18/6/26

«Αγωνία και η Έκσταση»: η ζωή του Μιχαήλ Άγγελου.


Η «Αγωνία και η Έκσταση» του Μιχαήλ Άγγελου: Όταν η Ιστορία Γίνεται Ψυχογράφημα.

Η Αναγέννηση έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις μας με το φως, την αρμονία και την πνευματική αναγέννηση. Όμως, πίσω από τα αριστουργήματα που θαυμάζουμε σήμερα στα μουσεία και τους ναούς, κρύβεται η ωμή, ανθρώπινη πραγματικότητα των δημιουργών τους. Κανένα βιβλίο δεν κατάφερε να αποτυπώσει αυτή την πραγματικότητα με μεγαλύτερη ένταση και αλήθεια από το βιογραφικό μυθιστόρημα «Αγωνία και Έκσταση» (The Agony and the Ecstasy) του Irving Stone. Μέσα από τις σελίδες αυτού του μνημειώδους έργου, ο Μιχαήλ Άγγελος (Michelangelo Buonarroti) παύει να είναι απλώς ένα μακρινό όνομα στα βιβλία της Ιστορίας της Τέχνης. Μεταμορφώνεται σε έναν ζωντανό άνθρωπο με σάρκα, οστά, πάθη, αμφιβολίες και μια σχεδόν αυτοκαταστροφική εμμονή με την τελειότητα.

Η Ζωή του Μιχαήλ Άγγελου.

Η πλοκή του βιβλίου «Αγωνία και Έκσταση» ξεδιπλώνεται γραμμικά και ακολουθεί τη ζωή του Μιχαήλ Άγγελου από την εφηβεία του έως τα βαθιά του γεράματα, χωρισμένη σε καθοριστικές χρονικές και γεωγραφικές περιόδους:

1. Τα Νεανικά Χρόνια στη Φλωρεντία (Το Ξεκίνημα).

Ο Μιχαήλ Άγγελος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1475 στο Καπρέζε (Caprese), ένα μικρό χωριό της Τοσκάνης στην Ιταλία. Η γέννησή του εκεί ήταν συμπτωματική. Ο πατέρας του, Λουντοβίκο Μπουοναρότι, είχε διοριστεί για ένα σύντομο διάστημα ως κυβερνητικός τοποτηρητής (podestà) της περιοχής. Λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, η θητεία του πατέρα του έληξε και η οικογένεια επέστρεψε στη μόνιμη βάση της, τη Φλωρεντία, όπου ο Μιχαήλ Άγγελος μεγάλωσε και ανδρώθηκε. Η ζωή του Μιχαήλ Άγγελου σημαδεύτηκε από νωρίς από την έλλειψη μητρικής στοργής -καθώς η μητέρα του πέθανε όταν ήταν μόλις έξι ετών- και από μια σφοδρή σύγκρουση με τον πατέρα του, Λουντοβίκο. Όταν ο πατέρας του ανακάλυψε την κλίση του γιου του προς την τέχνη, αντέδρασε βίαια. Για την ξεπεσμένη αριστοκρατική οικογένεια των Μπουοναρότι, η γλυπτική θεωρούνταν μια υποτιμητική, βρώμικη χειρωνακτική εργασία. Ο Μιχαήλ Άγγελος υπέστη άγριους ξυλοδαρμούς από τον πατέρα και τους θείους του, οι οποίοι προσπαθούσαν να του επιβάλουν μια καριέρα στα γράμματα ή το εμπόριο. Η άρνηση του νεαρού να λυγίσει κάτω από τη σωματική και ψυχολογική βία ανάγκασε τελικά τον Λουντοβίκο να υποχωρήσει, επιτρέποντάς του στα 13 του να μπει ως μαθητευόμενος σε εργαστήριο ζωγραφικής. Αυτή η πρώιμη μάχη για την καλλιτεχνική του ελευθερία σφυρηλάτησε τον ανυπότακτο και πεισματάρη χαρακτήρα που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. 

Αν και ξεκίνησε ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του ζωγράφου Γκιρλαντάιο, το πραγματικό σημείο καμπής στη ζωή του ήρθε έναν χρόνο μετά, το 1489. Ο ηγεμόνας της Φλωρεντίας, Λαυρέντιος ο Μεγαλοπρεπής, ζήτησε από τον Γκιρλαντάιο τους δύο καλύτερους μαθητές του για μια νέα «σχολή» γλυπτικής που είχε ιδρύσει στους Κήπους του Αγίου Μάρκου. Ο Μιχαήλ Άγγελος επιλέχθηκε αμέσως. Εκεί, υπό την καθοδήγηση του γλύπτη Μπερτόλντο ντι Τζοβάνι, ήρθε σε επαφή με τα αρχαία ελληνορωμαϊκά γλυπτά. Το ταλέντο του ήταν τόσο καθηλωτικό, που ο Λαυρέντιος τον πήρε να ζήσει μέσα στο ίδιο το παλάτι των Μεδίκων ως θετό του γιο. Η είσοδος σε αυτόν τον κόσμο τον έφερε δίπλα στους σπουδαιότερους φιλοσόφους και ποιητές της εποχής, προσφέροντάς του την πνευματική και καλλιτεχνική τροφή που θα καθόριζε για πάντα τα μεγάλα του έργα.

2. Στους Κήπους των Μεδίκων (Η Πνευματική Αφύπνιση).

Το ταλέντο του τραβάει την προσοχή του Λαυρέντιου του Μεγαλοπρεπούς, του ισχυρού κυβερνήτη της Φλωρεντίας. Ο Μιχαήλ Άγγελος μετακομίζει στο παλάτι των Μεδίκων, όπου ζει ανάμεσα σε κορυφαίους φιλοσόφους, ποιητές και ουμανιστές. Εκεί διαμορφώνει την πνευματική του ταυτότητα. Μετά τον θάνατο του προστάτη του, Λαυρέντιου των Μεδίκων, ο 17χρονος Μιχαήλ Άγγελος αναζήτησε καταφύγιο στο μοναστήρι του Σάντο Σπίριτο (Santo Spirito) στη Φλωρεντία. Εκεί, με την κρυφή άδεια του ηγούμενου, απέκτησε πρόσβαση στο νεκροτομείο του νοσοκομείου της μονής. Για μήνες, μέσα στο σκοτάδι και υπό την απειλή του αφορισμού ή της θανατικής ποινής -καθώς η Εκκλησία απαγόρευε αυστηρά τον ακρωτηριασμό των νεκρών-, ο νεαρός καλλιτέχνης πραγματοποιούσε νεκροτομές σε πτώματα. Η ανατριχιαστική αλλά αναγκαία αυτή εμπειρία τού επέτρεψε να μελετήσει σε βάθος τη δομή των μυών, των οστών και των αρθρώσεων. Αυτή η απόλυτη γνώση της ανθρώπινης ανατομίας ήταν το «μυστικό» που έδωσε στα μετέπειτα γλυπτά του εκείνη την ανεπανάληπτη, ζωντανή κίνηση που έμοιαζε έτοιμη να σπάσει το μάρμαρο.




3. Η Πρώτη Απόδραση και η «Πιετά» στη Ρώμη.

Η πρώτη επίσκεψη του 21χρονου Μιχαήλ Άγγελου στη Ρώμη το 1496 δεν έγινε με κάποια επίσημη, ένδοξη πρόσκληση, αλλά εξαιτίας μιας καλλιτεχνικής απάτης. Όταν βρισκόταν στη Φλωρεντία, σκάλισε το άγαλμα ενός "Κοιμώμενου Έρωτα". Το έργο ήταν τόσο τέλειο, που ένας έμπορος τέχνης το έθαψε στο χώμα ώστε να αποκτήσει τεχνητή πατίνα και να πουληθεί στη Ρώμη ως αυθεντική αρχαιότητα στον πάμπλουτο Καρδινάλιο Ραφαέλε Ριάριο. Όταν ο Καρδινάλιος ανακάλυψε την απάτη, εξοργίστηκε με τον έμπορο, αλλά εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την ιδιοφυΐα του νεαρού γλύπτη, που τον κάλεσε αμέσως στη Ρώμη. Ο Μιχαήλ Άγγελος άδραξε την ευκαιρία για να μελετήσει τα κλασικά αρχαία γλυπτά και να αποδείξει την αξία του στην καρδιά της χριστιανοσύνης. Εκεί ο Γάλλος Καρδινάλιος Ζαν ντε Μπιλέρ, ο οποίος ήθελε ένα μνημείο για τον τάφο του, αναθέτει στον Μιχαήλ Άγγελο να το κατασκευάσει. Ο Μιχαήλ Άγγελος πήγε προσωπικά στα λατομεία της Καρράρα και επέλεξε έναν ενιαίο, άψογο όγκο λευκού μαρμάρου, τον οποίο περιέγραψε ως τον πιο τέλειο που είχε δει ποτέ. Του πήρε λιγότερο από δύο χρόνια για να σμιλέψει  την «Πιετά». (Pietà - που στα ιταλικά σημαίνει «Έλεος» ή «Ευσπλαχνία»). Όταν το γλυπτό εκτέθηκε, ο Μιχαήλ Άγγελος (που ήταν μόλις 23-24 ετών) άκουσε κάποιους περαστικούς να αποδίδουν το έργο σε έναν άλλον, πιο γνωστό γλύπτη από το Μιλάνο. Εξοργισμένος από την αδικία, τρύπωσε κρυφά τη νύχτα στον ναό με μια σμίλη και χάραξε πάνω στη διαγώνια ζώνη που διασχίζει το στήθος της Παναγίας τη φράση:

"MICHAEL.ANGELVS.BONAROTVS.FLORENT[INVS].FACIEBAT."

(Ο Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι από τη Φλωρεντία το έφτιαξε).

Μετάνιωσε αμέσως για αυτή την πράξη ματαιοδοξίας και δεν υπέγραψε ποτέ ξανά κανένα άλλο έργο του στην ιστορία.



Εκτός από τη διάσημη υπογραφή στη ζώνη του στήθους (που είναι η μοναδική επίσημη σε έργο του), οι συντηρητές ανακάλυψαν κατά τη διάρκεια εργασιών αποκατάστασης στις αρχές της δεκαετίας του 1970 άλλη μία κρυφή λεπτομέρεια. Στην αριστερή παλάμη της Παναγίας, ο Μιχαήλ Άγγελος είχε χαράξει με εξαιρετικά διακριτικό τρόπο το γράμμα "M", ενσωματώνοντάς το στις γραμμές του δέρματος του γλυπτού. Το μονόγραμμα αυτό πιστεύεται ότι συμβολίζει είτε το όνομα του ίδιου (Michelangelo) είτε της Μαρίας (Mary), είτε και τα δύο μαζί.

Το έργο εξ' αρχής προκάλεσε θαυμασμό αλλά και κριτική για πολλούς λόγους:

Η νεότητα της Παναγίας: Η Μαρία απεικονίζεται ως μια πολύ νεαρή κοπέλα, σχεδόν στην ίδια ηλικία με τον νεκρό γιο της. Όταν τον επέκριναν γι' αυτό, ο Μιχαήλ Άγγελος απάντησε ότι οι αγνές και παρθένες γυναίκες διατηρούν τη φρεσκάδα τους και δεν γερνούν ποτέ. Η απόφαση του Μιχαήλ Άγγελου να παρουσιάσει την Παναγία τόσο νέα οφείλεται, κατά τους ιστορικούς, στη "Θεία Κωμωδία" του Δάντη (Παράδεισος, Άσμα 33ο), όπου αναφέρεται: «Παρθένα Μητέρα, κόρη του ίδιου σου του Γιου». Όταν ο βιογράφος του, Τζόρτζιο Βαζάρι, τον ρώτησε γιατί η Μαρία μοιάζει σχεδόν με έφηβη, ο Μιχαήλ Άγγελος εξήγησε ότι οι άνθρωποι που είναι αγνοί και απαλλαγμένοι από σαρκικά πάθη διατηρούν τη νεότητά τους, καθώς η φθορά του χρόνου δεν τους αγγίζει με τον ίδιο τρόπο.

Η ανατομική ψευδαίσθηση: Για να μπορέσει η Παναγία να κρατήσει στην αγκαλιά της το σώμα ενός ενήλικα άνδρα χωρίς το αποτέλεσμα να φαίνεται άκομψο, ο Μιχαήλ Άγγελος παραμόρφωσε σκόπιμα τις αναλογίες. Έκανε τα ρούχα και τους γοφούς της Μαρίας πολύ πιο φαρδιά, δημιουργώντας μια σταθερή, πυραμιδοειδή βάση. Η ιδιοφυΐα του κρύβεται στο ότι η παραμόρφωση αυτή είναι εντελώς αόρατη στο μάτι του θεατή.

Η Ανατομική Τελειότητα του Νεκρού Σώματος: Η εμπειρία που απέκτησε ο Μιχαήλ Άγγελος κάνοντας κρυφές νεκροτομές στο μοναστήρι του Σάντο Σπίριτο αποτυπώνεται εδώ σε όλο της το μεγαλείο. Το σώμα του Χριστού παρουσιάζει απόλυτη ανατομική ακρίβεια: οι φλέβες στα χέρια και τα πόδια είναι ελαφρώς διογκωμένες, οι μύες είναι εντελώς χαλαροί (υποδηλώνοντας τον πρόσφατο θάνατο) και το βάρος του κορμιού φαίνεται να πιέζει ρεαλιστικά το χέρι της μητέρας του. Παράλληλα, τα σημάδια των ήλων (καρφιών) στα χέρια και τα πόδια, καθώς και η πληγή στα πλευρά, είναι εξαιρετικά μικρά και διακριτικά, καθώς ο καλλιτέχνης ήθελε να αποφύγει τον ακραίο, αιματηρό ρεαλισμό και να εστιάσει στην ιερότητα και τη γαλήνη της στιγμής.

Η Συμβολική Κίνηση του Αριστερού Χεριού: Ενώ το δεξί χέρι της Παναγίας συγκρατεί με δύναμη το σώμα του Ιησού, το αριστερό της χέρι είναι ανοιχτό και στραμμένο προς τα πάνω. Αυτή η απλή αλλά ιδιοφυής χειρονομία έχει διπλή ερμηνεία από τους κριτικούς τέχνης: Συμβολίζει την αποδοχή του θείου θελήματος και της θυσίας.Λειτουργεί ως μια βουβή ερώτηση προς τον θεατή: «Δείτε τι συνέβη, δείτε τη θυσία του», προσκαλώντας τον σε έναν βαθύ πνευματικό στοχασμό.

4. Η Επιστροφή στη Φλωρεντία και ο «Δαβίδ».

Το 1501, ο 26χρονος πλέον Μιχαήλ Άγγελος επιστρέφει θριαμβευτής στη Φλωρεντία. Η φήμη του, μετά την ολοκλήρωση της «Πιετά» στη Ρώμη, έχει εκτοξευθεί. Εκεί, η Επιτροπή του Έργου του Καθεδρικού Ναού (Duomo) του αναθέτει μια πρόκληση που όλοι οι άλλοι γλύπτες θεωρούσαν χαμένη υπόθεση: να σμιλεύσει ένα άγαλμα από ένα τεράστιο, δύσμορφο και στενό κομμάτι μάρμαρο της Καρράρα, ύψους άνω των 5 μέτρων. Το μάρμαρο αυτό, γνωστό ως «Ο Γίγαντας», είχε κακοποιηθεί και παρατηθεί 40 χρόνια νωρίτερα από άλλους καλλιτέχνες, καθώς είχε μια μεγάλη ρωγμή στη βάση και θεωρούνταν εντελώς άχρηστο. Ο Μιχαήλ Άγγελος κλείστηκε πίσω από έναν ψηλό ξύλινο φράχτη για τρία χρόνια (1501–1504), δουλεύοντας συχνά κάτω από αντίξοες συνθήκες, απομονωμένος από τα βλέμματα των περίεργων. Κατάφερε το αδιανόητο: «ελευθέρωσε» από την ελαττωματική πέτρα τον «Δαβίδ», ένα αριστούργημα που άλλαξε την ιστορία της γλυπτικής.




Οι Καλλιτεχνικές Καινοτομίες του «Δαβίδ».

Η Στιγμή πριν τη Μάχη: Αντίθετα με τους προγενέστερους γλύπτες (όπως ο Ντονατέλο ή ο Βερόκιο) που απεικόνιζαν τον Δαβίδ θριαμβευτή, με το κομμένο κεφάλι του Γολιάθ στα πόδια του, ο Μιχαήλ Άγγελος επέλεξε να αποτυπώσει τη στιγμή πριν τη σύγκρουση. Ο Δαβίδ είναι τεντωμένος, με τη σφεντόνα ριγμένη στον ώμο του. Οι μύες του είναι σφιγμένοι, οι φλέβες στα χέρια του διογκωμένες από την αδρεναλίνη, και το βλέμμα του, γεμάτο ένταση και συγκέντρωση, είναι στραμμένο προς τον εχθρό.

Η Ψευδαίσθηση των Αναλογιών: Επειδή το άγαλμα προοριζόταν αρχικά να τοποθετηθεί ψηλά, στην οροφή του Καθεδρικού Ναού, ο Μιχαήλ Άγγελος παραμόρφωσε σκόπιμα τις αναλογίες. Το κεφάλι και το δεξί χέρι του Δαβίδ είναι ασυνήθιστα μεγάλα σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, ώστε όταν ο θεατής κοιτάζει το άγαλμα από χαμηλά, να του φαίνονται απόλυτα ισορροπημένα και επιβλητικά.

Πολιτικό Σύμβολο: Το έργο ήταν τόσο συγκλονιστικό που η πόλη αποφάσισε να μην το κρύψει ψηλά στον ναό. Τοποθετήθηκε στην Πιάτσα ντελα Σινιορία, έξω από το Παλάτσο Βέκιο (το δημαρχείο της πόλης). Ο Δαβίδ έπαψε να είναι απλώς μια βιβλική φιγούρα· μετατράπηκε στο απόλυτο σύμβολο της Φλωρεντινής Δημοκρατίας -ενός μικρού αλλά δίκαιου και περήφανου κράτους που αμυνόταν απέναντι στους μεγαλύτερους και πιο ισχυρούς τυράννους της Ιταλίας..

5. Η «Αιχμαλωσία» στη Ρώμη και η Καπέλα Σιστίνα.

Το 1505, ο Πάπας Ιούλιος Β΄ καλεί τον Μιχαήλ Άγγελο πίσω στη Ρώμη. Ο φιλόδοξος Ποντίφικας του αναθέτει ένα μεγαλεπήβολο έργο: τη δημιουργία ενός μνημειώδους, πολυεπίπεδου μαυσωλείου για τον ίδιο, με δεκάδες μαρμάρινα αγάλματα. Ο Μιχαήλ Άγγελος ενθουσιάζεται και περνά οκτώ μήνες στα λατομεία της Καρράρα μαζεύοντας μάρμαρο. Όμως, λόγω οικονομικών δυσκολιών του Βατικανού και πολιτικών ιντριγκών από αντιπάλους του (όπως ο αρχιτέκτονας Μπραμάντε, ο οποίος ήθελε να τον σαμποτάρει), ο Πάπας παγώνει το έργο του τάφου. Αντί για αυτό, το 1508, τον διατάζει να ζωγραφίσει την οροφή της Καπέλα Σιστίνα (Sistine Chapel), η οποία είχε υποστεί ζημιές από ρωγμές. Ο Μιχαήλ Άγγελος εξοργίζεται και αρνείται πεισματικά. Δεν είχε ξαναδουλέψει με την τεχνική της νωπογραφίας (fresco) σε τέτοια κλίμακα και θεωρεί την ανάθεση παγίδα των εχθρών του για να αποτύχει. Φωνάζει προς τον Πάπα τη διάσημη φράση: «Δεν είμαι ζωγράφος, είμαι γλύπτης!». Ο Ιούλιος Β΄ όμως είναι ανένδοτος. Υπό την απειλή του αφορισμού, ο καλλιτέχνης υποκύπτει και ξεκινά.

Για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, ο Μιχαήλ Άγγελος ζει απομονωμένος μέσα στο παρεκκλήσι, απολύοντας τους βοηθούς που του είχαν στείλει από τη Φλωρεντία γιατί δεν άντεχε τη μετριότητά τους.

Η Σκαλωσιά του Μιχαήλ Άγγελου: Αντίθετα με τον μύθο που τον θέλει να ζωγραφίζει ξαπλωμένος ανάσκελα, ο ίδιος σχεδίασε μια πρωτοποριακή, κρεμαστή σκαλωσιά που στηριζόταν σε τρύπες ψηλά στους τοίχους. Ζωγράφιζε όρθιος, με το κεφάλι γερμένο συνεχώς προς τα πίσω.

Οι Κακουχίες: Η σωματική καταπόνηση ήταν τρομακτική. Το χρώμα έσταζε ασταμάτητα στο πρόσωπο και στα μάτια του, προκαλώντας του προσωρινή τύφλωση. Υπέφερε από φρικτούς πόνους στον αυχένα, στην πλάτη και στα γόνατα. Έτρωγε ελάχιστα, κοιμόταν πάνω στη σκαλωσιά με τα ρούχα του και, όπως έγραψε σε ένα σατιρικό ποίημα προς έναν φίλο του, «το σώμα μου έχει παραμορφωθεί και η διάνοιά μου πάει χαμένη».

Η Θεολογική Καινοτομία: Η οροφή καλύπτει πάνω από 500 τετραγωνικά μέτρα και περιλαμβάνει περισσότερες από 300 φιγούρες, εστιάζοντας σε 9 ιστορίες από τη Γένεση. Το κεντρικό και πιο εμβληματικό σημείο είναι «Η Δημιουργία του Αδάμ». Η ιδιοφυΐα του Μιχαήλ Άγγελου κρύβεται στο ότι ο Θεός και ο Αδάμ δεν αγγίζονται· οι δείκτες των χεριών τους απέχουν ελάχιστα χιλιοστά. Αυτό το μικρό κενό συμβολίζει τον «σπινθήρα της ζωής» και της ελεύθερης βούλησης που μεταφέρει ο Θεός στον άνθρωπο.

Όταν η οροφή αποκαλύφθηκε την 1η Νοεμβρίου 1512, ο κόσμος της τέχνης έμεινε άναυδος. Ακόμα και ο μεγάλος αντίπαλός του, ο Ραφαήλ, άλλαξε τον τρόπο που ζωγράφιζε αφού είδε τη δύναμη, την κίνηση και την ανατομική τελειότητα των μορφών της Σιστίνα. Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε αποδείξει ότι, ακόμα και σε μια τέχνη που μισούσε, η ιδιοφυΐα του δεν είχε όρια.



6. Τα Ώριμα Χρόνια και ο Άγιος Πέτρος (Το Τέλος).

Μετά τον θρίαμβο της Καπέλα Σιστίνα, ο Μιχαήλ Άγγελος έζησε ακόμα μισό αιώνα (πέθανε το 1564 σε ηλικία 89 ετών). Τα χρόνια αυτά σημαδεύτηκαν από πολιτικές αναταραχές, τη γήρανση του σώματός του και μια δραματική στροφή από τη γλυπτική προς την αρχιτεκτονική.

Μετά τον θάνατο του Πάπα Ιούλιου Β΄, ο Μιχαήλ Άγγελος προσπάθησε απεγνωσμένα να επιστρέψει στο μεγάλο του πάθος: το μαρμάρινο μαυσωλείο του Πάπα. Όμως, οι κληρονόμοι του Ιούλιου πίεζαν συνεχώς, τα σχέδια μειώνονταν λόγω κόστους και το έργο μετατράπηκε σε μια δικαστική και ψυχική περιπέτεια που ο ίδιος αποκάλεσε «η τραγωδία του τάφου». Από αυτό το ημιτελές έργο ξεχωρίζει το συγκλονιστικό άγαλμα του Μωυσή (σήμερα στον ναό του Αγίου Πέτρου στα Δεσμά στη Ρώμη). Το άγαλμα είναι τόσο ζωντανό που, σύμφωνα με τον μύθο, ο Μιχαήλ Άγγελος το χτύπησε με το σφυρί στο γόνατο φωνάζοντάς του: «Γιατί δεν μιλάς;». 

Οι νέοι Πάπες, Λέων Ι΄ και Κλήμης Ζ΄ (και οι δύο μέλη της οικογένειας των Μεδίκων που τον είχε μεγαλώσει), τον έστειλαν πίσω στη Φλωρεντία για να εργαστεί σε οικογενειακά έργα. Σχεδίασε ένα μνημειώδες παρεκκλήσι ( την Νέα Σακριστία, Παρεκκλήσι των Μεδίκων) και σκάλισε τους περίφημους τάφους των Μεδίκων, δημιουργώντας τα αλληγορικά αγάλματα «Ημέρα και Νύχτα» και «Αυγή και Λυκόφως». Ανέλαβε τον σχεδιασμό της βιβλιοθήκης, με την περίφημη, πρωτοποριακή σκάλα της, που θεωρείται ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα δείγματα του Μανιερισμού στην αρχιτεκτονική.

Όταν οι Φλωρεντινοί επαναστάτησαν και έδιωξαν τους Μεδίκους για να αποκαταστήσουν τη Δημοκρατία, ο Μιχαήλ Άγγελος βρέθηκε σε ηθικό δίλημμα. Παρά την αγάπη του για την οικογένεια που τον προστάτευσε, επέλεξε την ελευθερία της πατρίδας του. Διορίστηκε γενικός διευθυντής των οχυρώσεων της πόλης και σχεδίασε πρωτοποριακά αμυντικά τείχη για να προστατεύσει τη Φλωρεντία από την πολιορκία των παπικών και αυτοκρατορικών στρατευμάτων. Μετά την πτώση της πόλης, ο Πάπας τον συγχώρεσε, καθώς η ιδιοφυΐα του ήταν πολύ πολύτιμη για να χαθεί.




Το 1534 εγκαταλείπει οριστικά τη Φλωρεντία και εγκαθίσταται στη Ρώμη. Ο Πάπας Παύλος Γ΄ του αναθέτει να ζωγραφίσει τον τεράστιο τοίχο του ιερού της Καπέλα Σιστίνα. Το αποτέλεσμα είναι «Η Τελική Κρίση» (The Last Judgment). 

Ο ώριμος πλέον καλλιτέχνης αποτυπώνει ένα έργο γεμάτο αγωνία, τρόμο και σκοτάδι, επηρεασμένος από τις θρησκευτικές κρίσεις της εποχής. Οι εκατοντάδες γυμνές φιγούρες προκάλεσαν τεράστιο σκάνδαλο στο Βατικανό. Ο καρδινάλιος Μπιάτζο ντα Τσεζένα χαρακτήρισε το έργο ντροπή, κατάλληλο μόνο για πορνεία και λουτρά. Ο Μιχαήλ Άγγελος τον εκδικήθηκε ζωγραφίζοντας το πρόσωπο του καρδινάλιου στον Κάτω Κόσμο, ως Μίνωα, με αυτιά γαϊδάρου και ένα φίδι να του δαγκώνει τα γεννητικά όργανα. Αργότερα, η Εκκλησία διέταξε έναν άλλον ζωγράφο (τον Daniele da Volterra, που έμεινε στην ιστορία ως ο «βρακοποιός») να ζωγραφίσει ρούχα πάνω στα γυμνά σώματα.




Σε ηλικία 71 ετών, ο Μιχαήλ Άγγελος διορίζεται αρχιτέκτονας της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Το κτίριο ήταν ημιτελές και χαοτικό. Εκείνος επανασχεδίασε το κτίριο και δημιούργησε τα σχέδια για τον μνημειώδη διπλό τρούλο, ο οποίος δεσπόζει μέχρι σήμερα στον ορίζοντα της Ρώμης. Άρχισε να εργάζεται στο έργο αρνούμενος πεισματικά να λάβει οποιαδήποτε αμοιβή, δηλώνοντας ότι το κάνει αποκλειστικά για την ψυχή του και τη δόξα του Θεού.

Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1564 στο μικρό του σπίτι στη Ρώμη. Μέχρι και λίγες μέρες πριν το τέλος του, αν και τυφλός και εξαντλημένος, συνέχιζε να χτυπάει με τη σμίλη του το μάρμαρο, δουλεύοντας πάνω στην τελευταία, ημιτελή και πιο αφαιρετική του Πιετά (την Pietà Rondanini).

Ο Μιχαήλ Άγγελος πεθαίνει φτωχός σε υλικά αγαθά, αλλά έχοντας κερδίσει την αθανασία μέσα από την τέχνη του, έχοντας ζήσει μια ζωή γεμάτη από την «αγωνία» της ύλης και την «έκσταση» του πνεύματος.

Μια Ζωή Μοίρασμα Ανάμεσα στο Μάρμαρο και το Καθήκον.

Η βιογραφία του Stone δίνει τεράστια βαρύτητα στα ψυχολογικά και σωματικά στάδια που πέρασε ο Μιχαήλ Άγγελος, ξεκινώντας από τα νεανικά του χρόνια στη Φλωρεντία. Παρακολουθούμε ένα παιδί που, κόντρα στις επιθυμίες της αστικής οικογένειάς του που θεωρούσε τη χειρωνακτική εργασία ντροπή, επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της γλυπτικής. Για τον Μιχαήλ Άγγελο, η γλυπτική δεν ήταν επάγγελμα· ήταν μια θρησκευτική, υπαρξιακή ανάγκη. Ο Stone περιγράφει συγκλονιστικά τη σχέση του καλλιτέχνη με το μάρμαρο της Καρράρα. Ο Μιχαήλ Άγγελος δεν πίστευε ότι δημιουργούσε κάτι από το μηδέν. Πίστευε ότι η μορφή (ο Δαβίδ, η Πιετά, ο Μωυσής) προϋπήρχε, φυλακισμένη μέσα στον όγκο του μαρμάρου, και το δικό του καθήκον ήταν απλώς να απομακρύνει την περιττή πέτρα για να την απελευθερώσει.

Η Σωματική και Ψυχική Δοκιμασία.

Το βιβλίο δικαιολογεί απόλυτα τον τίτλο του («Αγωνία») εστιάζοντας στις κακουχίες της καθημερινότητάς του. Ο Μιχαήλ Άγγελος παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος που συχνά ξεχνούσε να φάει ή να κοιμηθεί, που κοιμόταν με τα ρούχα και τις μπότες του, εξαντλημένος από την υπερπροσπάθεια.

Η μεγαλύτερη ίσως τραγωδία και αγωνία της ζωής του -όπως αναδεικνύεται στο μυθιστόρημα- ήταν η συνεχής σύγκρουση με τους ισχυρούς της εποχής. Οι Πάπες της Ρώμης, και κυρίως ο αυταρχικός Ιούλιος Β΄, τον αντιμετώπιζαν ως «κτήμα» τους. Η μεγαλύτερη ειρωνεία της ζωής του Μιχαήλ Άγγελου ήταν ότι αναγκάστηκε να αφιερώσει τέσσερα χρόνια από τη ζωή του για να ζωγραφίσει την οροφή της Καπέλα Σιστίνα -ένα έργο που ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει, καθώς επέμενε με πείσμα: «Δεν είμαι ζωγράφος, είμαι γλύπτης». Η περιγραφή του Stone για τον Μιχαήλ Άγγελο να ζωγραφίζει ξαπλωμένος σε σκαλωσιές, με το χρώμα να στάζει στα μάτια του και το σώμα του να παραμορφώνεται από τους πόνους, είναι από τις πιο δυνατές στιγμές της παγκόσμιας βιογραφικής λογοτεχνίας.



Η Μοναξιά μιας Ιδιοφυΐας.

Η ζωή του Μιχαήλ Άγγελου, όπως την ξεδιπλώνει ο Stone, ήταν βαθιά μοναχική. Σε αντίθεση με τον σύγχρονό του, τον κομψό και κοινωνικό Ραφαήλ, ή τον κοσμοπολίτη Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Μιχαήλ Άγγελος ήταν δύστροπος, απόλυτος και εσωστρεφής. Το βιβλίο φωτίζει τις δύσκολες σχέσεις με τον πατέρα και τα αδέλφια του, που τον έβλεπαν κυρίως ως πηγή εισοδήματος, αλλά και τις πλατωνικές, βαθιά πνευματικές του αγάπες, όπως η Βιτόρια Κολόννα.

«Έρωτας, Ποίηση και η Πάλη με τη Σάρκα»

Η προσωπική και ερωτική ζωή του Μιχαήλ Άγγελου ήταν εξίσου έντονη, περίπλοκη και γεμάτη «αγωνία και έκσταση» με την τέχνη του. Ο κορυφαίος δημιουργός δεν παντρεύτηκε ποτέ. Η σεξουαλικότητά του, αν και για αιώνες λογοκρίθηκε ή αποσιωπήθηκε από τους απογόνους του, ήταν βαθιά ομοερωτική.

Η τέχνη του και τα περισσότερα από 300 ποιήματα που έγραψε, αποκαλύπτουν έναν άνθρωπο που βασανιζόταν από την πάλη ανάμεσα στην έντονη σαρκική επιθυμία και τον θρησκευτικό του φόβο για την αμαρτία, επιλέγοντας συχνά την απόλυτη αποχή.

Το 1532, σε ηλικία 57 ετών, ο Μιχαήλ Άγγελος συνάντησε στη Ρώμη τον Τομάζο ντεϊ Καβαλιέρι (Tommaso dei Cavalieri), έναν 23χρονο Ιταλό ευγενή με απαράμιλλη ομορφιά και καλλιέργεια. Ο καλλιτέχνης τον ερωτεύτηκε ακαριαία και παράφορα. Ο Μιχαήλ Άγγελος του αφιέρωσε δεκάδες ερωτικά σονέτα, στα οποία περιέγραφε τον Καβαλιέρι ως το «φως των ματιών του». Μετά τον θάνατο του δημιουργού, ο ανιψιός του (που είχε το ίδιο όνομα, Μιχαήλ Άγγελος ο Νεότερος) δημοσίευσε τα ποιήματα αυτά, αλλά άλλαξε σκόπιμα τις αντωνυμίες από αρσενικές σε θηλυκές για να κρύψει την ομοφυλοφιλία του θείου του και να προστατεύσει τη φήμη της οικογένειας. Η αλήθεια αποκαταστάθηκε μόλις το 1893. Αν και η σχέση τους παρέμεινε κατά βάση πλατωνική λόγω της απροθυμίας του Καβαλιέρι (ο οποίος αργότερα παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια), οι δύο άνδρες διατήρησαν έναν βαθύ πνευματικό δεσμό. Ο Καβαλιέρι ήταν ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους που βρίσκονταν δίπλα στο κρεβάτι του Μιχαήλ Άγγελου όταν εκείνος άφησε την τελευταία του πνοή το 1564. 

Η μοναδική γυναίκα που σημάδεψε τη ζωή του ήταν η Βιτόρια Κολόννα (Vittoria Colonna), Μαρκησία της Πεσκάρα. Συναντήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1536, όταν εκείνος ήταν άνω των 60 ετών και εκείνη 46. Η Κολόννα ήταν μια εξαιρετικά ευφυής ποιήτρια και θρησκευτική προσωπικότητα της εποχής. Η σχέση τους δεν είχε σαρκικό χαρακτήρα. Ήταν μια βαθιά, πνευματική και θεολογική φιλία. Αντάλλασσαν επιστολές και ποιήματα για τη θνητότητα, την τέχνη και τη σωτηρία της ψυχής. Ο θάνατός της το 1547 βύθισε τον Μιχαήλ Άγγελο σε βαθιά κατάθλιψη. Ο βιογράφος του, Ασκάνιο Κοντίβι, έγραψε ότι ο καλλιτέχνης μετάνιωνε για ένα μόνο πράγμα στη ζωή του: ότι όταν πήγε να αποχαιρετήσει το νεκρό σώμα της Βιτόρια, φίλησε μόνο το χέρι της και όχι το μέτωπο ή το μάγουλό της.




Η Αθανασία μιας Βασανισμένης Ιδιοφυΐας.

Ο Μιχαήλ Άγγελος δεν υπήρξε απλώς ένας καλλιτέχνης. Ήταν μια ασυμβίβαστη δύναμη της φύσης. Η ζωή του, γεμάτη στερήσεις, βία και μοναξιά, αποδεικνύει μια σκληρή αλήθεια: η μεγαλοφυΐα απαιτεί βαρύ τίμημα.

Μέσα από το βιβλίο «Αγωνία και Έκσταση», ο Irving Stone μάς υπενθυμίζει ότι πίσω από το λευκό μάρμαρο του «Δαβίδ» και τα χρώματα της Καπέλα Σιστίνα κρύβεται ένας άνθρωπος που μάτωσε, λύγισε, αλλά δεν νικήθηκε ποτέ. Η «αγωνία» του σώματος έγινε η «έκσταση» της ανθρωπότητας. Πέντε αιώνες μετά, το έργο του παραμένει ζωντανό, νικώντας τον χρόνο και θυμίζοντάς μας το αληθινό μέγεθος της ανθρώπινης θέλησης.

Ο Irving Stone πέτυχε κάτι μοναδικό: έζησε χρόνια στην Ιταλία και μελέτησε εκατοντάδες επιστολές του ίδιου του Μιχαήλ Άγγελου για να γράψει αυτό το βιβλίο. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια στεγνή καταγραφή ημερομηνιών, αλλά ένας ύμνος στην ανθρώπινη θέληση.

Διαβάζοντας την «Αγωνία και την Έκσταση», καταλαβαίνει κανείς ότι η μεγαλοφυΐα δεν είναι ένα θείο δώρο· είναι μια βαριά καταδίκη, μια ασταμάτητη εσωτερική φλόγα που καταναλώνει αυτόν που την κουβαλάει, αφήνοντας όμως πίσω της έργα που νικούν τον χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: