Η παλιά βρύση δεν θυμάται τους ανθρώπους - τους αναγνωρίζει.
Εκεί, οι άνθρωποι δεν έπιναν μόνο για να σβήσουν τη δίψα.
Έπιναν για να θυμηθούν ότι κάποτε ανήκαν στο ίδιο τοπίο με την πέτρα, το χώμα, το φως.
Από το ίδιο στόμιο που κάποτε έσκυβαν παιδιά, τώρα πέφτει το νερό σαν σκέψη που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Η πέτρα έχει γίνει πιο ήσυχη από τη σιωπή, σαν να έμαθε όλα τα ονόματα και να τα κράτησε μέσα της.
Ήταν η μνήμη του βουνού που έσκυβε να πιει από τον ίδιο τον εαυτό του.
Πέτρα φαγωμένη από χέρια και καιρούς, χαραγμένη από φωνές που έφυγαν αλλά δεν έσβησαν.
Κάποτε, οι στάμνες χτυπούσαν ρυθμικά, σαν καρδιές που δεν φοβούνται τον χρόνο.
Το νερό της δεν έτρεχε· ψιθύριζε.
Κάθε σταγόνα και μια επιστροφή- και ένα όνομα που δεν τολμά πια να ειπωθεί δυνατά.
Τώρα μόνο μια σταγόνα επιμένει - όχι από ανάγκη, αλλά από συνήθεια του αιώνιου.
Τώρα η βρύση μένει μόνη, αλλά όχι σιωπηλή.
Γιατί ό,τι έχει ακουστεί από στόματα πολλά, δεν παύει ποτέ να συνεχίζει να περιγράφει τον κόσμο- ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να ακούσει.
Κι όμως, αν σταθείς αρκετά ακίνητος, θα ακούσεις κάτι παράξενο:
όχι νερό που πέφτει, αλλά μια παλιά συζήτηση που συνεχίζεται χωρίς φωνές.
Η βρύση δεν χάθηκε.
Απλώς έμαθε να μιλάει μόνο σε ό,τι δεν φεύγει ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου