20/5/26

Το Γαλακτομπούρεκο της Ευτέρπης.



Υπάρχουν γλυκά που τα τρως.

Και υπάρχουν γλυκά που σε τρώνε εκείνα.

Το γαλακτομπούρεκο ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Σ’ ένα παλιό ζαχαροπλαστείο κάπου ανάμεσα στην Κηφισιά και στις νύχτες που μυρίζουν βανίλια και καμένο βούτυρο, ζούσε η Ευτέρπη.

Η γυναίκα που τραγουδούσε στα γλυκά.

Όχι μεταφορικά.

Τραγουδούσε στ’ αλήθεια.

Με μια φωνή βαθιά, μελωμένη, σχεδόν μεθυσμένη, σαν παλιό μπλουζ που έμαθε ελληνικά από ναύτες και ερωμένες.

Όταν άνοιγε φύλλο, σιγοτραγουδούσε.

Όταν έδενε το σιρόπι, ανέβαινε μια ολόκληρη οκτάβα.

Κι όταν έβγαζε το γαλακτομπούρεκο από τον φούρνο, τραγουδούσε σαν γυναίκα που μόλις θυμήθηκε ποιον θέλει να φιλήσει.

Οι πελάτες έλεγαν πως το γλυκό της είχε κάτι παράξενο.

Δεν ήταν μόνο η κρέμα.

Δεν ήταν το βούτυρο.

Ήταν ότι μέσα στο ταψί είχε παγιδευτεί φωνή.

Η Ευτέρπη πίστευε πως κάθε σωστό γλυκό χρειάζεται μουσική, γιατί η ζάχαρη χωρίς τραγούδι γίνεται απλή συνήθεια.

Η Ευτέρπη έφτιαχνε γαλακτομπούρεκο σαν να ψιθυρίζε ερωτικά τραγούδια σε ανθρώπους που δεν είχε ακόμα φιλήσει.

Άπλωνε το φύλλο αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν να χάιδευε τη ράχη κάποιου εραστή που είχε επιστρέψει από ταξίδι.

Η κρέμα έβραζε υπομονετικά, με εκείνο τον τρόπο που βράζει η επιθυμία στους ανθρώπους που κάνουν πως δεν θέλουν.

Κι έπειτα ερχόταν το σιρόπι.

Το σιρόπι ήταν η αμαρτία. 

Γιατί η Ευτέρπη δεν το έριχνε ποτέ αμέσως.

Περίμενε πρώτα ν’ ακούσει το γλυκό να ανασαίνει.

«Τα σωστά πράγματα», έλεγε, «πρέπει να καίγονται λίγο πριν γλυκάνουν.»

Οι άντρες της γειτονιάς είχαν ερωτευτεί την Ευτέρπη.

Οι γυναίκες επίσης, αν και δεν το παραδέχονταν ούτε στις γάτες τους.

Μα κανείς δεν μπορούσε να την κρατήσει. Ήταν σαν την κανέλα: μένει πάνω σου, αλλά δεν φυλακίζεται.

Κάθε Παρασκευή βράδυ, μετά το κλείσιμο, ανέβαινε πάνω στον πάγκο με μια κουτάλα για μικρόφωνο και τραγουδούσε παλιά λαϊκά σε άδεια ταψιά.

Τα ταψιά γυάλιζαν σαν φεγγάρια κουζίνας.

Τότε εμφανίστηκε εκείνος.

Με μάτια κουρασμένα από τις πολλές σιωπές και χέρια που έμοιαζαν να είχαν ξεχάσει το χάδι.

Μπήκε στο μαγαζί αργά, την ώρα που εκείνη τραγουδούσε:

 «Όσοι αγαπούν αληθινά

καίγονται σαν το σιρόπι…»

Δεν μίλησε.

Κάθισε μόνο κι άκουγε.

Η Ευτέρπη του έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι γαλακτομπούρεκο.

Το ακούμπησε μπροστά του σαν να του πρόσφερε εξομολόγηση.

Μόλις δοκίμασε, έκλεισε τα μάτια.

«Τι έχει μέσα;» τη ρώτησε.

Εκείνη χαμογέλασε.

«Ρεφρέν.»

Από τότε γύριζε κάθε νύχτα.

Κι εκείνη τραγουδούσε όλο και πιο αισθησιακά όσο τον έβλεπε να τρώει αργά το γλυκό, σαν να φοβόταν μήπως τελειώσει η απόλαυση και ξαναγίνει κοινός άνθρωπος.

Μια νύχτα έσβησαν τα φώτα του μαγαζιού και έμεινε μόνο το πορτοκαλί φως του φούρνου.

Η Ευτέρπη πλησίασε.

Άγγιξε λίγο σιρόπι στον λαιμό του και ψιθύρισε:

«Ξέρεις γιατί το γαλακτομπούρεκο είναι το πιο ερωτικό γλυκό;»

«Γιατί λιώνει στο σιρόπι;»

«Όχι… γιατί τραγουδά πριν φαγωθεί.»

Και τότε τον φίλησε αργά, με γεύση κανέλα, βούτυρο και νυχτερινό τραγούδι.

Από τότε λένε πως αν φας γαλακτομπούρεκο μόνος, ακούς μουσική.

Αν το φας με κάποιον που ποθείς, ακούς την καρδιά σου.

Κι αν το φας ενώ μια γυναίκα τραγουδά δίπλα σου, τότε -για λίγα δευτερόλεπτα- η ίδια η Ευτέρπη σου γλείφει την ψυχή με σιρόπι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: