Στο αεροδρόμιο όλοι κι όλα μοιάζουν προσωρινά. Τα φιλιά έχουν γεύση αναχώρησης, τα μάτια κοιτούν πάντα κάπου αλλού, κι ακόμη και οι αγκαλιές κρατούν όσο μια ανακοίνωση πτήσης.
Μόνο το άγαλμα έμενε ακίνητο.
Ήταν μια γυναικεία μορφή από λευκό μάρμαρο, τοποθετημένη ανάμεσα στις πύλες αναχωρήσεων και στα duty free.
Καμία πινακίδα δεν έγραφε ποια ήταν.
Οι περισσότεροι περνούσαν δίπλα της χωρίς να τη βλέπουν.
Εκτός από τον Ανδρέα.
Δούλευε νυχτερινές βάρδιες στην ασφάλεια του αεροδρομίου.
Πενήντα χρονών, διαζευγμένος, με εκείνη τη σιωπή των ανθρώπων που έμαθαν να μην περιμένουν τίποτα μετά τα μεσάνυχτα.
Κάθε βράδυ περνούσε από μπροστά της.
Κάτι στο πρόσωπο του αγάλματος τον αναστάτωνε.
Δεν ήταν η ομορφιά.
Ήταν η έκφραση.
Σαν να ήξερε κάτι ερωτικό και θλιμμένο μαζί.
Σαν γυναίκα που μόλις είχε ντυθεί μετά από έρωτα.
Ένα ξημέρωμα του Μάη τη συνάντησε.
Καθόταν απέναντι από το άγαλμα φορώντας μαύρο παλτό και κόκκινα γάντια.
Κρατούσε μια βαλίτσα μικρή, σχεδόν άδεια.
«Την κοιτάτε κάθε βράδυ», είπε χωρίς να τον κοιτάξει.
Ο Ανδρέας σταμάτησε.
«Εσείς πώς το ξέρετε;»
«Γιατί κι εγώ το ίδιο κάνω.»
Χαμογέλασε αχνά.
Είχε εκείνη την ομορφιά που δεν σε χτυπά αμέσως· μπαίνει μέσα σου αργά, όπως το κρασί ή η μουσική.
Τη λέγανε Ελένη.
Δεν έφυγε με καμία πτήση εκείνο το βράδυ.
Ούτε το επόμενο.
Άρχισαν να συναντιούνται δίπλα στο άγαλμα τις ώρες που το αεροδρόμιο άδειαζε και οι καθαρίστριες μιλούσαν ψιθυριστά σαν μοναχές.
Εκείνη του έλεγε ιστορίες για πόλεις.
Για δωμάτια ξενοδοχείων όπου οι άνθρωποι κάνουν έρωτα σαν να μην θα υπάρξει αύριο.
Για άντρες που τη φίλησαν σε ταράτσες.
Για γυναίκες που έκλαψαν στην αγκαλιά της μέσα σε ταξί.
Κι ο Ανδρέας την κοιτούσε σαν άνθρωπος που δεν είχε ταξιδέψει ποτέ, ενώ είχε περάσει όλη τη ζωή του σε αεροδρόμιο.
Μια νύχτα τον άγγιξε.
Μόνο στο χέρι.
Αλλά το σώμα του αντέδρασε σαν να τον είχε γδύσει.
«Ξέρεις τι μου αρέσει στους χώρους αναχώρησης;» του είπε.
«Τι;»
«Ότι όλοι είναι λίγο πιο ειλικρινείς πριν φύγουν.»
Πήγαν σε ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στον διάδρομο προσγείωσης.
Το δωμάτιο έτρεμε ελαφρά κάθε φορά που περνούσε αεροπλάνο.
Έκαναν έρωτα αργά, σαν να διάβαζαν ο ένας τον άλλον.
Τα χέρια της είχαν μια παράξενη βεβαιότητα πάνω του, λες και τον θυμόταν από πριν τον γνωρίσει.
Μετά έμειναν ξαπλωμένοι ακούγοντας τους κινητήρες.
«Κάποτε ήμουν γλύπτρια.», του είπε.
«Και μετά;»
«Μετά κουράστηκα να φτιάχνω σώματα που δεν αναπνέουν.»
Ο Ανδρέας γύρισε και την κοίταξε.
Τότε κατάλαβε.
Το πρόσωπο της γυναίκας και το πρόσωπο του αγάλματος ήταν ίδια.
Ακριβώς ίδια.
Ένιωσε ένα ρίγος.
«Εσύ το έφτιαξες;»
Η Ελένη χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει.
Το επόμενο βράδυ δεν εμφανίστηκε.
Ούτε το επόμενο.
Οι μέρες πέρασαν.
Ο Ανδρέας άρχισε να κοιμάται λιγότερο.
Περνούσε όλο και πιο συχνά από το άγαλμα.
Μέχρι που είδε κάτι.
Στη μαρμάρινη επιφάνεια, χαμηλά στον λαιμό, υπήρχε ένα μικρό σημάδι.
Το ίδιο σημάδι που είχε φιλήσει στο σώμα της.
Έκανε πίσω απότομα.
Το αεροδρόμιο βούιζε γύρω του.
Αναχωρήσεις.
Αφίξεις.
Ονόματα πόλεων.
Κι εκείνος στεκόταν μπροστά σε ένα άγαλμα που έμοιαζε να τον κοιτάζει με εκείνη τη γνώριμη, μετά τον έρωτα, θλίψη.
Από τότε δεν ξαναγνώρισε άλλη γυναίκα.
Μόνο περνούσε κάθε νύχτα από εκεί.
Και κάποιες φορές, λίγο πριν ξημερώσει, ορκιζόταν πως το μάρμαρο ήταν πιο ζεστό από όσο θα έπρεπε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου