Το τέλος δεν έρχεται με θόρυβο.
Δεν είναι πόρτα που κλείνει. Δεν είναι καράβι που χάνεται στον ορίζοντα. Δεν είναι ούτε η τελευταία λέξη ενός βιβλίου.
Το τέλος έρχεται σαν ένα ελαφρύ αεράκι που περνά ανάμεσα από τα δέντρα και δεν παίρνει τίποτα μαζί του. Ή ίσως τα παίρνει όλα, αλλά τόσο απαλά που δεν το καταλαβαίνεις.
Μια μέρα κοιτάζεις τη θάλασσα και συνειδητοποιείς πως το κύμα που αγαπούσες έχει ήδη σβήσει. Όχι επειδή νικήθηκε. Όχι επειδή κουράστηκε. Αλλά επειδή κάθε κύμα γεννήθηκε για να γίνει θάλασσα ξανά.
Έτσι συμβαίνει με τους έρωτες, με τις πόλεις, με τα καλοκαίρια, με τα πρόσωπα που κάποτε φώτιζαν ένα δωμάτιο μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν μέσα σ' αυτό.
Όλα επιστρέφουν στο μεγάλο τους όλον.
Κι όμως, εκεί βρίσκεται η αβάσταχτη ελαφρότητα του τέλους: ότι τίποτε δεν συντρίβεται πραγματικά. Τα πράγματα απλώς αφήνουν το σχήμα τους.
Η άμμος παραμένει άμμος όταν το κάστρο χαθεί. Η θάλασσα παραμένει θάλασσα όταν το πλοίο βυθιστεί. Το φως παραμένει φως όταν σβήσει το απόγευμα.
Κι εμείς;
Ίσως είμαστε οι ιστορίες που άφησε πίσω του ο άνεμος. Ίσως τα ίχνη των βημάτων που η παλίρροια έσβησε αλλά θυμάται ακόμη η ακτή.
Γι' αυτό το τέλος είναι τόσο ελαφρύ. Και γι' αυτό τόσο αβάσταχτο.
Γιατί δεν μας αφαιρεί τον κόσμο.
Μας αφαιρεί μόνο την ψευδαίσθηση ότι τον κρατούσαμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου