Το αεροπλάνο ανέβαινε μέσα από τα σύννεφα σαν να έψαχνε μια ανάσα που είχε χαθεί ανάμεσα σε δύο σώματα.
Εκείνος καθόταν στο παράθυρο, με το χέρι ακουμπισμένο εκεί που το γυαλί κρατούσε το κρύο του ουρανού. Στο διπλανό κάθισμα υπήρχε ακόμα το ίχνος της: μια λεπτή θερμότητα, σαν άρωμα που δεν αποφάσισε να φύγει.
Δεν μιλούσαν πια.
Είχαν μιλήσει αρκετά πριν την απογείωση- εκείνο το «θα ξαναγυρίσεις;» που δεν ήταν ερώτηση, αλλά πληγή καμουφλαρισμένη σε φωνή.
Πάνω από τα σύννεφα, ο κόσμος έμοιαζε καθαρός, σχεδόν άσεμνα καθαρός. Σαν να είχαν σβηστεί όλα όσα τους είχαν αγγίξει.
Κι όμως, ο άντρας ένιωθε ότι το σώμα του θυμόταν ακόμη κάτι που δεν είχε ειπωθεί ολοκληρωμένο: τα δάχτυλά της όταν άγγιζαν το μανίκι του χωρίς λόγο, η μικρή καθυστέρηση στην αναπνοή της πριν γελάσει, εκείνο το βλέμμα που δεν έφτανε ποτέ να γίνει υπόσχεση -μόνο πιθανότητα.
Το αεροπλάνο μπήκε σε σύννεφο.
Και τότε όλα εξαφανίστηκαν.
Μέσα στο λευκό, δεν υπήρχε ούτε πάνω ούτε κάτω.
Υπήρχε μόνο η εγγύτητα.
Και μέσα σε αυτή την απουσία προσανατολισμού, εκείνος την ένιωσε ξανά δίπλα του -όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν κάτι που δεν είχε συμφωνήσει να τελειώσει.
«Δεν έπρεπε να φύγεις έτσι.», είπε μια φωνή που δεν ανήκε σε κανέναν επιβάτη.
Ή ίσως να ανήκε σε εκείνη.
Τα σύννεφα δεν απάντησαν. Απλώς έγιναν πιο πυκνά, σαν να άκουγαν με υπομονή ανθρώπινη.
Όταν το αεροπλάνο βγήκε ξανά στο φως, η πόλη από κάτω ήταν ίδια.
Η επιστροφή είχε συμβεί.
Αλλά μέσα του κάτι είχε μείνει ακόμα εκεί, στο λευκό.
Σαν φιλί που δεν έφτασε ποτέ να γίνει άγγιγμα.
Σαν υπόσχεση που δεν ειπώθηκε αρκετά δυνατά για να ακυρωθεί.
Και ίσως γι’ αυτό να πονούσε περισσότερο.
Γιατί δεν ήταν αυτό που τελείωσε.
Ήταν αυτό που συνέχισε να συμβαίνει, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα και την επιστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου