Το άγαλμα στεκόταν στην άκρη του λιμανιού, ακίνητο εδώ και έναν αιώνα, ίσως και περισσότερο. Κανείς δεν θυμόταν πια ποιον παρίστανε. Οι επιγραφές είχαν σβήσει από την αρμύρα και τον άνεμο, κι έτσι ο άνθρωπος από μάρμαρο είχε χάσει το όνομά του αλλά είχε κερδίσει κάτι σπανιότερο: είχε γίνει μέρος του τοπίου.
Κάθε πρωί ένας γλάρος ερχόταν και καθόταν στον ώμο του.
Οι ψαράδες έλεγαν πως ήταν πάντα ο ίδιος γλάρος. Οι τουρίστες γελούσαν με αυτή την ιδέα. Μα το άγαλμα δεν γελούσε. Συνέχιζε να κοιτάζει τη θάλασσα, ενώ το λευκό πουλί στεκόταν πάνω του σαν μια κινούμενη σκέψη.
Ο γλάρος ήταν ό,τι το άγαλμα δεν μπορούσε να γίνει.
Πτήση.
Το άγαλμα ήταν ό,τι ο γλάρος δεν μπορούσε να αποκτήσει.
Διάρκεια.
Έτσι, κάθε μέρα σχημάτιζαν μαζί ένα παράδοξο έργο τέχνης: η αιωνιότητα και η στιγμή, το μάρμαρο και το φτερό, η σιωπή και η κραυγή.
Κάποτε ένας ζωγράφος πέρασε από εκεί και προσπάθησε να τους αποτυπώσει στον καμβά. Όμως κάθε φορά που τελείωνε τον πίνακα, κάτι έλειπε. Άλλοτε ο γλάρος είχε πετάξει. Άλλοτε το φως είχε αλλάξει. Άλλοτε η θάλασσα είχε γίνει πιο σκοτεινή.
Τότε κατάλαβε πως η αισθητική των αγαλμάτων δεν βρίσκεται στο μάρμαρο.
Βρίσκεται σε ό,τι συμβαίνει γύρω τους.
Στο φως που αλλάζει πάνω στην πέτρα.
Στη βροχή που χαράζει νέες γραμμές.
Στον γλάρο που για λίγα λεπτά μετατρέπει ένα άγαλμα σε σύντροφο.
Το βράδυ, όταν το λιμάνι άδειαζε, το άγαλμα έμενε μόνο. Όμως πάνω στον ώμο του παρέμενε ένα λευκό φτερό που είχε αφήσει ο γλάρος.
Και τότε φαινόταν πως ούτε η πέτρα ούτε το πουλί είχαν νικήσει τον χρόνο.
Είχαν απλώς συμφιλιωθεί μαζί του.
Γιατί η αληθινή αισθητική των αγαλμάτων δεν είναι η ακινησία τους.
Είναι ο τρόπος που συνομιλούν με όσα περνούν. Με τον άνεμο, τη θάλασσα, τους ανθρώπους και τα πουλιά.
Με όλα εκείνα που φεύγουν, ενώ αυτά μένουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου