Τα πρώτα κεράσια εμφανίζονται πάντα σαν λάθος της εποχής. Σαν να βιάστηκε ο κόσμος να κοκκινίσει πριν προλάβει να εξηγήσει τον εαυτό του.
Κάτω από το φύλλωμα, το φως τα βρίσκει διστακτικά, σαν να μην είναι βέβαιο αν πρέπει να τα αποκαλύψει ή να τα κρατήσει μυστικά. Κι όμως, εκείνα δεν αντιστέκονται. Κρέμονται με μια ήρεμη επιμονή, σαν μικρές σταγόνες που αποφάσισαν να γίνουν ύλη.
Ο άνθρωπος που τα κόβει για πρώτη φορά της χρονιάς νιώθει πάντα μια μικρή ενοχή. Σαν να διακόπτει κάτι που μόλις άρχισε να συμβαίνει. Το κοτσάνι σπάει εύκολα, αλλά όχι χωρίς αντίσταση· σαν να λέει πως τίποτα δεν ωριμάζει χωρίς απώλεια.
Η γεύση τους δεν είναι ποτέ απλώς γλυκιά. Έχει μέσα της μια σκιά από ανεκπλήρωτο χρόνο, μια υπόμνηση ότι η άνοιξη δεν κρατά πολύ και ακριβώς γι’ αυτό έχει νόημα.
Κι όταν τελειώσουν τα πρώτα κεράσια, αυτό που μένει δεν είναι η γεύση τους. Είναι η αίσθηση ότι για λίγο ο κόσμος συμφώνησε να γίνει κόκκινος -και μετά το ξανασκέφτηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου