29/5/26

Η άγνωστη ηλικία του Cosimo.

 



Υπάρχουν άνθρωποι που μεγαλώνουν σαν δέντρα· σιγά, με κύκλους υπομονής μέσα τους.

Κι υπάρχουν άλλοι που μεγαλώνουν σαν ηφαίστεια: κάθε ηλικία τους είναι και μια υπόγεια έκρηξη.

Ο Cosimo ανήκε στη δεύτερη κατηγορία.

Στα πενήντα plus αποφάσισε να πάρει ένα παλιό καράβι από τη Νάπολη χωρίς προορισμό. Το πλοίο λεγόταν "Santa Vulcanica", όνομα τόσο γελοίο ώστε μόνο η Μεσόγειος μπορούσε να το δεχτεί σοβαρά. Ήταν σκουριασμένο στις άκρες, μύριζε λεμόνι, πετρέλαιο και παλιά ερωτικά γράμματα που κάποιος είχε ξεχάσει σε συρτάρια.

Οι επιβάτες ήταν ελάχιστοι: μια γυναίκα που φορούσε πράσινα γυαλιά τη νύχτα, ένας ναύτης που πίστευε πως τα δελφίνια είναι μετενσαρκωμένοι μουσικοί της τζαζ, κι ένας γέρος καπετάνιος που έλεγε πως η θάλασσα δεν έχει νερό αλλά χρόνο.

«Γι’ αυτό πνίγονται οι άνθρωποι», εξηγούσε. «Όχι από κύματα. Από χρόνια».

Το καράβι έπλεε αργά στον κόλπο, ενώ απέναντι ο Βεζούβιος στεκόταν ακίνητος σαν θεός που είχε κουραστεί να τιμωρεί. Τα βράδια έμοιαζε κοιμισμένος. Μα ο Cosimo ήξερε πως τα ηφαίστεια δεν κοιμούνται ποτέ. Απλώς συλλογίζονται.

Όπως κι οι άνθρωποι μετά από κάποια ηλικία.

Στο κατάστρωμα, με ένα ποτήρι λικέρ λεμονιού στο χέρι, παρατηρούσε τη θάλασσα να μαυρίζει. Η θάλασσα έχει αυτό το άδικο χάρισμα: κάνει ακόμα και τη λύπη να γυαλίζει.

Η γυναίκα με τα πράσινα γυαλιά κάθισε δίπλα του.

«Πόσο χρονών είσαι;» τον ρώτησε.

Ο Cosimo σκέφτηκε λίγο.

«Εξαρτάται», είπε. «Στη στεριά ή στη θάλασσα;»

Εκείνη γέλασε.

«Στη στεριά είμαι πενηνταπέντε και πάνω. Στη θάλασσα ίσως είμαι ακόμα δεκαεπτά. Και μπροστά σε ηφαίστεια… χιλιάδων ετών».

Η γυναίκα έβγαλε τα γυαλιά της. Τα μάτια της είχαν εκείνο το χρώμα που έχουν τα κύματα λίγο πριν από καταιγίδα.

«Η ηλικία», είπε, «είναι απλώς λάβα που κρυώνει».

Το καράβι συνέχισε να ταξιδεύει μέσα στη νύχτα σαν σκέψη που αρνείται να τελειώσει. Πίσω τους η Νάπολη έσβηνε αργά, σαν τσιγάρο σε υγρό τασάκι.

Και τότε συνέβη κάτι παράξενο.

Ο Βεζούβιος άρχισε να καπνίζει ελαφρά.

Όχι έκρηξη.

Όχι τρόμος.

Μονάχα μια λεπτή γραμμή καπνού, σαν το βουνό να αναστέναζε.

Ο καπετάνιος ούτε που τρόμαξε.

«Τα ηφαίστεια», είπε, «είναι οι καρδιές της γης. Κι οι καρδιές πρέπει πότε πότε να θυμίζουν πως ακόμα καίνε».

Ο Cosimo κοίταξε τα χέρια του.

Τις μικρές ρυτίδες γύρω από τα δάχτυλα.

Τις φλέβες που είχαν γίνει μπλε ποτάμια.

Για πρώτη φορά δεν του φάνηκαν σημάδια φθοράς.

Του φάνηκαν χάρτες.

Η θάλασσα γύρω από το πλοίο άστραφτε κάτω από το φεγγάρι σαν υγρό μέταλλο. Το καράβι έτριζε γλυκά, σαν να είχε κι αυτό αρθριτικά από τα πολλά ταξίδια.

Και τότε ο Cosimo κατάλαβε κάτι που μόνο η θάλασσα μπορεί να διδάξει:

η ηλικία δεν είναι λιμάνι.

Είναι καράβι.

Και μέσα μας, όσο κι αν σωπαίνει, πάντα ταξιδεύει ένα ηφαίστειο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: