Στην πόλη δεν υπήρχαν πια πλατείες.
Τις είχαν κάνει χώρους στάθμευσης, μικρά εμπορικά κέντρα, ή περάσματα βιαστικών ανθρώπων που περπατούσαν με το κεφάλι χαμηλά, σαν να φοβούνταν μήπως συναντήσουν το βλέμμα κάποιου άλλου. Οι παλιοί έλεγαν πως κάποτε εκεί υπήρχαν παγκάκια, συζητήσεις, φωνές, καβγάδες, έρωτες, συνθήματα και μουσικές. Τώρα υπήρχε μόνο σιωπή και η "ευγένεια" της αδιαφορίας.
Ο Νικήτας δούλευε σ’ ένα αρχείο του δήμου. Τακτοποιούσε φακέλους με αποφάσεις που κανείς δεν διάβαζε πια. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, σχεδόν αόρατος. Πίστευε πως η πολιτική ήταν κάτι βρόμικο, μια υπόθεση επαγγελματιών ψευτών και τηλεοπτικών προσώπων.
«Δεν αλλάζει τίποτα», έλεγε συχνά.
Και συνέχιζε τη ζωή του.
Ώσπου ένα πρωί έκοψαν το νερό στη γειτονιά.
Στην αρχή όλοι υπέθεσαν πως ήταν μια συνηθισμένη βλάβη. Μα το νερό δεν γύρισε ούτε το βράδυ, ούτε την επόμενη μέρα. Οι άνθρωποι άρχισαν να κατεβαίνουν στον δρόμο κρατώντας μπουκάλια, κουβάδες, θυμό. Οι ηλικιωμένοι δεν μπορούσαν να ανέβουν σκάλες. Ένα παιδί έκλαιγε γιατί δεν είχε να πιει. Μια γυναίκα λιποθύμησε μέσα στη ζέστη.
Ο Νικήτας στάθηκε στο μπαλκόνι και παρατηρούσε.
Για πρώτη φορά δεν έβλεπε «τον κόσμο». Έβλεπε πρόσωπα.
Κάποιος είπε πως η εταιρεία ύδρευσης είχε ιδιωτικοποιηθεί. Κάποιος άλλος πως είχαν μειωθεί οι τεχνικοί. Μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά φώναζε ότι οι αποφάσεις αυτές είχαν περάσει χρόνια πριν, σε συνεδριάσεις όπου δεν πήγαινε σχεδόν κανείς.
«Και τι να κάναμε δηλαδή;» είπε ένας άντρας.
«Να ήμασταν εκεί», απάντησε εκείνη.
Η φράση έμεινε μέσα του σαν αγκάθι.
Το ίδιο βράδυ κατέβηκε για πρώτη φορά στη συνέλευση της γειτονιάς. Στην αρχή ένιωθε αμήχανα. Άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους- ένας φούρναρης, μια δασκάλα, ένας άνεργος μουσικός, μια νοσηλεύτρια -μιλούσαν όλοι μαζί, διαφωνούσαν, ύψωναν τις φωνές τους, ξανακάθονταν. Δεν υπήρχε τίποτα «καθαρό» σ’ αυτό. Υπήρχε ένταση, εγωισμός, κόπωση. Μα υπήρχε και κάτι άλλο: η αίσθηση πως κανείς δεν θα σωθεί μόνος του.
Τις επόμενες μέρες οργανώθηκαν. Πίεσαν τον δήμο, έφεραν δημοσιογράφους, μάζεψαν υπογραφές, απαίτησαν απαντήσεις. Κάποιοι γελούσαν μαζί τους. Άλλοι έλεγαν πως όλα είναι μάταια.
Όμως το νερό επέστρεψε.
Όχι σαν θαύμα.
Σαν αποτέλεσμα.
Κι ο Νικήτας κατάλαβε τότε κάτι που δεν είχε μάθει ποτέ στα βιβλία ούτε στις ειδήσεις: πως η πολιτική δεν είναι μόνο κόμματα, υπουργεία και εκλογές. Είναι το νερό που φτάνει στη βρύση. Το φως στον δρόμο. Το νοσοκομείο που λειτουργεί τη νύχτα. Το αν ένας άνθρωπος μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο. Είναι η δύσκολη τέχνη του «μαζί».
Εκείνο το καλοκαίρι, στην εγκαταλειμμένη πλατεία της γειτονιάς, έφεραν ξανά παγκάκια. Κάποιος φύτεψε γιασεμιά. Τα παιδιά άρχισαν να παίζουν μπάλα. Οι ηλικιωμένοι έβγαιναν τα βράδια με καρέκλες. Και μερικές φορές, αργά τη νύχτα, ακούγονταν πάλι συζητήσεις.
Όχι γιατί λύθηκαν όλα.
Αλλά γιατί οι άνθρωποι θυμήθηκαν πως η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα.
Είναι παραίτηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου