Η ομορφιά υπήρξε πάντοτε κάτι περισσότερο από μια συμμετρία προσώπου ή μια ευχάριστη εικόνα.
Ήταν τρόπος να κοιτάζει κανείς τον κόσμο· και ίσως, βαθύτερα, τρόπος να αντέχει τον κόσμο.
Οι αρχαίοι πίστεψαν πως η ομορφιά είναι τάξη.
Οι ποιητές πως είναι πληγή.
Οι ερωτευμένοι πως είναι μοίρα.
Κι οι μοναχικοί πως είναι ανάμνηση.
Υπάρχει μια ομορφιά που γεννιέται από την αρμονία -
ένα άγαλμα λουσμένο στο φως,
μια μουσική που μοιάζει να γνωρίζει τα μυστικά της ψυχής,
ένα πρόσωπο που η σιωπή του λέει περισσότερα από τις λέξεις.
Μα υπάρχει και μια άλλη ομορφιά, πιο ανθρώπινη:
η ομορφιά του φθαρμένου,
του ατελούς,
του πράγματος που κουβαλά επάνω του χρόνο, λύπη και μνήμη.
Ένα παλιό λιμάνι μέσα στην ομίχλη.
Ένα σπίτι ξεχασμένο με λουλούδια στην αυλή.
Τα μάτια ενός ανθρώπου που κουράστηκε αλλά συνεχίζει να αγαπά.
Ίσως τελικά η ομορφιά να μην βρίσκεται στα αντικείμενα αλλά στη σχέση μας μαζί τους.
Δύο άνθρωποι κοιτούν το ίδιο ηλιοβασίλεμα·
ο ένας βλέπει χρώματα,
ο άλλος βλέπει ολόκληρη τη ζωή του να περνά.
Η ομορφιά δεν σώζει τον κόσμο επειδή είναι τέλεια.
Τον σώζει επειδή, έστω για μια στιγμή, κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά τον φόβο του θανάτου.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο απ’ όλα:
πως μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο φθορά,
η ομορφιά εξακολουθεί να ανθίζει σαν κάτι σχεδόν παράλογο-
σαν παπαρούνα που φυτρώνει ανάμεσα σε πέτρες,
σαν τραγούδι σε έρημο δρόμο,
σαν βλέμμα που επιμένει να φωτίζεται ενώ όλα σκοτεινιάζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου