30/6/26

«Αν δε φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις...»

 

Η πανσέληνος πέφτει πάνω στη θάλασσα σαν αργή αποκάλυψη. Δεν φωτίζει τον κόσμο· τον κάνει διάφανο. Τα πράγματα χάνουν το βάρος της ημέρας και μένουν μόνο ως ίχνη: άμμος, νερό, σιωπή.

Στην ακρογιαλιά, η φωτιά ανασαίνει μέσα στα ξύλα. Δεν είναι πια ανάγκη· είναι τελετουργία. Κάθε φλόγα ανεβαίνει σαν σκέψη που δεν πρόλαβε να γίνει λέξη, και κάθε κάρβουνο που μένει πίσω θυμίζει κάτι που έζησε περισσότερο απ’ όσο άντεξε.

Και τότε ακούγεται ο στίχος του τραγουδιού, όχι σαν μουσική υπόκρουση αλλά σαν νόμος της στιγμής: «Αν δε φαντάζεσαι φωτιές, με κάρβουνα μην παίζεις...»

Γιατί εδώ, τίποτα δεν είναι ουδέτερο. Ούτε το κάρβουνο, ούτε η μνήμη του. Ό,τι έχει καεί κουβαλά ακόμη τη δυνατότητα της φλόγας, και όποιος το αγγίζει χωρίς να το καταλαβαίνει, μπερδεύει το υπόλειμμα με το παιχνίδι.

Η πανσέληνος, από ψηλά, δεν παρεμβαίνει. Είναι μια άλλη τάξη φωτός, ψυχρή και πλήρης, που δεν συμμετέχει αλλά αποκαλύπτει. Δίπλα της, η φωτιά επιμένει θερμή, ατελής, ανθρώπινη. Δύο τρόποι να υπάρχει το φως: ο ένας χωρίς σώμα, ο άλλος με καύση.

Και ανάμεσά τους, η ακρογιαλιά κρατά τη μετάβαση. Η θάλασσα σβήνει και αναπλάθει τα πάντα, σαν να δοκιμάζει ξανά και ξανά την ισορροπία ανάμεσα στο τέλος και στην αρχή.

Εκεί, η νύχτα δεν είναι η απουσία της ημέρας. Είναι η συνύπαρξη δύο φωτεινών αντιφάσεων που δεν συμφωνούν, αλλά δεν μπορούν και να χωρίσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: