Η πιπεριά εμφανίστηκε ένα απόγευμα στον ισπανικό συνοικισμό Νάπολης (Quartieri Spagnoli) της Νάπολης σαν γυναίκα που είχε κουραστεί να είναι λαχανικό.
Κρεμόταν από έναν πάγκο αγοράς, κατακόκκινη, γυαλιστερή, σχεδόν προκλητική.
Ο γέρος μανάβης έλεγε πως είχε μεγαλώσει στις στάχτες του Βεζούβιου και πως γι’ αυτό είχε μέσα της λίγη φωτιά και λίγη κατάρα. Κανείς δεν τον πίστευε -αλλά όλοι αγόραζαν δύο κιλά.
Ο Τζιοβάνι, που πουλούσε παράνομα βιβλία και κλεμμένους δίσκους έξω από το λιμάνι, την πρόσεξε επειδή έμοιαζε με καρδιά που αρνιόταν να πεθάνει. Την πήρε σπίτι μαζί με ψωμί, κρασί και μια κονσέρβα αντζούγιες.
Στη Νάπολη οι άνθρωποι ερωτεύονται έτσι: αγοράζοντας πράγματα που δεν συνδέονται μεταξύ τους.
Το διαμέρισμά του έβλεπε έναν στενό δρόμο όπου οι μπουγάδες αιωρούνταν σαν σημαίες μικρών, άγνωστων κρατών. Από κάτω, μια γυναίκα τραγουδούσε κάθε βράδυ χωρίς να ξέρει αν έχει ωραία φωνή. Αυτό είναι το μυστικό της Νάπολης: κανείς δεν περιμένει άδεια για να γίνει τέχνη.
Ο Τζιοβάνι έκοψε την πιπεριά στη μέση.
Μέσα της υπήρχαν σπόροι τόσο πυκνοί και χρυσαφένιοι, που του φάνηκαν σαν αστερισμός.
Για μια στιγμή σκέφτηκε πως ίσως ο κόσμος δεν δημιουργήθηκε από θεό αλλά από κάποιον μάγειρα που βαρέθηκε τη σιωπή.
Την έριξε στο τηγάνι.
Το λάδι άρχισε να τραγουδά.
Όχι να τσιτσιρίζει - να τραγουδά.
Σαν παλιό ναπολιτάνικο τραγούδι που έρχεται από παράθυρο πλοίου. Η μυρωδιά γέμισε το δωμάτιο: καπνός, γλύκα, αλάτι, καλοκαίρι, φτώχεια, επιθυμία. Όλα τα μεγάλα αισθήματα της νότιας Ιταλίας χωρούσαν μέσα σε μια πιπεριά.
Τότε χτύπησε η πόρτα.
Ήταν η γυναίκα από τον δρόμο.
«Καίγεται κάτι;» τον ρώτησε.
Ο Τζιοβάνι χαμογέλασε.
«Μόνο η ζωή.»
Εκείνη μπήκε χωρίς άλλη κουβέντα, όπως μπαίνει η θάλασσα στα όνειρα των ναυτικών. Κάθισε στην κουζίνα, πήρε ένα κομμάτι πιπεριάς με τα δάχτυλα και το έφαγε αργά.
«Ξέρεις γιατί οι άνθρωποι αγαπούν τόσο τις πιπεριές εδώ;»
«Γιατί;»
«Επειδή μοιάζουν με τη Νάπολη. Απ’ έξω χρώμα. Από μέσα φωτιά.»
Κι έξω, πάνω από τις ταράτσες της Νάπολη, ο Βεζούβιος στεκόταν ακίνητος σαν θεός που άκουγε κρυφά τη συζήτηση.
Η γυναίκα μύριζε καμένο λάδι, γιασεμί και νυχτερινή θάλασσα.
Στη Νάπολη υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπαίνουν ποτέ πραγματικά σ’ ένα δωμάτιο· εισβάλλουν όπως η μουσική. Εκείνη ήταν μία από αυτούς.
Ανακάθισε στον πάγκο της κουζίνας με το φόρεμα μισάνοιχτο στους ώμους, ενώ ο Τζιοβάνι γύριζε τις πιπεριές στο τηγάνι. Το φως από τον απορροφητήρα έπεφτε πάνω στο δέρμα της σαν χρυσή σκόνη.
«Τι βάζεις μέσα;» ρώτησε.
«Σκόρδο. Αλάτι. Λίγο ξίδι.»
Εκείνη χαμογέλασε αργά.
«Ό,τι χρειάζεται κι ένας έρωτας δηλαδή.»
Το λάδι έσκαγε μικρές καυτές φυσαλίδες.
Έξω ακούγονταν μηχανάκια, φωνές, ένα μακρινό τραγούδι. Μα μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μόνο η ανάσα τους.
Ο Τζιοβάνι της πρόσφερε ένα κομμάτι πιπεριάς με τα δάχτυλα.
Εκείνη δάγκωσε αργά, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω του. Μια σταγόνα λαδιού κύλησε στον καρπό της.
Και τότε συνέβη εκείνο το παράξενο θαύμα που συμβαίνει μόνο στη Νάπολη:
η πείνα άλλαξε όνομα.
Δεν ήξερε ποιος φίλησε πρώτος τον άλλον. Ίσως το φιλί να είχε αρχίσει ώρες πριν, στην αγορά, όταν εκείνος διάλεγε την πιο κόκκινη πιπεριά σαν να διάλεγε μοίρα.
Τα χείλη της είχαν γεύση κρασιού και φωτιάς.
Τα δάχτυλά της πέρασαν από τον λαιμό του αργά, εξερευνητικά, σαν κάποιος να διαβάζει μυστικό χάρτη.
Στο τηγάνι οι πιπεριές άρχισαν να καίγονται.
Κανείς δεν σηκώθηκε.
Η μυρωδιά γέμισε το σπίτι -γλυκιά, πικρή, σχεδόν επικίνδυνη. Εκείνη γέλασε χαμηλά μέσα στο φιλί.
«Τις κατέστρεψες.»
«Όχι,» ψιθύρισε ο Τζιοβάνι.
«Τις άφησα να γίνουν αυτό που ήταν.»
Έξω, ο Βεζούβιος σκοτείνιαζε πάνω από τον κόλπο σαν τεράστια καρδιά έτοιμη να εκραγεί.
Κι εκείνοι φιλιούνταν στην κουζίνα, ανάμεσα σε καμένες πιπεριές και άδεια ποτήρια κρασί, σαν δύο άνθρωποι που είχαν καταλάβει ότι ο έρωτας δεν είναι ποτέ γλυκός.
Είναι πάντα λίγο καυτερός.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου