Κάθε πρωί καθόμουν στο ίδιο καφενείο, στην ίδια γωνία, δίπλα στο ίδιο παράθυρο. Δεν είχα κάποια ιδιαίτερη προτίμηση για το μέρος· απλώς, μετά από χρόνια, η συνήθεια είχε γίνει πιο ισχυρή από την επιθυμία.
Έξω απλωνόταν μια μικρή πλατεία. Τίποτε αξιοσημείωτο δεν συνέβαινε εκεί. Μερικοί περαστικοί, λίγα δέντρα, ένα σιντριβάνι που συχνά δεν λειτουργούσε. Και τα περιστέρια.
Δεν ξέρω πότε ακριβώς άρχισα να τα παρατηρώ. Ίσως τη μέρα που κατάλαβα πως οι άνθρωποι κουράζουν περισσότερο από τα πουλιά. Ίσως τη μέρα που ανακάλυψα ότι τα περιστέρια δεν προσποιούνται ποτέ ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Ένα από αυτά ξεχώριζε. Δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο χρώμα ούτε κάποια παράξενη κίνηση. Ήταν απλώς εκεί κάθε μέρα. Ερχόταν λίγο μετά τις εννέα, περπατούσε γύρω από το σιντριβάνι και έπειτα στεκόταν για λίγα λεπτά κοιτάζοντας προς το καφενείο.
Με τον καιρό άρχισα να το περιμένω.
Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή η ζωή μου είχε γίνει τόσο προβλέψιμη, ώστε ακόμη και η παρουσία ενός περιστεριού έμοιαζε με γεγονός.
Ένα πρωί δεν εμφανίστηκε.
Κοίταξα την πλατεία με μια παράξενη ανησυχία. Η θέση του ήταν άδεια. Τα άλλα περιστέρια ήταν εκεί, μα αυτό έλειπε. Για πρώτη φορά κατάλαβα πόσο εύκολα η απουσία μεταμορφώνει κάτι ασήμαντο σε αναγκαίο.
Την επόμενη μέρα πάλι δεν ήρθε.
Και τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως ποτέ δεν υπήρξε στ’ αλήθεια. Ίσως να είχα επινοήσει την ιδιαιτερότητά του για να δώσω σχήμα στις ώρες μου. Ίσως κάθε άνθρωπος χρειάζεται ένα περιστέρι για να αντέξει τη μονοτονία του χρόνου.
Πέρασαν εβδομάδες.
Κάποιο απόγευμα, καθώς ο ήλιος έγερνε πάνω από τις στέγες, το είδα ξανά. Καθόταν στο χείλος του σιντριβανιού σαν να μην είχε λείψει ούτε μια μέρα.
Ένιωσα μια παράλογη ανακούφιση.
Κι όμως, την ίδια στιγμή κατάλαβα κάτι που με λύπησε. Δεν είχα χαρεί επειδή επέστρεψε το περιστέρι. Είχα χαρεί επειδή επέστρεψε ένα κομμάτι του εαυτού μου που είχα αφήσει επάνω του.
Το πουλί πέταξε.
Το ακολούθησα με το βλέμμα ώσπου χάθηκε ανάμεσα στις στέγες.
Και τότε σκέφτηκα ότι όλοι μας είμαστε περιστέρια στην πλατεία κάποιου άλλου. Κάποιος μας παρατηρεί, μας ξεχωρίζει χωρίς να το γνωρίζουμε, μας φορτώνει με νοήματα που δεν μας ανήκουν. Κι όταν φύγουμε, δεν του λείπουμε εμείς· του λείπει ο εαυτός του όπως τον είχε τοποθετήσει επάνω μας.
Το βράδυ έκλεισα το βιβλίο που δεν είχα διαβάσει, πλήρωσα τον καφέ που δεν είχα απολαύσει και βγήκα στον δρόμο.
Η πλατεία ήταν άδεια.
Μόνο ο ουρανός έμενε από πάνω της, αδιάφορος και ατελείωτος, σαν μια σκέψη που κανείς δεν πρόκειται ποτέ να ολοκληρώσει. Και μέσα σε εκείνη την απεραντοσύνη, τα περιστέρια είχαν ήδη χαθεί -όπως χάνονται οι μέρες, οι άνθρωποι και οι ζωές: όχι αφήνοντας πίσω τους ένα νόημα, αλλά μια σιωπή που μοιάζει με νόημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου