Γιαούρτι με μέλι. Δεν είναι πρωινό· είναι μνήμη πριν από τη σκέψη.
Είναι το ελληνικό brunch πριν υπάρξει η λέξη “brunch”, όταν η μέρα δεν είχε ακόμη αποκοπεί σε κατηγορίες, αλλά κυλούσε ενιαία, σαν φως πάνω σε ασβεστωμένη αυλή.
Το γιαούρτι -πυκνό, σχεδόν ασκητικό- κρατά μέσα του τη σιωπή του γάλακτος που άλλαξε κατάσταση. Δεν είναι πια αρχή, δεν είναι ακόμη τέλος. Είναι ενδιάμεσος χρόνος. Και πάνω του, το μέλι: χρυσό, αργό, με τη βαρύτητα της ανθοφορίας και της μέλισσας που δεν βιάστηκε ποτέ.
Στραγγιστό γιαούρτι και θυμαρίσιο μέλι. Δύο υλικά που δεν διαπραγματεύονται. Δεν συγχωνεύονται πραγματικά· συνομιλούν. Το ένα δίνει σώμα, το άλλο δίνει χρόνο. Το ένα είναι γη, το άλλο είναι άνθος που επέστρεψε σε υγρή μνήμη.
Στο ελληνικό “brunch”, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, δεν υπάρχει επίδειξη. Υπάρχει επιβίωση που έγινε αισθητική χωρίς να το καταλάβει. Ένα μπολ πάνω σε ξύλινο τραπέζι, παράθυρο μισάνοιχτο, θάλασσα ή σκόνη ή φως -συχνά το ίδιο πράγμα σε διαφορετική πυκνότητα.
Κάποιος θα το ονόμαζε απλότητα. Αλλά η απλότητα είναι πάντα ύποπτη λέξη· κρύβει πίσω της μια μακρά ιστορία συμφιλίωσης: του ανθρώπου με τη γεύση, του σώματος με τον χρόνο, της πείνας με την ευγένεια.
Και όταν το κουτάλι φτάνει στον πάτο, δεν τελειώνει το πρωινό.
Τελειώνει μόνο η ψευδαίσθηση ότι η μέρα ξεκινά κάπου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου