Η Μορφούλα πήγε στην ταβέρνα για δουλειά και μέσα σε τρεις ώρες έγινε τραγουδίστρια, δύο πελάτες ερωτεύτηκαν, ένας χώρισε και κάηκαν τέσσερις κεφτέδες- χωρίς ανάληψη πολιτικής ευθύνης.
Ο Μήτσος ο ταβερνιάρης την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
— Τι ξέρεις να κάνεις;
— Λίγα πράγματα, απάντησε η Μορφούλα. Αλλά τα κάνω με συναίσθημα.
— Κακό ξεκίνημα. Πέρνα στην κουζίνα.
Την έβαλαν να καθαρίζει πατάτες. Όμως η Μορφούλα είχε ένα πρόβλημα: κάθε φορά που αγχωνόταν, τραγουδούσε.
Στην αρχή χαμηλόφωνα.
— «Πατάτα μου τηγανισμένη,
στην καρδούλα μου, καψαλισμένη…»
Ο Μανώλης ο λαντζέρης σταμάτησε.
— Συγγνώμη… αυτό ήταν τραγούδι ή απειλή;
Η Μορφούλα συνέχισε ατάραχη.
— «Κι αν με κοιτάξεις άλλη μία,
θα την κάψω την πανσέτα από αμηχανία…»
Ο Θοδωρής ο ψήστης σταυροκοπήθηκε.
Ο ταβερνιάρης μπήκε μέσα ουρλιάζοντας:
— Γιατί δεν βγαίνουν οι παραγγελίες;
— Γιατί ακούμε, αφεντικό, είπε συγκινημένος ο λαντζέρης.
Το βράδυ ο Τζόνις, ο κανονικός τραγουδιστής της ταβέρνας, δεν ήρθε, -τον παράτησε η γυναίκα του για έναν απόστρατο της αεροπορίας, με ποδήλατο και συναισθηματική σταθερότητα.
— Δεν μπορώ να τραγουδήσω. Δεν θα έρθω. Με άφησε η γυναίκα μου.
Ο ταβερνιάρης αγρίεψε:
— Και τι θα κάνω τώρα εγώ, ρε Τζόνι;
— Αν θες, μπορώ να κλαίω από το τηλέφωνο.
Τότε από την κουζίνα ακούστηκε η φωνή της Μορφούλας:
— «Άμα σε άφησε βρε Τζόνι,
πιες ουζάκι, τίποτα μη σε λαβώνει…»
Σιωπή.
Ο ταβερνιάρης αργά γύρισε προς την κουζίνα.
— Εσύ το είπες αυτό;
— Ναι, αλλά συγγνώμη, κάηκε λίγο και το γιουβέτσι.
— Δεν με νοιάζει το γιουβέτσι. Πάρε το μικρόφωνο.
Και κάπως έτσι βγήκε στην πίστα με την ποδιά ακόμα πάνω της και μια πατάτα στην τσέπη.
Στην αρχή ντρεπόταν. Μετά είδε έναν ωραίο τύπο- αλλά πολύ μεγαλύτερό της στην ηλικία, στο πρώτο τραπέζι να την κοιτάει σαν τελευταίο κομμάτι μπακλαβά.
Και τότε λύθηκε:
— «Μη με κοιτάς έτσι γλυκά,
θα τα χάσω και θα ρίξω αλάτι στον χαλβά…»
Ο τύπος χτύπησε κατά λάθος το κεφάλι του στο τραπέζι από το γέλιο.
Μια κυρία φώναξε:
— Κορίτσι μου, τραγουδάς ή φλερτάρεις;
Η Μορφούλα σήκωσε το ποτήρι της.
— Και τα δύο. Εξαρτάται από το πόσο έχει πιει ο άλλος.
Μέχρι το τέλος της νύχτας:
ο λαντζέρης της είχε γράψει ποίημα,
ο ψήστης είχε βάλει άρωμα,
ένας πελάτης παράγγειλε τρίτη χωριάτικη «για να την ξανακούσει»,- κυριολεκτικά και μεταφορικά,
και ο ταβερνιάρης είχε αλλάξει την ταμπέλα της επιχείρησης σε:
«Η Μορφούλα & Τα Συναισθηματικά Σουβλάκια!»
Από τότε δεν την ξανάβαλαν στην κουζίνα.
Όχι επειδή δεν μαγείρευε καλά- τουναντίον.
Αλλά επειδή κάθε φορά που τραγουδούσε, οι πελάτες ξέχναγαν να φάνε και ερωτεύονταν μεταξύ τους σε επικίνδυνο βαθμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου