Στον Molo Beverello, εκεί όπου τα καράβια δεν έδεναν ποτέ την ίδια ώρα και τα ρολόγια είχαν μια μικρή καθυστέρηση σαν να δίσταζαν να συμφωνήσουν με τον χρόνο, υπήρχε ένα μπαρ που λεγόταν "Discontinuità", στα ελληνικά "Ασυνέχεια".
Δεν είχε ταμπέλα. Μόνο μια γυάλινη πόρτα που έτριζε σαν να θυμόταν κάτι που δεν είχε συμβεί ακόμη.
Εκεί μπήκε εκείνο το απόγευμα ο άντρας με το καπέλο της λήθης.
Παρήγγειλε ένα ποτό που δεν υπήρχε στον κατάλογο.
-Βάλε μου κάτι που να θυμάται να ξεχνά, είπε.
Ο μπάρμαν, που δεν γελούσε ποτέ γιατί είχε ξεχάσει πώς, έβγαλε από ένα συρτάρι μια μικρή κόκκινη πιπεριά. Την κοίταξε σαν να ήταν παλιά γνώριμη.
-Στο ποτό ή στο στόμα; ρώτησε.
-Στο ποτό, είπε ο άντρας. Ποτέ πιπέρι στο στόμα.
Ο μπάρμαν έγνεψε. Σαν να είχε ακούσει την πιο λογική απαίτηση του κόσμου.
Έκοψε την πιπεριά στα δύο. Από μέσα δεν είχε σπόρους αλλά μικροσκοπικές σκηνές: μια γυναίκα που χόρευε σε άδειο δωμάτιο, ένα παιδί που μιλούσε με κύματα, ένα ρολόι που ανέπνεε.
Τα έριξε στο ποτήρι.
Το ποτό δεν άλλαξε χρώμα. Μόνο βάθος.
Ο άντρας το ήπιε.
Και τότε συνέβη το πρώτο παράδοξο της Νάπολης: δεν ένιωσε καμία γεύση στο στόμα. Η πιπεριά δεν άγγιζε τη γλώσσα. Αντιθέτως, άρχισε να καίει μέσα του έναν τόπο που δεν είχε επισκεφθεί ποτέ.
Ένα δωμάτιο με παράθυρα προς τη θάλασσα που δεν υπήρχε στον χάρτη.
Ένα γράμμα που δεν είχε γραφτεί ακόμη, αλλά ήδη είχε χαθεί.
Ένα φιλί που δεν συνέβη, αλλά άφηνε σημάδια σαν αλάτι στο δέρμα της μνήμης.
Ο άντρας άφησε το ποτήρι.
-Τι είναι αυτό; ρώτησε.
-Πιπεριά στο ποτό, απάντησε ο μπάρμαν. Όχι στο στόμα.
-Και γιατί δεν καίει;
Ο μπάρμαν σήκωσε τους ώμους.
-Γιατί το στόμα ανήκει στο παρόν. Το ποτό όμως όχι.
Έξω, τα καράβια άρχισαν να φεύγουν προς λάθος κατευθύνσεις. Ένα γύρισε πίσω πριν καν ξεκινήσει. Ένα άλλο έμεινε ακίνητο, σαν να περίμενε να θυμηθεί το όνομά του.
Ο άντρας σηκώθηκε.
Καθώς περπατούσε προς την πόρτα, ένιωθε ότι μέσα του κάτι είχε αλλάξει θέση: όχι ο χρόνος, αλλά η σειρά των πραγμάτων που δεν είχαν συμβεί.
Η πιπεριά είχε εγκατασταθεί στο ποτό του εσωτερικού του κόσμου.
Και από εκεί άρχισε να απλώνεται.
Τις επόμενες μέρες, όσοι τον έβλεπαν έλεγαν ότι μιλούσε πιο αργά. Όχι επειδή σκεφτόταν, αλλά επειδή άκουγε τις λέξεις πριν γεννηθούν. Κάποιες φορές γελούσε χωρίς λόγο. Άλλες φορές κοίταζε το κενό σαν να του χρωστούσε εξήγηση.
Στο μπαρ «Ασυνέχεια», ο μπάρμαν συνέχισε να κόβει πιπεριές μέσα σε ποτά άλλων ανθρώπων.
Κανείς δεν τις έβαζε στο στόμα.
Όλοι τις έπιναν.
Και όλοι έφευγαν με μια μικρή φωτιά που δεν έκαιγε τη γλώσσα, αλλά το ενδεχόμενο.
Στην Νάπολη λένε πως μια μέρα ο μώλος Beverello εξαφανίστηκε.
Ή μάλλον, πως έγινε τόσο αναγκαίος που δεν χρειαζόταν πια να υπάρχει.
Και το μόνο που έμεινε ήταν η γεύση μιας πιπεριάς μέσα σε ένα ποτό που κανείς δεν θυμόταν αν είχε πιει.
Μόνο ότι δεν ήταν ποτέ στο στόμα.
Αλλά πάντα μέσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου