Όταν Έκλαψε ο Νίτσε: Το Υπαρξιακό Αριστούργημα του Irvin Yalom.
Τι συμβαίνει όταν η βαθιά, αντισυμβατική φιλοσοφία συναντά τη γέννηση της ψυχοθεραπείας; Το μυθιστόρημα «Όταν έκλαψε ο Νίτσε» (When Nietzsche Wept) του κορυφαίου ψυχιάτρου Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας πνευματικός σταθμός στη σύγχρονη λογοτεχνία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν προσφέρει απλώς μια καθηλωτική ιστορία, αλλά αναγκάζει τον αναγνώστη να κοιτάξει κατάματα τα δικά του υπαρξιακά σκοτάδια. Αλλάζει κυριολεκτικά τον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή, τον θάνατο και την ελευθερία.
Το βιβλίο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '90 και κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στις ΗΠΑ το 1992 από τον εκδοτικό οίκο Basic Books. Στην Ελλάδα, μεταφράστηκε από τους Ευαγγελία Ανδριτσάνου και Γιάννη Ζέρβα και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2001 από τις εκδόσεις Άγρα, γνωρίζοντας έκτοτε δεκάδες ανατυπώσεις λόγω της τεράστιας επιτυχίας του καθώς συνδυάζει υποδειγματικά τη φιλοσοφία, την ψυχολογία και τη λογοτεχνία.
Μια Ιστορική Συνάντηση Που Δεν Έγινε Ποτέ.
Η ιστορία μας μεταφέρει στη μαγευτική Βιέννη του 1882. Η νεαρή, δυναμική και ανεξάρτητη Λου Σαλομέ προσεγγίζει τον διάσημο γιατρό Γιόζεφ Μπρόιερ (μέντορα του Σίγκμουντ Φρόιντ) με σκοπό να τον πείσει να θεραπεύσει κρυφά τον Φρίντριχ Νίτσε από την αυτοκτονική κατάθλιψη, στην οποία έχει βυθιστεί μετά από την ερωτική απογοήτευση, που η ίδια του είχε προκαλέσει. Η Σαλομέ γνώρισε τον Νίτσε το 1882 όταν εκείνη ήταν 21 και εκείνος 37 ετών. Ο Νίτσε την ερωτεύτηκε παράφορα, τη θεωρούσε τη μόνη πνευματική του ισάξια και της έκανε πρόταση γάμου. Εκείνη τον απέρριψε, γεγονός που τον βύθισε στην κατάθλιψη (η αφορμή για την πλοκή του βιβλίου του Γιάλομ). Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματική ιστορία και το βιβλίο του Γιάλομ βρίσκεται στο πώς αντιμετώπισε αυτή την κρίση ο ίδιος ο Νίτσε. Μετά το οριστικό τέλος της σχέσης του με τη Σαλομέ, ο Νίτσε απομονώθηκε στη Ραπάλο της Ιταλίας. Τα γράμματά του προς τους φίλους του εκείνη την περίοδο είναι γεμάτα απόγνωση. Έγραφε ότι ένιωθε προδομένος, υπέφερε από φρικτές ημικρανίες, αϋπνίες και βαριά μελαγχολία. Σε επιστολές του παραδεχόταν ότι έπαιρνε μεγάλες δόσεις οπίου για να αντέξει τον πόνο και ότι η σκέψη της αυτοκτονίας τον τριγυρνούσε καθημερινά. Στην πραγματικότητα, ο Νίτσε δεν συνάντησε ποτέ τον Γιόζεφ Μπρόιερ ούτε προφανώς έκανε ψυχοθεραπεία μαζί του. Αυτό το κομμάτι είναι καθαρή μυθοπλασία του Ίρβιν Γιάλομ. Πώς «σώθηκε» ο Νίτσε στην πραγματική ζωή; Αντί για ένα ντιβάνι ψυχιάτρου, ο Νίτσε χρησιμοποίησε ως θεραπεία την ίδια του τη δημιουργικότητα. Μέσα στην απόλυτη μοναξιά και τον πόνο εκείνου του χειμώνα, διοχέτευσε όλη του την απόγνωση στο γράψιμο. Μέσα σε ελάχιστους μήνες, συνέθεσε το πρώτο μέρος του πιο διάσημου έργου του: «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» (Thus Spoke Zarathustra). Όπως είπε αργότερα και ο ίδιος, το βιβλίο αυτό του έσωσε τη ζωή, μετατρέποντας το προσωπικό του μαρτύριο σε φιλοσοφικό θρίαμβο. Ο Ίρβιν Γιάλομ, ως καθηγητής ψυχιατρικής και υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής, είχε έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό όταν βάζει στο βιβλίο του τον Νίτσε να συναντά τον Μπρόιερ: ήθελε να δείξει ότι η ψυχοθεραπεία γεννήθηκε από τη φιλοσοφία. Ο Γιάλομ πιστεύει ότι ο Νίτσε, μέσα από τα βιβλία του, είχε ήδη κάνει απίστευτες ψυχολογικές διαπιστώσεις για το ασυνείδητο, την αυτοαπάτη και τις εμμονές, πολύ πριν ο Φρόιντ τις συστηματοποιήσει. Ο Γιόζεφ Μπρόιερ ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε την «ομιλούσα θεραπεία» (talking cure) μέσω της κάθαρσης και ήταν ο δάσκαλος του Φρόιντ, του πατέρα της Ψυχανάλυσης. Ο Γιάλομ παρατήρησε μια συγκλονιστική σύμπτωση στην πραγματική ιστορία: εκείνη τη χρονιά, που ο Νίτσε ήταν στα πρόθυρα της αυτοκτονίας λόγω της εμμονής του με τη Λου Σαλομέ, την ίδια ακριβώς περίοδο, ο Μπρόιερ βρισκόταν σε βαθιά κατάθλιψη λόγω της δικής του εμμονής με μια ασθενή του, την Μπέρθα Πάπενχαϊμ (Άννα Ο.) Γεφυρώνοντας αυτή την ιστορική σύμπτωση, ο Γιάλομ δημιούργησε το τέλειο πείραμα: Τι θα γινόταν αν ο άνθρωπος που είχε τη φιλοσοφική θεωρία (Νίτσε) συναντούσε τον άνθρωπο που είχε την κλινική μέθοδο (Μπρόιερ); Ο Ίρβιν Γιάλομ χρησιμοποιεί τη Λου Σαλομέ ως τον απόλυτο καταλύτη της ιστορίας. Χωρίς αυτήν, η πλοκή δεν θα μπορούσε καν να ξεκινήσει.
Η Λου Αντρέας-Σαλομέ.
Στο βιβλίο, η Σαλομέ λειτουργεί ως η κινητήριος δύναμη που συνδέει τον κόσμο της φιλοσοφίας με τον κόσμο της ιατρικής, χρησιμοποιώντας τη γοητεία, την ευφυΐα και τη στρατηγική της σκέψη. Ο Γιάλομ βασίζεται σε πραγματικά ιστορικά δεδομένα, αλλά της δίνει έναν διευρυμένο, σχεδόν «κινηματογραφικό» ρόλο στο βιβλίο του. Είναι η γέφυρα του δράματος: Στην πραγματικότητα, ο Νίτσε κατέρρευσε εξαιτίας της. Ο Γιάλομ, λοιπόν, την επιλέγει για να ξεκινήσει την πλοκή, κάνοντάς την το πρόσωπο που αναλαμβάνει την ευθύνη να βρει λύση για την κατάσταση του φιλοσόφου. Αντιπροσωπεύει το Πρότυπο της «Νέας Γυναίκας»: Η Σαλομέ χρησιμοποιείται για να δείξει τη σύγκρουση ανάμεσα στα αυστηρά κοινωνικά πρότυπα της Βιέννης του 1882 και την απόλυτη πνευματική και σεξουαλική απελευθέρωση. Είναι μια γυναίκα που αρνείται να υποταχθεί. Είναι το «Απόλυτο Υπαρξιακό Αντικείμενο Πόθου»: Ο Γιάλομ τη χρησιμοποιεί για να δείξει πώς μια ισχυρή προσωπικότητα μπορεί να γίνει εμμονή για έναν άντρα, προκαλώντας του μια βαθιά υπαρξιακή κρίση ταυτότητας. Η Λου Αντρέας-Σαλομέ (1861–1937) δεν ήταν απλώς μια «μοιραία γυναίκα» της ευρωπαϊκής διανόησης. Υπήρξε μια κορυφαία στοχαστής, συγγραφέας και μία από τις πρώτες γυναίκες ψυχαναλύτριας παγκοσμίως, η οποία κατάφερε να γοητεύσει και να εμπνεύσει τα μεγαλύτερα μυαλά του 19ου και 20ού αιώνα. Το 1882, η 21χρονη τότε Λου γνώρισε τον 37χρονο Φρίντριχ Νίτσε. Ο φιλόσοφος την ερωτεύτηκε παράφορα, τη θεωρούσε τη μόνη πνευματική του ισάξια και της έκανε πρόταση γάμου. Εκείνη, πιστή στην απόλυτη ελευθερία της, τον απέρριψε, προτιμώντας μια καθαρά πλατωνική, πνευματική σχέση (ένα «ιερό τρίγωνο» μελέτης μαζί με τον κοινό τους φίλο, Πωλ Ρε). Αυτή η απόρριψη βύθισε τον Νίτσε σε μια από τις πιο σκοτεινές και αυτοκτονικές φάσεις της ζωής του. Η επίδρασή της δεν σταμάτησε στον Νίτσε. Υπήρξε ερωμένη, μέντορας και προστάτιδα του σπουδαιότερου ποιητή της Γερμανίας, του Ράινερ Μαρία Ρίλκε (μάλιστα εκείνη του άλλαξε το όνομα από René σε Rainer). Αργότερα, μετά τα 50 της, στράφηκε στην ψυχανάλυση. Έγινε στενή φίλη, μαθήτρια και έμπιστη συνεργάτιδα του Σίγκμουντ Φρόιντ, ο οποίος έτρεφε τεράστιο σεβασμό για το κοφτερό της μυαλό και την ενέταξε στον κλειστό κύκλο της Βιέννης. Σε μια εποχή που οι γυναίκες ήταν περιορισμένες στον ρόλο της συζύγου και της μητέρας, η Σαλομέ έσπασε κάθε κατεστημένο: Έγραψε 12 μυθιστορήματα (ένα από τα πιο γνωστά μεταφρασμένα έργα της στα ελληνικά είναι η νουβέλα «Φένιτσκα») και δεκάδες δοκίμια. Στο έργο της «The Erotic» (1910), ανέλυσε τη γυναικεία σεξουαλικότητα έξω από τα στερεότυπα της. Παντρεύτηκε τον καθηγητή Φρίντριχ Καρλ Αντρέας, αλλά με τον ρητό όρο ο γάμος τους να μην ολοκληρωθεί ποτέ σεξουαλικά, διατηρώντας το δικαίωμα να ζει τη ζωή της όπως εκείνη επέλεγε. Πέθανε στον ύπνο της το 1937 από καρκίνο. Για τη ζωή της γυρίστηκε το 2016 μια κινηματογραφική ταινία από τη Γερμανίδα σκηνοθέτρια Κόρντουλα Κάμπλιτς-Ποστ.
Ο Γιάλομ εισάγει τη Σαλομέ με έναν πολύ δυναμικό αλλά και μυστηριώδη τρόπο στην αρχή του βιβλίου. Το βιβλίο ανοίγει με τη Σαλομέ να επισκέπτεται κρυφά τον δρα Μπρόιερ στη Βενετία (κατά τη διάρκεια των διακοπών του γιατρού εκει). Δεν εμφανίζεται ως μια αδύναμη γυναίκα που ζητά βοήθεια, αλλά ως μια επιβλητική παρουσία που σχεδόν «διατάζει» τον γιατρό να αναλάβει τον Νίτσε. Χρησιμοποιεί τη γοητεία και το κοφτερό της μυαλό για να πείσει τον Μπρόιερ. Του ξεκαθαρίζει ότι ο Νίτσε δεν πρέπει ποτέ να μάθει ότι εκείνη κρύβεται πίσω από τη θεραπεία, γιατί η περηφάνια του θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Έτσι, αναγκάζει τον Μπρόιερ να γίνει συνένοχος σε ένα μυστικό. Αν και η Σαλομέ εξαφανίζεται σωματικά μετά τα πρώτα κεφάλαια, είναι παρούσα σε όλο το υπόλοιπο βιβλίο. Ο Γιάλομ τη χρησιμοποιεί ως το «φάντασμα» που στοιχειώνει τις σκέψεις του Νίτσε. Κάθε φορά που ο Μπρόιερ προσπαθεί να ξεκλειδώσει τον Νίτσε, το όνομα και η ανάμνηση της Λου είναι το κλειδί.
Η Σαλομέ, γνωρίζοντας ότι ο Νίτσε δεν εμπιστεύεται κανέναν, χρησιμοποιεί τον μοναδικό πραγματικό και πιστό φίλο του φιλοσόφου, τον καθηγητή θεολογίας Φραντς Όβερμπεκ (Franz Overbeck). Η Λου πείθει τον Όβερμπεκ ότι ο Νίτσε χρειάζεται επειγόντως έναν κορυφαίο γιατρό για τα σωματικά του προβλήματα. Εκείνη την περίοδο (φθινόπωρο του 1882), ο Νίτσε βρίσκεται σε άθλια φυσική κατάσταση. Υποφέρει από φοβερές ημικρανίες, συνεχή τρόμο των άκρων και τύφλωση στο ένα μάτι. Έχει γυρίσει όλη την Ευρώπη και έχει δοκιμάσει δεκάδες γιατρούς χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Είναι απελπισμένος, καθώς οι πόνοι δεν τον αφήνουν να γράψει τίποτα. Ο Όβερμπεκ πλησιάζει τον Νίτσε και του παρουσιάζει τον δρα Γιόζεφ Μπρόιερ όχι ως ψυχίατρο, αλλά ως έναν διεθνούς φήμης διαγνώστη παθολόγο στη Βιέννη, ο οποίος έχει σώσει ασθενείς που άλλοι γιατροί είχαν ξεγράψει. Ο Όβερμπεκ δίνει στον Νίτσε μια επίσημη συστατική επιστολή για τον Μπρόιερ. Ο Νίτσε, πιστεύοντας ότι πρόκειται για άλλη μια καθαρά ιατρική επίσκεψη για τα μάτια και το στομάχι του, δέχεται να ταξιδέψει στη Βιέννη. Έτσι, περπατά ανυποψίαστος προς την παγίδα που του έχουν στήσει, έτοιμος να συναντήσει έναν παθολόγο, χωρίς να ξέρει ότι στην πραγματικότητα μπαίνει στο πρώτο ντιβάνι της ψυχανάλυσης.
Ο Γιόζεφ Μπρόιερ.
Η πρώτη συνάντηση του Νίτσε με τον δρα Μπρόιερ στο βιβλίο είναι μια σκηνή γεμάτη ένταση, καχυποψία και πνευματικό «φλερτ». Ο Γιάλομ στήνει αυτή την πρώτη επαφή με απόλυτη ακρίβεια, δείχνοντας τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων. Ο Νίτσε φτάνει στο ιατρείο του Μπρόιερ στη Βιέννη, έχοντας στα χέρια του την συστατική επιστολή από τον κοινό τους γνωστό, τον καθηγητή Φραντς Όβερμπεκ. Φυσικά, ο Νίτσε δεν γνωρίζει ότι η Λου Σαλομέ έχει ήδη επισκεφθεί κρυφά τον Μπρόιερ και έχει προετοιμάσει το έδαφος. Ο Μπρόιερ αντικρίζει έναν άνθρωπο που εκπέμπει μια παράξενη, σκοτεινή αξιοπρέπεια. Ο Νίτσε φορά ένα τριμμένο, μαύρο κοστούμι, έχει ένα τεράστιο, επιβλητικό μουστάκι και μάτια που, παρά τη μυωπία του, μοιάζουν να κοιτάζουν βαθιά μέσα στον συνομιλητή του. Είναι κουρασμένος, καταβεβλημένος από τους πόνους, αλλά απόλυτα υπερήφανος. Ο Νίτσε ξεκαθαρίζει από το πρώτο λεπτό ότι έρχεται αποκλειστικά ως ιατρικός ασθενής. Παρουσιάζει στον Μπρόιερ ένα τεράστιο ιστορικό με τα σωματικά του συμπτώματα. Φρικτές ημικρανίες που τον τυφλώνουν για μέρες. Συνεχείς εμετούς και στομαχικές διαταραχές. Σχεδόν ολική τύφλωση από το δεξί του μάτι. Χρόνια αϋπνία. Λέει στον Μπρόιερ ότι έχει επισκεφθεί δεκάδες γιατρούς σε όλη την Ευρώπη και κανείς δεν έχει βρει θεραπεία. Όταν ο Μπρόιερ, υποψιασμένος από τη Σαλομέ, προσπαθεί να ρωτήσει αν αυτοί οι πόνοι συνδέονται με κάποιο ψυχικό τραύμα, απογοήτευση ή μοναξιά, ο Νίτσε αντιδρά αμέσως. Γίνεται εξαιρετικά ψυχρός και αμυντικός. Δηλώνει ότι ο πόνος είναι απλώς ένα σωματικό γεγονός και ότι η απομόνωση είναι δική του επιλογή για να μπορεί να σκέφτεται. Αυτή η πρώτη συνάντηση τελειώνει με τον Μπρόιερ να καταλαβαίνει ότι έχει απέναντί του έναν «ασθενή-κάστρο», του οποίου τα τείχη δεν πρόκειται να πέσουν με τις κλασικές ιατρικές μεθόδους. Τα τείχη της περηφάνιας του είναι απροσπέλαστα. Όποτε ο γιατρός προσπαθεί να μιλήσει για τα συναισθήματα, τη μοναξιά ή την απόγνωση του φιλοσόφου, ο Νίτσε γίνεται ψυχρός, αμυντικός και απειλεί να διακόψει τη θεραπεία και να φύγει από τη Βιέννη. Ο Μπρόιερ καταλαβαίνει ότι αν συνεχίσει με την κλασική μέθοδο «γιατρού-ασθενούς», θα χάσει τον Νίτσε για πάντα. Απελπισμένος, ο Μπρόιερ αποφασίζει να παίξει το τελευταίο και πιο επικίνδυνο χαρτί του: την απόλυτη ευαλωτότητα. Πλησιάζει τον Νίτσε και του προτείνει μια εντελώς αντισυμβατική συμφωνία:
«Καθηγητά, εγώ είμαι αυτός που καταρρέει. Έχω μια εμμονή με μια πρώην ασθενή μου που μου καταστρέφει τη ζωή, την καριέρα και τον γάμο. Υποφέρω από μια βαθιά υπαρξιακή κρίση και ο φόβος του θανάτου με παραλύει. Εσείς, ως φιλόσοφος της απομόνωσης, της ελευθερίας και της δύναμης, δεχτείτε να γίνετε ο δικός μου θεραπευτής. Διδάξτε μου πώς να αντέχω την ύπαρξή μου.»
Η παγίδα του Μπρόιερ είναι ιδιοφυής γιατί χτυπάει ακριβώς στην ψυχολογία του Νίτσε: ικανοποιεί την περηφάνια του. Ο Νίτσε δεν νιώθει πλέον αδύναμος ή αντικείμενο οίκτου. Αντίθετα, του ζητείται να γίνει ο οδηγός, ο «δάσκαλος». Του δίνεται η ευκαιρία να δοκιμάσει αν οι θεωρίες του για τη δύναμη της θέλησης και την υπέρβαση του πόνου μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη, σώζοντας έναν αληθινό άνθρωπο. Έτσι, ο Νίτσε δέχεται να εισαχθεί σε μια κλινική με ψευδώνυμο, υπογράφοντας ένα συμβόλαιο: για μία ώρα την ημέρα ο Μπρόιερ θα εξετάζει το σώμα του Νίτσε, και την επόμενη ώρα ο Νίτσε θα «εξετάζει» την ψυχή του Μπρόιερ. Η ομορφιά αυτής της αντίστροφης κρύβεται στο γεγονός ότι, προσπαθώντας να θεραπεύσει τον Μπρόιερ, ο Νίτσε αναγκάζεται να θεραπεύσει τον εαυτό του. Καθώς ο Μπρόιερ μιλάει για την εμμονή του με την Άννα Ο., ο Νίτσε βλέπει στον καθρέφτη τη δική του καταστροφική εμμονή με τη Λου Σαλομέ. Καθώς ο Νίτσε αναγκάζεται να κάνει δύσκολες ερωτήσεις στον γιατρό για την ελευθερία, τον γάμο και το νόημα της ζωής, οι απαντήσεις που προκύπτουν αρχίζουν να ραγίζουν και τα δικά του εσωτερικά τείχη. Οι ρόλοι θολώνουν τόσο πολύ, που στο τέλος δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ο γιατρός και ποιος ο ασθενής.
Η Μπέρθα Πάπενχαϊμ.
Η Άννα Ο. (Anna O.) είναι ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα στην ιστορία της ψυχανάλυσης. Στο βιβλίο του Γιάλομ είναι η γυναίκα-φάντασμα που έχει γίνει η καταστροφική εμμονή του δρα Μπρόιερ, οδηγώντας τον στην υπαρξιακή κρίση. Στην πραγματική ζωή, πίσω από το ψευδώνυμο «Άννα Ο.» κρυβόταν η Μπέρθα Πάπενχαϊμ (Bertha Pappenheim, 1859–1936). Η περίπτωσή της θεωρείται η απαρχή της σύγχρονης ψυχοθεραπείας. Το 1880, η 21χρονη Μπέρθα παρουσίασε μια σειρά από έντονα υστερικά συμπτώματα (παράλυση στα άκρα, τύφλωση, κωφαλαλία, παραισθήσεις), κυρίως μετά τον θάνατο του αγαπημένου της πατέρα. Ο δρ Γιόζεφ Μπρόιερ ανέλαβε τη θεραπεία της. Παρατήρησε ότι όταν η Μπέρθα βρισκόταν υπό ύπνωση ή σε κατάσταση βαθιάς χαλάρωσης και μιλούσε ελεύθερα για τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις της, τα συμπτώματά της υποχωρούσαν προσωρινά. Η ίδια η Μπέρθα ονόμασε αυτή τη διαδικασία «talking cure» (θεραπεία μέσω συζήτησης) ή «καθαρισμό της καμινάδας». Αυτή ακριβώς η περίπτωση ενέπνευσε τον νεαρό τότε Σίγκμουντ Φρόιντ (ο οποίος ήταν φίλος και συνεργάτης του Μπρόιερ) να αναπτύξει τη θεωρία της ψυχανάλυσης. Στο βιβλίο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», ο Μπρόιερ παρουσιάζεται παγιδευμένος σε μια σεξουαλική και συναισθηματική εμμονή με την Άννα Ο., η οποία καταστρέφει τον γάμο του με τη σύζυγό του, Ματίλντα. Αυτό βασίζεται σε πραγματικές ιστορικές φήμες. Ο Μπρόιερ είχε δεθεί τόσο πολύ μαζί της, που περνούσε αμέτρητες ώρες στο σπίτι της. Η ζήλια της συζύγου του και η έντονη συναισθηματική εμπλοκή του ίδιου (αυτό που στην ψυχολογία ονομάζεται αντιμεταβίβαση) ανάγκασαν τον Μπρόιερ να διακόψει απότομα τη θεραπεία της, γεγονός που προκάλεσε νέα κρίση στην Μπέρθα. Όπως και η Λου Σαλομέ, η Μπέρθα δεν ήταν απλώς ένα «θύμα» ή μια ασθενής, αλλά μια σπουδαία προσωπικότητα: μετά τη θεραπεία της, ξεπέρασε πλήρως τα προβλήματά της και έγινε μια από τις πιο σημαντικές κοινωνικές αγωνίστριες και φεμινίστριες στη Γερμανία. Ίδρυσε τον Σύνδεσμο Εβραίων Γυναικών και αγωνίστηκε σκληρά ενάντια στην εμπορία λευκής σαρκός και υπέρ των δικαιωμάτων των ανύπαντρων μητέρων και των ορφανών παιδιών. Έγραψε παραμύθια, θεατρικά έργα και μετέφρασε σημαντικά κείμενα, αρνούμενη σε όλη της τη ζωή να συνδεθεί δημόσια με το όνομα «Άννα Ο.».
Καθώς ο Μπρόιερ μιλάει για την εμμονή του με την Άννα Ο., ο Νίτσε αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του σαν σε καθρέφτη. Καταλαβαίνει ότι η δική του εμμονή με τη Λου Σαλομέ είναι ακριβώς η ίδια παγίδα. Οι ερωτήσεις που κάνει ο Νίτσε στον γιατρό για την ελευθερία και το νόημα της ζωής, αναγκάζουν και τον ίδιο να απαντήσει στα δικά του κρυφά ερωτήματα. Η καχυποψία υποχωρεί και δίνει τη θέση της σε μια βαθιά, ειλικρινή πνευματική σύνδεση. Οι συνεδρίες κορυφώνονται όταν ο Μπρόιερ, μέσα από μια κατάσταση βαθιάς ύπνωσης, καταφέρνει να αντιμετωπίσει τους φόβους του και να ελευθερωθεί από το «φάντασμα» της Άννας Ο. Αυτή η αυθεντική μεταμόρφωση του γιατρού συγκλονίζει τον Νίτσε. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο υπερήφανος φιλόσοφος σπάει τα δεσμά της απόλυτης απομόνωσής του, λυγίζει συναισθηματικά και κλαίει μπροστά σε έναν άλλον άνθρωπο, επιτυγχάνοντας τη δική του υπαρξιακή κάθαρση.
Ο Σίγκμουντ Φρόιντ.
Στο βιβλίο (όπως και στην πραγματική ζωή το 1882), ο Φρόιντ είναι ένας εικοσιεξάχρονος, φιλόδοξος γιατρός, προστατευόμενος και στενός φίλος του δρα Μπρόιερ. Ο Μπρόιερ τον εμπιστεύεται απόλυτα. Έτσι, ο Φρόιντ γίνεται ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο ο γιατρός μοιράζεται τα μυστικά των συνεδριών του με τον Νίτσε, αλλά και την κρυφή του εμμονή με την Άννα Ο. Ο Γιάλομ χρησιμοποιεί τον Φρόιντ ως ένα πνευματικό «ηχείο». Όταν ο Μπρόιερ γυρίζει στο σπίτι του μπερδεμένος από τις συζητήσεις του με τον Νίτσε, κάθεται με τον Φρόιντ για να αναλύσουν τη συμπεριφορά του φιλοσόφου. Μέσα από αυτούς τους διαλόγους, ο Φρόιντ βοηθά τον Μπρόιερ (και τον αναγνώστη) να καταλάβει τους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας του Νίτσε. Ο πιο σημαντικός ρόλος του Φρόιντ στο βιβλίο είναι συμβολικός. Ο Γιάλομ μάς δείχνει πώς οι ιδέες του Νίτσε (για το ασυνείδητο, τα όνειρα και την απώθηση) πέρασαν στον Φρόιντ μέσα από τον Μπρόιερ. Κατά τη διάρκεια του βιβλίου, ο νεαρός Φρόιντ κρατά σημειώσεις, κάνει ιδιοφυείς παρατηρήσεις για τη λειτουργία του μυαλού και ουσιαστικά «γεννά» μέσα στο κεφάλι του τις βασικές αρχές της ψυχανάλυσης που θα άλλαζαν τον κόσμο λίγα χρόνια αργότερα.
Καθώς οι συνεδρίες φτάνουν στο αποκορύφωμά τους, ο Μπρόιερ νιώθει ακόμα παγιδευμένος στην εμμονή του για την Άννα Ο. Τότε, ο Νίτσε προτείνει μια ριζική λύση: ζητά τη βοήθεια του νεαρού Φρόιντ για να υποβάλει τον Μπρόιερ σε μια κατάσταση βαθιάς ύπνωσης. Υπό ύπνωση, ο Μπρόιερ ζει μια ολοκληρωμένη «δεύτερη ζωή». Εγκαταλείπει τη γυναίκα του, την καριέρα του και τη Βιέννη για να ζήσει τον απόλυτο έρωτα με την Άννα Ο. Όμως, στην ψευδαίσθηση αυτή, συνειδητοποιεί γρήγορα τη σκληρή αλήθεια: η Άννα Ο. δεν τον αγαπά πραγματικά· είναι απλώς ένας ακόμη γιατρός γι' αυτήν. Η απόδραση που ονειρευόταν αποδεικνύεται μια άδεια φαντασίωση. Όταν ο Μπρόιερ ξυπνά από την ύπνωση, είναι σοκαρισμένος αλλά θεραπευμένος. Έχοντας «ζήσει» τις συνέπειες της προδοσίας του, καταλαβαίνει ότι η εμμονή του ήταν απλώς ένας τρόπος να δραπετεύσει από τον φόβο του θανάτου και των γηρατειών. Επιστρέφει στη γυναίκα του και τη ζωή του, όχι πλέον από υποχρέωση, αλλά από δική του, ελεύθερη επιλογή. Έχει μάθει να αγαπά τη μοίρα του (Amor Fati).
Το Κλάμα του Νίτσε.
Η θεραπεία και η λύτρωση του γιατρού λειτουργούν ως ο απόλυτος υπαρξιακός καθρέφτης για τον Νίτσε. Ο μεγάλος φιλόσοφος, ο οποίος κήρυττε την απόλυτη απομόνωση και τη δύναμη του ατομικισμού, έρχεται αντιμέτωπος με τα όρια της δικής του θεωρίας. Βλέποντας τον Μπρόιερ να ξυπνά από την ύπνωση ελεύθερος από το φάντασμα της Άννας Ο., ο Νίτσε συνειδητοποιεί τη δύναμη της ανθρώπινης σύνδεσης. Καταλαβαίνει ότι η «ομιλούσα θεραπεία» λειτουργεί. Στην πιο εμβληματική σκηνή του βιβλίου, ο Νίτσε καταρρέει συναισθηματικά. Ξεσπά σε λυγμούς και παραδέχεται τη φρικτή, ισοπεδωτική του μοναξιά. Αντιλαμβάνεται ότι η υπερηφάνεια του ήταν απλώς μια ασπίδα για να μην πληγωθεί ξανά, όπως έγινε με τη Λου Σαλομέ. Αυτό το κλάμα είναι η δική του υπαρξιακή κάθαρση: συνειδητοποιεί ότι η απομόνωση δεν είναι η μοναδική επιλογή και ότι η ανθρώπινη σύνδεση μπορεί να θεραπεύσει. Ο Μπρόιερ αποκαλύπτει όλη την αλήθεια στον Νίτσε αμέσως μετά τη συνεδρία της βαθιάς ύπνωσης, κατά τη διάρκεια της τελευταίας, αποχαιρετιστήριας συνάντησής τους στο ιατρείο. Είναι η στιγμή που ο Μπρόιερ νιώθει πλέον απόλυτα ελεύθερος, καθαρός και έτοιμος να επιστρέψει στη ζωή του. Του εξηγεί ότι, παρόλο που η αρχική προσέγγιση ήταν ένα τέχνασμα (το δόλωμα με την Άννα Ο.), η κρίση που έζησε στη συνέχεια ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Ο Νίτσε λειτούργησε ως πραγματικός θεραπευτής. Ο γιατρός προχωρά σε αυτή την ομολογία από χρέος απόλυτης ειλικρίνειας: Ο Μπρόιερ συνειδητοποιεί ότι η πραγματική θεραπεία δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα ψέμα. Για να είναι η σχέση τους αυθεντική, πρέπει να πέσουν όλες οι μάσκες. Για να επιστρέψει τα εύσημα στον Νίτσε: Θέλει ο Νίτσε να καταλάβει ότι η φιλοσοφία του ήταν αυτή που τον έσωσε. Του εξηγεί ότι, παρόλο που η αρχική προσέγγιση ήταν ένα τέχνασμα (το δόλωμα με την Άννα Ο.), η κρίση που έζησε στη συνέχεια ήταν πέρα για πέρα αληθινή. Ο Νίτσε λειτούργησε ως πραγματικός θεραπευτής. Αποκαλύπτοντας τη «συνωμοσία» (ότι η Σαλομέ και ο Όβερμπεκ κινήθηκαν από ενδιαφέρον για τη ζωή του), αναγκάζει τον Νίτσε να δει ότι δεν είναι τόσο μόνος και αβοήθητος στον κόσμο όσο νόμιζε. Το βιβλίο κλείνει με τους δύο άνδρες να αποχαιρετιούνται ως βαθιοί, αληθινοί φίλοι. Ο Μπρόιερ επιστρέφει στην καθημερινότητά του με εσωτερική ειρήνη. Ο Νίτσε, έχοντας ελαφρύνει το βάρος της ψυχής του, φεύγει από τη Βιέννη ανανεωμένος. Είναι πλέον έτοιμος να γράψει το σπουδαιότερο έργο του, το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», έχοντας μετατρέψει τον πόνο του σε φιλοσοφικό θρίαμβο.
Το Τελικό Συμπέρασμα Μέσα Από Ένα Απόσπασμα.
Ένα από τα πιο συγκλονιστικά και διάσημα αποσπάσματα του βιβλίου επικεντρώνεται στην έννοια της ελευθερίας, της αυτογνωσίας και του φόβου του θανάτου. Σε αυτό το σημείο, ο Νίτσε προκαλεί τον Μπρόιερ να αντικρίσει την αλήθεια για τη ζωή του:
«Δημιούργησε τον εαυτό σου. Διαμόρφωσε το πεπρωμένο σου. Ζήσε τη ζωή σου στο έπακρο. Γιατί, αν δεν το κάνεις, ο θάνατος θα σου κλέψει μια ζωή που δεν θα έχεις ζήσει ποτέ. Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να έχουν ζήσει ποτέ πραγματικά. Ζουν τη ζωή των άλλων. Κάνουν τις επιλογές που οι άλλοι περιμένουν από αυτούς. Κι έπειτα, όταν έρχεται το τέλος, γεμίζουν με τρόμο, γιατί συνειδητοποιούν ότι το δικό τους τσουβάλι είναι άδειο. Το να πεθάνεις τη σωστή στιγμή σημαίνει να πεθάνεις όταν έχεις ολοκληρώσει τη ζωή σου. Όταν έχεις καταναλώσει κάθε της σταγόνα. Μην αφήνεις ανεκπλήρωτες ζωές πίσω σου.»
Ο Γιάλομ, μέσω του Νίτσε, τονίζει ότι το μεγαλύτερο άγχος του ανθρώπου δεν είναι ο ίδιος ο θάνατος, αλλά η συνειδητοποίηση ότι δεν ζήσαμε αυθεντικά. Μας υπενθυμίζει ότι αν κατηγορούμε τους άλλους (την οικογένεια, την κοινωνία, τις συνθήκες) για τη δυστυχία μας, απλώς δραπετεύουμε από την ελευθερία μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου