23/5/26

Ο καπνός της Νάπολης.



Η Νάπολη μύριζε καμένη πιπεριά, θάλασσα και τσιγάρο. Όχι το καθωσπρέπει τσιγάρο των σαλονιών· εκείνο το φτηνό, το νυχτερινό, που αφήνει στα δάχτυλα κιτρινίλες σαν μικρές προσωπικές εκλείψεις. Ο καπνός ανέβαινε από τα σοκάκια σαν να δοκίμαζε να γίνει σύννεφο, αλλά κάθε φορά ο ουρανός τον απέρριπτε και τον έστελνε πίσω στους ανθρώπους. Η πόλη κάπνιζε τον εαυτό της. 

Πάνω απ’ όλα στεκόταν ο Βεζούβιος, σαν θεός που είχε κόψει το ποτό αλλά όχι τα νεύρα. Κάποιες νύχτες έμοιαζε ήσυχος. Άλλες, η πλαγιά του κοκκίνιζε ανεπαίσθητα, σαν τσιγάρο που κάποιος ξέχασε αναμμένο μέσα στο σκοτάδι του κόσμου. Αυτό το βράδυ φάνταζε ήρεμος. Δεν θύμιζε παρά σκιά ηφαιστείου. Κι η βραδιά φάνταζε ήρεμη. Όσο ήρεμη μπορεί να είναι μια νύχτα στην Νάπολη.

Αυτή κάθισε στο πρεβάζι. Είχε μάτια στο χρώμα της στάχτης πριν διαλυθεί και φωνή που έμοιαζε να έχει κοιμηθεί μέσα σε τζαζ δίσκους. Κάπνιζε αργά, τελετουργικά, σαν να έγραφε με καπνό γράμματα προς κάποιον άγνωστο εραστή. 

«Ξέρεις γιατί οι άνθρωποι καπνίζουν;» με ρώτησε.

«Από άγχος;»

Γέλασε.

«Όχι. Για να θυμούνται πως έχουν φωτιά μέσα τους.»

Έξω, η Νάπολη έβραζε από μηχανάκια, φωνές και απλωμένες μπουγάδες που ανέμιζαν σαν σημαίες παραδομένων βασιλείων. Κι όμως, κάτω από την πόλη, κάτω από τις πίτσες, τις εκκλησίες και τα φιλιά στα στενά, κοιμόταν η λάβα.

Η πραγματική λάβα.

Εκείνη που δεν συγχωρεί.

Πίστευε πως οι άνθρωποι ερωτεύονται όπως εκρήγνυνται τα ηφαίστεια: με αιώνες σιωπής και πέντε λεπτά καταστροφής.

Ένα ξημέρωμα ανεβήκαμε στις πλαγιές του Βεζούβιου. Ο αέρας μύριζε θειάφι και θυμάρι. Εκείνη κάπνιζε ασταμάτητα. Ο καπνός από το στόμα της μπλεκόταν με τους ατμούς της γης, λες και το βουνό κι η γυναίκα μοιράζονταν τους ίδιους πνεύμονες.

«Άκου», μου είπε. «Η λάβα είναι απλώς η γη που δεν άντεξε άλλο να σωπαίνει.»

Κοίταξα τον κρατήρα.

Ήταν σαν να κοιτούσες μέσα σε έναν θεό την ώρα που θυμάται όλους τους νεκρούς του.

Τότε κατάλαβα γιατί η Νάπολη είναι όμορφη.

Όχι παρά τον κίνδυνο- εξαιτίας του.

Οι άνθρωποι εκεί φιλιούνται σαν να τελειώνει ο κόσμος σε δέκα λεπτά.

Μαγειρεύουν σαν να είναι ιερείς κάποιας αρχαίας, λιπαρής θρησκείας.Καπνίζουν σαν να θέλουν να βγάλουν από μέσα τους τον προσωπικό τους Βεζούβιο πριν τους προλάβει ο αληθινός.

Πέταξε το τσιγάρο μέσα στη μαύρη πέτρα.

Για μια στιγμή, η στάχτη του τσιγάρου και η στάχτη του ηφαιστείου έγιναν το ίδιο πράγμα.

Και η Νάπολη, κάτω απ’ το πρώτο φως του πρωινού, έμοιαζε με μια γυναίκα ξαπλωμένη δίπλα σε κοιμισμένο δράκο- ήρεμη μόνο επειδή δεν είχε ξυπνήσει ακόμη η φωτιά.

Πλέον ήξερα... δεν θα κόψω το τσιγάρο ποτέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: