ξεκίνησε όταν ο ήλιος είχε ήδη χαμηλώσει λίγο, σαν να βαριόταν κι εκείνος να μείνει ψηλά. Τα μονοπάτια του χωριού μύριζαν χώμα και ξεχασμένες κινήσεις ανθρώπων: βήματα που έγιναν συνήθεια, πόρτες που έκλεισαν χωρίς να ακουστούν.
Η αλεπού δεν βιαζόταν. Δεν ρωτούσε το δάσος αν την δέχεται, ούτε το χωράφι αν της ανήκει. Περνούσε ανάμεσα στα όρια σαν να ήταν πάντα διάφανα. Ένα σπουργίτι σηκώθηκε απότομα, αλλά εκείνη δεν άλλαξε πορεία· είχε μάθει πως ο φόβος των άλλων δεν είναι οδηγός.
Πέρασε κοντά στο ποτάμι, όχι για να πιει, αλλά για να θυμηθεί ότι το νερό δεν σταματά ποτέ να φεύγει. Το παρατήρησε όπως παρατηρεί κανείς μια σκέψη που δεν του ανήκει αλλά τον αφορά.
Στάθηκε για λίγο κάτω από μια ιτιά. Δεν ζήτησε σκιά· η σκιά απλώς της δόθηκε. Και εκεί, για μια στιγμή, η βόλτα έμοιασε με κάτι πιο αργό από το περπάτημα- με μια σιωπηλή συνομιλία με τον κόσμο χωρίς ερωτήσεις και χωρίς απαντήσεις.
Όταν ξανακίνησε, δεν υπήρχε τίποτα για να επιστρέψει. Γιατί η βόλτα της αλεπούς δεν ήταν διαδρομή. Ήταν τρόπος να υπάρχει μέσα στο φευγαλέο, χωρίς να το κρατά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου