Η διαβρωτική δύναμη της δύσης δεν είναι ποτέ μόνο γεωλογική.
Είναι το φως που υποχωρεί χωρίς να αντιστέκεται. Μια ήπια αποσύνθεση του ορατού, σαν ο κόσμος να χάνει σιγά-σιγά το περίγραμμά του μέσα σε χρυσές αποχρώσεις. Η δύση δεν σπάει τα πράγματα· τα λειαίνει μέχρι να μοιάζουν αναμνήσεις.
Στα βράχια της ημέρας, το φως πέφτει σαν νερό που ξέρει ήδη το τέλος του. Δεν χαράζει δρόμους· τους σβήνει. Κι έτσι, η πραγματικότητα αρχίζει να αποκτά την υφή της φθοράς, σαν να θυμάται ότι ήταν κάποτε πιο απότομη, πιο αιχμηρή, πιο σίγουρη για τον εαυτό της.
Η δύση έχει τη δική της γεωλογία. Όχι από πέτρα και άμμο, αλλά από απώλεια.
Διαβρώνει τα σχήματα χωρίς να τα αγγίζει, απλώς με την υπόσχεση ότι θα τα πάρει μαζί της στο σκοτάδι. Κάθε αντικείμενο γίνεται λίγο πιο άυλο, λίγο πιο μεταφυσικό, σαν να απομακρύνεται από την ύλη του.
Κι έτσι, αυτό που μένει δεν είναι το τοπίο, αλλά η εκδοχή του που επιβίωσε από το φως. Μια ήσυχη παραμόρφωση του κόσμου, όπου η ομορφιά δεν αντέχει παρά μόνο ως κάτι που ήδη φεύγει.
Η δύση, τελικά, είναι η πιο κομψή μορφή διάβρωσης: δεν καταστρέφει τον κόσμο· τον κάνει να ξεχνά πώς ήταν πριν από λίγο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου