Ο μεταφυσικός συγκλονισμός μιας πνευματικής διαθήκης.
Η «Γκέμμα» (1997) δεν είναι ένα συνηθισμένο φιλοσοφικό δοκίμιο. Αποτελεί το κύκνειο άσμα του καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη, ένα έργο που γράφτηκε με τη συνείδηση ενός ανθρώπου που είχε ήδη αποφασίσει την προσωπική του «έξοδο». Ο τίτλος, δανεισμένος από τη λατινική λέξη "gemma" (πολύτιμος λίθος/ οφθαλμός), προϊδεάζει τον αναγνώστη για ένα έργο-κόσμημα, αλλά και για μια νέα, διεισδυτική ματιά στην ανθρώπινη ύπαρξη.
Τι Πραγματεύεται το Βιβλίο.
Το βιβλίο διαρθρώνεται σε κεφάλαια που λειτουργούν ως αυτόνομα αλλά οργανικά συνδεδεμένα δοκίμια. Ο Λιαντίνης θέτει στο μικροσκόπιο τα πανανθρώπινα, θεμελιώδη ζητήματα της ύπαρξης, προσεγγίζοντάς τα μέσα από τέσσερις κεντρικούς άξονες:
Την έννοια του Θεού και της Θρησκείας: Ο συγγραφέας αποδομεί τις παραδοσιακές θρησκείες, χαρακτηρίζοντάς τες ως ανθρώπινα κατασκευάσματα που γεννήθηκαν από τον φόβο του θανάτου. Αναλύει την πνευματική σύγχυση του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος εγκλωβίζεται ανάμεσα σε μια τυφλή πίστη και μια στείρα αθεΐα: «Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο».
Το Αρχαιοελληνικό Πνεύμα έναντι του Δυτικού Πολιτισμού: Πραγματεύεται την ανάγκη επιστροφής στην ορθολογική, φυσιοκρατική και τραγική θεώρηση των αρχαίων Ελλήνων. Υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός πάσχει από μια πνευματική «σχιζοφρένεια», καθώς έχει αποκοπεί από τους νόμους της φύσης και την καθαρή αλήθεια: «Το θαύμα των Ελλήνων είναι ότι αντίκρισαν το σκοτάδι χωρίς να τυφλωθούν.»
Το δίπολο Έρωτας και Θάνατος: Εξετάζει αυτές τις δύο δυνάμεις ως τις πιο ισχυρές και αλληλένδετες στη φύση. Ο έρωτας παρουσιάζεται ως μια ορμή δημιουργίας και ένωσης, ενώ ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται με τρόμο ή μεταφυσική ελπίδα, αλλά ως μια απόλυτη φυσική νομοτέλεια που δίνει νόημα και αξία στην ίδια τη ζωή: «Ο έρωτας είναι η ύστατη προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει τον θάνατο.»
Την Προσωπική και Συλλογική «Έξοδο»: Στο εμβληματικό κεφάλαιο «Εδώ Μεσολόγγι», ο Λιαντίνης πραγματεύεται την έννοια της ηρωικής και συνειδητής αποχώρησης. Παραλληλίζει την ιστορική έξοδο του Μεσολογγίου με την ανάγκη του ανθρώπου να πεθάνει όρθιος, προαναγγέλλοντας έτσι τη δική του αυτοθέλητη εξαφάνιση.
«Έζησα την αλήθεια.»
Ύφος και Γλώσσα.
Το μεγαλύτερο όπλο της «Γκέμμας» είναι η γλώσσα της. Ο Λιαντίνης εγκαταλείπει τη στεγνή, ακαδημαϊκή ορολογία. Γράφει με ένα ύφος λυρικό, ποιητικό, σχεδόν προφητικό. Η χρήση της γλώσσας είναι ρωμαλέα, γεμάτη ζωντανές εικόνες, μεταφορές και ρυθμό που καθηλώνει. Ο λόγος του δεν απευθύνεται μόνο στη λογική, αλλά χτυπά απευθείας στο συναίσθημα και το ένστικτο του αναγνώστη, προκαλώντας αυτό που ο ίδιος ονομάζει «μεταφυσικό ρίγος».
Κριτική Αποτίμηση.
Το έργο πετυχαίνει κάτι σπάνιο: σοκάρει και αφυπνίζει. Δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να παραμείνει παθητικός. Η σκληρή ειλικρίνεια με την οποία αντιμετωπίζει τον θάνατο είναι ταυτόχρονα τρομακτική και λυτρωτική. Το μοναδικό σημείο που ίσως προβληματίσει είναι η έντονη, σχεδόν απόλυτη δογματικότητα με την οποία ο συγγραφέας εκφέρει τις κρίσεις του, καθώς και η τάση του να εξιδανικεύει τον αρχαίο κόσμο. Ωστόσο, αυτή η απόλυτη στάση είναι που προσδίδει στο βιβλίο τη μοναδική του ένταση.
Συμπέρασμα.
Η «Γκέμμα» είναι μια πνευματική διαθήκη. Είναι ένα βιβλίο-καθρέφτης, όπου ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος με τις δικές του αλήθειες και τους δικούς του φόβους. Δεν είναι ένα ανάγνωσμα για να περάσει η ώρα, αλλά μια εμπειρία που, αν την αφήσεις, θα σε αλλάξει. Αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά και ιδιότυπα κείμενα της σύγχρονης νεοελληνικής γραμματείας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου