17/5/26

Η Πορεία προς το Μηδέν και ο Κοινωνικός Ρεαλισμός.

«Ο άνθρωπος που δεν “είναι από δω”, ο άνθρωπος που “πεθαίνει περπατώντας” δεν θα πάει πια πουθενά και δεν θα νιώσει άλλο κούραση. [...] Οι νεκροί, αλήθεια, είναι μονότονοι. Ο χιουμορίστας Μαρκ Τουαίν στην κάσα του έμοιαζε με τον τραγικό Φρειδερίκο Νίτσε...»



Το έργο «Ο άνθρωπος που πέθανε περπατώντας» αποτελεί ένα ιδιαίτερο αίνιγμα για τη βιβλιογραφία του Μαξίμ Γκόρκι. Το κείμενο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στη Ρωσία κατά την πρώτη, εξαιρετικά παραγωγική περίοδο του συγγραφέα, στα τέλη της δεκαετίας του 1890 ή στις αρχές του 1900. Ήταν η εποχή που ο Γκόρκι περιπλανιόταν στη ρωσική ύπαιθρο και έγραφε ρεαλιστικά διηγήματα για τους περιθωριακούς και τους εξαθλιωμένους οδοιπόρους (τους λεγόμενους μποσιάκ - ξυπόλυτους). Ο αυθεντικός, κανονικός τίτλος του έργου στα ρωσικά είναι «Человек» (που μεταφράζεται απλά ως «Ο Άνθρωπος».)Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1939 (τρεις δεκαετίες αργότερα). Αν αναζητήσει κανείς τον ακριβή τίτλο στην παγκόσμια βιβλιογραφία, θα διαπιστώσει ότι ο τίτλος «Ο άνθρωπος που πέθανε περπατώντας» υπάρχει σχεδόν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά. Όταν ο μεταφραστής Αλέξης Ακύλας το μετέφρασε για την έκδοση του 1939, επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τον μονολεκτικό τίτλο «Ο Άνθρωπος» (ο οποίος φαινόταν πολύ γενικός). Αντίθετα, εμπνεύστηκε τον τίτλο «Ο άνθρωπος που πέθανε περπατώντας» από την ίδια την κεντρική ιδέα και το περιεχόμενο του κειμένου, το οποίο περιγράφει την αιώνια, δραματική και μοναχική πορεία του Ανθρώπου μέσα στον χρόνο, στις κακουχίες και στην ιστορία, μέχρι την τελική του κατάρρευση.

Ο Τίτλος ως Υπαρξιακό και Κοινωνικό Παράδοξο.

Ο τίτλος του έργου εμπεριέχει ένα ισχυρό οξύμωρο σχήμα. Το «περπάτημα» συμβολίζει την κίνηση, τη ζωή, την ενέργεια και την προσπάθεια. Αντίθετα, ο «θάνατος» αποτελεί την απόλυτη ακινησία και το τέλος.

Στο βιβλίο του Γκόρκι, αυτή η αντίφαση διαλύεται: ο ήρωας δεν πεθαίνει ξαφνικά ενώ περπατά, αλλά πεθαίνει επειδή είναι αναγκασμένος να περπατά αδιάκοπα. Η κίνηση μετατρέπεται από ένδειξη ζωτικότητας σε έναν μηχανικό, εξαντλητικό μαρτύριο. Ο άνθρωπος μετατρέπεται σε ένα «ζωντανό πτώμα» που κινείται αποκλειστικά από τη δύναμη της αδράνειας και της ανάγκης για επιβίωση, προτού καταρρεύσει οριστικά.

Το Μοτίβο της Ατέρμονης Πορείας ( Το Οδοιπορικό της Εξαθλίωσης).

Ο Γκόρκι, όντας ο ίδιος ένας άνθρωπος που περιπλανήθηκε επί χρόνια στη ρωσική ύπαιθρο, χρησιμοποιεί το μοτίβο του οδοιπορικού όχι ως μια ρομαντική αναζήτηση, αλλά ως μια καταγραφή της κοινωνικής αποσύνθεσης.

Η Φύση ως Εχθρός: Ο δρόμος, το κρύο και η αχανής ρωσική γεωγραφία δεν προσφέρουν λύτρωση. Γίνονται το σκηνικό της ανθρώπινης απομόνωσης.

Η Μηχανική Ύπαρξη: Ο άνθρωπος που περπατά χάνει σταδιακά τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του. Η σκέψη του εκμηδενίζεται και η ύπαρξή του περιορίζεται στην επόμενη σωματική κίνηση, στο επόμενο βήμα.

Ο Κοινωνικός Ρεαλισμός και η Κριτική του Καπιταλισμού.

Ως θεμελιωτής του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ο Γκόρκι δεν αντιμετωπίζει τον θάνατο του ήρωα ως μια μεταφυσική ή τυχαία μοίρα, αλλά ως ένα κοινωνικό έγκλημα.

Η Αδιαφορία της Μάζας: Ο οδοιπόρος περνά απαρατήρητος από την κοινωνία. Η εξαθλίωσή του είναι ορατή, αλλά απολύτως κανονικοποιημένη στα μάτια των άλλων.

Το Σύστημα της Εκμετάλλευσης: Ο θάνατος στο δρόμο είναι το άμεσο αποτέλεσμα ενός συστήματος που χρησιμοποιεί τον άνθρωπο ως αναλώσιμο εργαλείο και τον πετά όταν πλέον δεν μπορεί να προσφέρει. Ο ήρωας είναι το θύμα μιας κοινωνίας που στερείται ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης.

Το Μήνυμα του Γκόρκι.

Το έργο αποτελεί μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στην απάνθρωπη φύση της κοινωνικής ανισότητας. Ο «άνθρωπος που πέθανε περπατώντας» είναι ένας καθολικός συμβολισμός για την καταπιεσμένη εργατική τάξη. Ο Γκόρκι μάς καλεί να κατανοήσουμε ότι η αληθινή τραγωδία δεν είναι ο σωματικός θάνατος, αλλά η πνευματική και κοινωνική νέκρωση που προηγείται αυτού, όταν η ίδια η ζωή μετατρέπεται σε μια ατελείωτη, καταναγκαστική πορεία χωρίς προορισμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: