Το δωμάτιο ήταν μικρό. Τόσο μικρό που έμοιαζε να χωρά μόνο τα απολύτως απαραίτητα: ένα κρεβάτι, ένα ξύλινο τραπέζι και ένα παράθυρο. Όμως το παράθυρο άξιζε όσο ένα παλάτι.
Έβλεπε στη θάλασσα.
Κάθε απόγευμα, την ώρα που ο ήλιος κατηφόριζε προς τη δύση, το δωμάτιο μεταμορφωνόταν. Οι λευκοί τοίχοι έπαιρναν το χρώμα του μελιού, τα σεντόνια γίνονταν χρυσά και το πάτωμα έμοιαζε να φωτίζεται από μια αόρατη φωτιά.
Ο ένοικός του είχε έρθει εκεί για να ξεχάσει. Όπως πολλοί άνθρωποι ταξιδεύουν για να θυμηθούν, εκείνος ταξίδεψε για το αντίθετο. Είχε μαζί του λίγα ρούχα, μερικά βιβλία και μια σιωπή που ζύγιζε περισσότερο από τις αποσκευές του.
Τις πρώτες ημέρες παρατηρούσε απλώς τη θάλασσα. Τα κύματα έρχονταν και έφευγαν με την επιμονή μιας σκέψης που αρνείται να πεθάνει. Κάποτε πίστευε ότι η ζωή προχωρά σαν δρόμος. Από το παράθυρο εκείνου του δωματίου κατάλαβε πως μοιάζει περισσότερο με θάλασσα: επιστρέφει συνεχώς στα ίδια σημεία χωρίς ποτέ να είναι η ίδια.
Ένα βράδυ, καθώς ο ήλιος βυθιζόταν στον ορίζοντα, τον κυρίευσε μια παράξενη ιδέα.
Η δύση δεν είναι τέλος.
Είναι απλώς η στιγμή που το φως περνά στην άλλη πλευρά του κόσμου.
Σκέφτηκε τότε πόσα πράγματα είχε θεωρήσει χαμένα. Ανθρώπους που έφυγαν, όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, δρόμους που δεν ακολούθησε. Ίσως τίποτε να μην χάνεται πραγματικά. Ίσως όλα να συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου πέρα από τον ορίζοντα της δικής μας θέας.
Το δωμάτιο έγινε παρατηρητήριο. Η θάλασσα έγινε βιβλίο. Και η δύση έγινε δάσκαλος.
Κάθε βράδυ ο ήλιος έπεφτε μέσα στο νερό σαν χρυσό νόμισμα που το ρίχνει κάποιος σε πηγάδι κάνοντας μια μυστική ευχή. Κι εκείνος, χωρίς να το καταλαβαίνει, άρχισε να αλλάζει. Όχι επειδή βρήκε απαντήσεις, αλλά επειδή έμαθε να αγαπά τα ερωτήματα.
Την τελευταία ημέρα άφησε το παράθυρο ανοιχτό.
Η θάλασσα είχε το χρώμα του ατσαλιού και ο ουρανός καιγόταν ακόμη από τα τελευταία ίχνη του ήλιου. Το δωμάτιο πίσω του ήταν άδειο. Σχεδόν όπως όταν είχε φτάσει.
Σχεδόν.
Γιατί τώρα γνώριζε κάτι που δεν ήξερε πριν.
Ότι μερικές φορές ένα δωμάτιο με θέα στη θάλασσα δεν είναι τόπος διαμονής. Είναι μια στάση ανάμεσα σε δύο εκδοχές του εαυτού μας.
Και η δύση δεν είναι το τέλος της ημέρας.
Είναι η υπόσχεση ότι κάπου, πέρα από τη γραμμή όπου τελειώνει η θάλασσα, ένα άλλο ξημέρωμα έχει ήδη αρχίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου