17/5/26

«Το Μονοπάτι που Ανθίζει.»



Την άνοιξη το μονοπάτι δεν φαινόταν.

Χανόταν μέσα στα λουλούδια, σαν να ντρεπόταν να ξεχωρίσει από αυτά. Μόνο όποιος περπατούσε αργά μπορούσε να καταλάβει πού τελείωνε το χορτάρι και πού άρχιζε η επιλογή.

Εκείνη ερχόταν πάντα την ίδια ώρα. Όχι από συνήθεια-από ρυθμό. Σαν κάτι μέσα της να συγχρονιζόταν με το άνοιγμα των ανθών.

Εκείνος την είδε για πρώτη φορά όταν οι παπαρούνες είχαν ανοίξει τόσο κόκκινες που έμοιαζαν με μικρές, άφωνες φωνές πάνω στη γη.

Δεν μίλησαν αμέσως.

Στέκονταν και οι δύο στο ίδιο σημείο, αλλά όχι μαζί. Ανάμεσά τους υπήρχαν λουλούδια, άγγιγμα φωτός, και εκείνη η λεπτή απόσταση που κάνει τα πράγματα να αποκτούν νόημα πριν συμβούν.

«Το μονοπάτι χάνεται κάθε άνοιξη», είπε εκείνος τελικά.

«Ίσως δεν χάνεται», απάντησε εκείνη. «Ίσως απλώς ανθίζει.»

Και τότε το κατάλαβε: δεν υπήρχε δρόμος μέσα στα λουλούδια. Υπήρχε μόνο το να τα αποδεχτείς χωρίς να τα πατήσεις.

Προχώρησαν αργά, σαν να μην ήθελαν να διακόψουν τίποτα. Οι μαργαρίτες γύριζαν το βλέμμα τους προς το φως. Οι λεβάντες κρατούσαν τη σιωπή σαν άρωμα. Και κάθε βήμα άφηνε πίσω του μια μικρή υπόσχεση ότι ο κόσμος δεν χρειάζεται βιασύνη για να συνεχίσει.

Κάποια στιγμή εκείνος άπλωσε το χέρι του και έκοψε ένα άνθος. Όχι για να το πάρει-αλλά για να καταλάβει πόσο εύθραυστη είναι η στιγμή που ζει.

Εκείνη τον κοίταξε.

«Μην κρατάς τα λουλούδια», του είπε. «Κράτα αυτό που σου έκαναν να νιώσεις όταν τα είδες όρθια.»

Και το άφησε να πέσει.

Το μονοπάτι άρχισε ξανά να διακρίνεται λίγο πιο πέρα, σαν να περίμενε να αποφασίσουν αν θα συνεχίσουν ως σώματα ή ως μνήμη.

Όταν έφτασαν στο ξέφωτο, δεν υπήρχε τέλος ούτε αρχή.

Μόνο άνοιξη.

Και το άρωμα από κάτι που δεν είχε ειπωθεί ακόμη, αλλά είχε ήδη ανθίσει.




Δεν υπάρχουν σχόλια: