Στην αρχή, κανείς δεν κατάλαβε πως η Επανάσταση είχε ήδη συμβεί.
Δεν υπήρξαν οδοφράγματα, ούτε σημαίες, ούτε νεκροί πάνω σε πλακόστρωτα. Μονάχα μια παράξενη συνήθεια που εξαπλώθηκε αργά στις πόλεις της Μεσογείου: κάθε νύχτα πανσελήνου, οι άνθρωποι άφηναν αντικείμενα έξω από τα σπίτια τους.
Ψωμί. Κρασί. Παπούτσια. Βιβλία. Λεμόνια από το Σορρέντο. Μικρούς καθρέφτες. Βιολιά. Σπόρους βασιλικού.
Κανείς δεν υπέγραφε τίποτα. Κανείς δεν ζητούσε αντάλλαγμα.
Το φαινόμενο ξεκίνησε, λένε, από έναν άγνωστο τυπογράφο στην Νάπολη που τύπωνε νυχτερινές προκηρύξεις με ασημένιο μελάνι. Οι προκηρύξεις δεν περιείχαν συνθήματα αλλά φράσεις ακατανόητες:
«Η ιδιοκτησία είναι η σκιά που αφήνουν τα πράγματα όταν φοβούνται.»
Ή:
«Το φεγγάρι δεν ανήκει σε κανέναν κι όμως φωτίζει τους πάντες.»
Οι εφημερίδες προσπάθησαν να βρουν αρχηγούς. Δεν υπήρχαν. Οι κυβερνήσεις επιχείρησαν να απαγορεύσουν τις νυχτερινές συναθροίσεις· όμως οι ίδιοι οι αστυνομικοί εγκατέλειπαν τα πόστα τους και κάθονταν στις πλατείες πίνοντας κρασί με εργάτες, πόρνες και καθηγητές αστρονομίας.
Ένας υπουργός στην Ρώμη δήλωσε:
«Πρόκειται για μορφή μεταφυσικού κομμουνισμού.»
Το είπε ειρωνικά. Η ιστορία το κράτησε ως επίσημο όνομα.
Έτσι γεννήθηκε η Επανάσταση της Πανσελήνου.
Δεν υπήρχε κράτος με την κλασική έννοια. Οι πόλεις διοικούνταν από νυχτερινές συνελεύσεις που άλλαζαν κάθε μήνα όπως οι παλίρροιες. Τα εργοστάσια πέρασαν στα χέρια εκείνων που εργάζονταν μέσα τους, αλλά σύντομα έπαψαν να λέγονται εργοστάσια. Ονομάστηκαν εργαστήρια του κοινού φωτός.
Οι άνθρωποι δούλευαν λιγότερο. Παρήγαγαν λιγότερα. Κι όμως είχαν περισσότερα.
Αυτό το τελευταίο εξόργισε τους οικονομολόγους.
Στην Γένοβα, οι τραπεζίτες επιχείρησαν να επαναφέρουν το χρήμα. Οι κάτοικοι τούς απάντησαν τυπώνοντας χαρτονομίσματα που έγραφαν επάνω:
«Αξία έχει μόνο ό,τι μοιράζεται.»
Τα χαρτονομίσματα ήταν πανέμορφα. Είχαν σχέδια με γάτες, αχινούς, εραστές, τηλεσκόπια και πορτοκαλιές. Κυκλοφόρησαν για λίγες εβδομάδες κι έπειτα οι άνθρωποι άρχισαν να τα συλλέγουν σαν έργα τέχνης αντί να τα χρησιμοποιούν.
Έτσι κατέρρευσε η οικονομία. Και μαζί της, προς γενική κατάπληξη, κατέρρευσε και η δυστυχία.
Η πιο επικίνδυνη ιδέα της Επανάστασης της Πανσελήνου δεν ήταν η κατάργηση της ιδιοκτησίας αλλά η κατάργηση της σπανιότητας. Οι άνθρωποι ανακάλυψαν πως οι περισσότερες ελλείψεις ήταν τεχνητές, όπως τα σύνορα ή οι καθρέφτες των ανακτόρων που δείχνουν μόνο βασιλιάδες.
Κάθε πανσέληνο οι πόλεις έσβηναν τα ηλεκτρικά φώτα για μία ώρα. Οι δρόμοι φωτίζονταν μόνο από το φεγγάρι. Εκείνη την ώρα δεν επιτρεπόταν καμία εμπορική συναλλαγή.
Μονάχα μουσική. Φαγητό. Σώματα. Ιστορίες.
Στην Μπολόνια, ένα παιδί ρώτησε κάποτε:
«Αν όλα ανήκουν σε όλους, τότε σε ποιον ανήκει η νύχτα;»
Και μια ηλικιωμένη αναρχική απάντησε:
«Στην ίδια την νύχτα.»
Αργότερα, οι ιστορικοί θα διαφωνούσαν αν αυτή η περίοδος υπήρξε πραγματικά ή αν ήταν μια συλλογική ουτοπική παραίσθηση της ανθρωπότητας. Υπήρχαν ελάχιστα αρχεία. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής προτιμούσαν να τραγουδούν παρά να καταγράφουν.
Μόνο ένα βιβλίο διασώθηκε πλήρες. Δεν είχε συγγραφέα. Οι σελίδες του μύριζαν αλάτι και καπνό ξύλου. Στην τελευταία του γραμμή έγραφε:
«Όταν οι άνθρωποι έπαψαν να φοβούνται την πείνα, άρχισαν επιτέλους να πεινούν για ομορφιά.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου