Υπάρχουν δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά. Κι όμως, περπατώντας τους, φτάνεις πιο μακριά από κάθε ταξίδι.
Έναν τέτοιο δρόμο συνάντησα ένα ηλιόλουστο απόγευμα. Ήταν στενός, στρωμένος με φθαρμένη άσφαλτο, και από τις δύο πλευρές του υψώνονταν μπαλκόνια που έμοιαζαν να συνομιλούν μεταξύ τους. Ανάμεσά τους κρέμονταν σχοινιά γεμάτα απλωμένα ρούχα.
Λευκά σεντόνια, μπλε πουκάμισα, παιδικές κάλτσες, φορέματα που ανέμιζαν σαν σημαίες άγνωστων βασιλείων.
Ο ήλιος περνούσε μέσα από τα υφάσματα και τα έκανε διάφανα. Για μια στιγμή νόμιζες πως δεν έβλεπες ρούχα αλλά τις ίδιες τις ζωές των ανθρώπων να στεγνώνουν στο φως.
Πάντα πίστευα πως η τέχνη κατοικεί στα μουσεία. Εκείνο το απόγευμα κατάλαβα πως η τέχνη προτιμά τα μπαλκόνια.
Ένα λευκό σεντόνι κυμάτιζε σαν πανί καραβιού. Ένα κόκκινο φόρεμα φλεγόταν αθόρυβα μέσα στον ήλιο. Μια σειρά από παιδικά μπλουζάκια έμοιαζε με πολύχρωμα πουλιά που είχαν σταματήσει για λίγο το πέταγμά τους.
Κανείς δεν τα είχε τοποθετήσει με αισθητική πρόθεση. Κι όμως, όλα μαζί συνέθεταν μια έκθεση ανώτερη από πολλές γκαλερί.
Γιατί η ομορφιά αγαπά το τυχαίο.
Στάθηκα στη μέση του δρόμου και κοίταξα ψηλά. Τα μπαλκόνια έγιναν θεωρεία ενός αόρατου θεάτρου. Οι νοικοκυρές, οι ηλικιωμένοι, τα παιδιά που έτρεχαν μέσα στα σπίτια, ήταν οι αθέατοι σκηνογράφοι.
Ο άνεμος έκανε την παράσταση.
Ο ήλιος υπέγραφε τα χρώματα.
Και τα απλωμένα ρούχα αφηγούνταν ιστορίες.
Μια μοναχική μπλούζα μιλούσε για κάποιον που έφυγε νωρίς για δουλειά. Ένα παιδικό παντελόνι για γόνατα γεμάτα σκόνη και παιχνίδι. Ένα μαύρο φόρεμα για μια βραδινή έξοδο που ίσως να είχε τελειώσει με ένα φιλί.
Κατάλαβα τότε πως οι πόλεις δεν αποκαλύπτουν την ψυχή τους στα μνημεία.
Την αποκαλύπτουν στα μπαλκόνια.
Στα σχοινιά.
Στα ρούχα που στεγνώνουν.
Εκεί όπου ο ήλιος αγγίζει τα πιο καθημερινά πράγματα και τα μετατρέπει σε κάτι σχεδόν αιώνιο.
Κι όταν έφυγα από τον δρόμο εκείνο, δεν θυμόμουν τις προσόψεις των κτιρίων ούτε τα ονόματα των πλατειών.
Θυμόμουν μόνο ένα λευκό σεντόνι να φουσκώνει στον αέρα σαν πανί.
Σαν να ετοιμαζόταν να ταξιδέψει.
Ίσως γιατί κάθε απλωμένο ρούχο είναι, κατά βάθος, ένα μικρό όνειρο που στεγνώνει στον ήλιο πριν επιστρέψει στη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου