17/5/26

Το νερό δεν φοβάται την Πτώση.



Το νερό δεν έχει ηθική. Έχει μόνο υψόμετρο.

Αν το αφήσεις ήσυχο, θα κατέβει. Από το βουνό στο ποτάμι, από το ποτάμι στη θάλασσα, από τα μάτια στο στόμα, από την καρδιά στο πάτωμα. Η βαρύτητα είναι ο πιο παλιός νταβατζής του κόσμου· όλα τα σπρώχνει προς τα κάτω με την ευγένεια ενός αγίου και την επιμονή ενός λογιστή.

Ο Λευτέρης το είχε καταλάβει αυτό ένα μεσημέρι στην Καβάλα, πίνοντας ούζο δίπλα στο λιμάνι και κοιτώντας μια γυναίκα που κάπνιζε σαν να υπέγραφε συμβόλαιο με τη φωτιά. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα, όχι το φυσικό κόκκινο -το κόκκινο που διαλέγουν οι άνθρωποι όταν θέλουν να τσακωθούν με τη μοίρα τους.

«Ξέρεις γιατί οι άνθρωποι ερωτεύονται;» τον ρώτησε χωρίς να τον κοιτάξει.

«Επειδή φοβούνται τον θάνατο;»

«Όχι. Γιατί θέλουν να πέσουν με στυλ

Ο Λευτέρης γέλασε. Εκείνη όχι. Οι σοβαροί άνθρωποι είναι επικίνδυνοι, αλλά οι σοβαρές γυναίκες είναι φυσικό φαινόμενο. Σαν έκλειψη ή πυρκαγιά σε τσίρκο.

Τη λέγαν Ιόλη και δούλευε σ’ ένα παλιό ενυδρείο που είχε μετατραπεί σε μπαρ. Τα ψάρια είχαν φύγει χρόνια πριν, αλλά οι δεξαμενές παρέμεναν γεμάτες νερό, λες και κάποιος περίμενε ακόμα να επιστρέψουν. Εκεί μέσα, ανάμεσα σε μπλε αντανακλάσεις και μυρωδιές από αλάτι και τζιν, η Ιόλη συνήθιζε να λέει πως οι άνθρωποι μοιάζουν με ποτάμια:

Άλλοι στερεύουν.

Άλλοι πλημμυρίζουν.

Και άλλοι περνούν όλη τους τη ζωή προσποιούμενοι τις λίμνες ενώ μέσα τους ουρλιάζουν καταρράκτες.

Ένα βράδυ, μετά το τρίτο ποτό και το πέμπτο ψέμα, η Ιόλη πήρε τον Λευτέρη από το χέρι και τον οδήγησε στην ταράτσα του μαγαζιού. Κρατούσε έναν γυάλινο σωλήνα γεμάτο νερό.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε.

«Επανάσταση

«Μοιάζει με υδραυλικά

«Όλες οι επαναστάσεις ξεκινούν σαν υδραυλικά.»

Του εξήγησε τότε πως οι άνθρωποι κάνουν το λάθος να πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι να ανεβαίνεις. Καριέρα, εξουσία, χρήματα, φήμη- όλα μια σκάλα προς τον ουρανό. Όμως το νερό, το πιο ελεύθερο πράγμα στη φύση, κάνει ακριβώς το αντίθετο: πέφτει.

Πέφτει χωρίς ντροπή.

Πέφτει χωρίς αντίσταση.

Πέφτει και έτσι φτιάχνει φαράγγια.

«Η βαρύτητα», είπε η Ιόλη, «δεν είναι τιμωρία. Είναι πρόσκληση

Κι ύστερα άνοιξε τον σωλήνα.

Το νερό κύλησε αργά πάνω στο τσιμέντο της ταράτσας, γυάλισε κάτω απ’ το φεγγάρι και βρήκε μια μικρή ρωγμή να εξαφανιστεί. Ο Λευτέρης το παρακολουθούσε σαν να έβλεπε για πρώτη φορά φιλοσοφία σε υγρή μορφή.

«Κοίτα το», του ψιθύρισε εκείνη.

«Δεν φοβάται να χαθεί για να συνεχίσει να κινείται

Εκείνο το βράδυ δεν φιλήθηκαν. Υπάρχουν στιγμές που το σύμπαν καταλαβαίνει πως ένα φιλί θα ήταν υπερβολικά μικρό γεγονός για να χωρέσει τόση αλήθεια.

Χρόνια μετά, όταν η Ιόλη είχε φύγει- γιατί οι γυναίκες σαν την Ιόλη δεν μένουν, μόνο συμβαίνουν -ο Λευτέρης άρχισε να παρατηρεί το νερό παντού.

Στον ιδρώτα των εργατών.

Στη βροχή πάνω στις πινακίδες νέον.

Στο ουίσκι που κατέβαινε αργά στον λαιμό του.

Στη θάλασσα που κάθε βράδυ επιχειρούσε να καταπιεί το λιμάνι χωρίς ποτέ να τα καταφέρνει ολοκληρωτικά.

Και τότε κατάλαβε κάτι παράξενο:

Η βαρύτητα ίσως να μην είναι νόμος της φύσης.

Ίσως να είναι απλώς η νοσταλγία όλων των πραγμάτων να επιστρέψουν κάπου.

Ακόμα και οι άνθρωποι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: