8/6/26

Το Εγκαταλελειμμένο Εικονοστάσι.

 


Κανείς δεν θυμόταν πότε τοποθετήθηκε το εικονοστάσι. Βρισκόταν σε μια στροφή του δρόμου, εκεί όπου ο ελαιώνας τελείωνε και άρχιζε το πέτρινο βουνό. Ήταν βαμμένο κάποτε, μα τώρα είχε σκουριάσει  και οι ρωγμές στο μέταλλο έμοιαζαν με λεπτούς χάρτες άγνωστων χωρών.

Οι περαστικοί έλεγαν πως είχε στηθεί για έναν βοσκό που χτυπήθηκε από κεραυνό. Άλλοι για έναν στρατιώτη που δεν γύρισε ποτέ από πόλεμο. Ένας γέρος επέμενε πως δεν υπήρξε ποτέ νεκρός· πως το εικονοστάσι ήταν αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο που απλώς έφυγε και ξεχάστηκε.

Αυτή η τελευταία εκδοχή με γοήτευε.

Διότι οι νεκροί έχουν τάφους, ημερομηνίες και τελετές. Οι ξεχασμένοι έχουν μόνο σιωπή.

Ένα απόγευμα του Ιουνίου στάθηκα μπροστά του. Η γυάλινη πόρτα έλειπε. Η εικόνα του αγίου είχε ξεθωριάσει τόσο, ώστε το πρόσωπο έμοιαζε να διαλύεται μέσα στο ξύλο. Μόνο τα μάτια παρέμεναν αμυδρά ορατά, σαν δύο σημεία που αντιστέκονταν στον χρόνο.

Τότε συλλογίστηκα μια παράδοξη θεωρία.

Ίσως τα εικονοστάσια να μην είναι αφιερωμένα στους ανθρώπους, αλλά στις αναμνήσεις τους.

Όσο κάποιος θυμάται το γεγονός, το καντήλι καίει. Όταν η τελευταία μνήμη σβήσει, το εικονοστάσι εγκαταλείπεται. Όχι από αμέλεια, αλλά από μεταφυσική αναγκαιότητα.

Το συγκεκριμένο είχε φτάσει στο τελευταίο στάδιο της ύπαρξής του.

Ήταν ένα μνημείο λήθης.

Καθώς το παρατηρούσα, μου φάνηκε ότι όλη η ανθρώπινη ιστορία θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια ατέλειωτη σειρά εγκαταλελειμμένων εικονοστασίων. Αυτοκρατορίες που κανείς δεν μνημονεύει, έρωτες που δεν άφησαν επιστολές, ποιήματα που χάθηκαν πριν διαβαστούν. Ολόκληρες ζωές βυθισμένες στην αφάνεια. Η μνήμη είναι μικρή· η λήθη απέραντη. 

Έσκυψα και βρήκα μέσα λίγη σκόνη, ένα ξεραμένο φύλλο ελιάς και ένα σπίρτο.

Το σπίρτο με τάραξε.

Σήμαινε πως κάποιος είχε περάσει από εκεί όχι πολύ παλιά. Κάποιος είχε επιχειρήσει να ανάψει ξανά το καντήλι.

Ποιος;

Ένας συγγενής; Ένας προσκυνητής; Ή μήπως ένας άνθρωπος που, χωρίς να γνωρίζει τίποτε για την ιστορία του τόπου, αισθάνθηκε την ανάγκη να αντισταθεί για λίγο στη φθορά;

Δεν έμαθα ποτέ.

Όμως ξαφνικά κατάλαβα ότι η αξία του εικονοστασίου δεν βρισκόταν στο παρελθόν του. Βρισκόταν στην επιμονή του να υπάρχει.

Όπως ο βράχος του Σισύφου ανεβαίνει αιώνια το βουνό, έτσι και κάθε γενιά ανάβει ξανά το φως που η προηγούμενη άφησε να σβήσει. 

Ο ήλιος έδυε πίσω από τις ελιές. Οι σκιές μεγάλωναν. Το εικονοστάσι δεν φαινόταν πια εγκαταλελειμμένο. Έμοιαζε να περιμένει.

Ίσως όλα τα εικονοστάσια να περιμένουν.

Όχι τους νεκρούς.

Ούτε τους αγίους.

Αλλά τον επόμενο διαβάτη που θα σταθεί για λίγο μπροστά τους και θα αναρωτηθεί ποια άγνωστη ζωή κρύβεται πίσω από το φθαρμένο γυαλί.

Διότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, έστω και για μία αναπνοή, η λήθη υποχωρεί.

Και το καντήλι ανάβει ξανά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: