27/5/26

Οι σκάλες του Ποζιτάνο.

 



Το Ποζιτάνο δεν είναι πόλη. Είναι κατακόρυφη ανάμνηση.

Και οι σκάλες του δεν ανεβαίνουν ούτε κατεβαίνουν· απλώς συνεχίζουν.

Τη νύχτα, όταν οι τουρίστες έχουν ήδη χαθεί στα δωμάτια με τα μπαλκόνια που κοιτούν τη θάλασσα, οι σκάλες αρχίζουν να θυμούνται. Θυμούνται παλιά βήματα, σαν να τα μετράνε ακόμη, ένα προς ένα, σαν προσευχή που δεν ειπώθηκε ποτέ ολοκληρωμένη.

Ο ήρωάς μας -αν μπορεί να ονομαστεί έτσι κάποιος που δεν αποφάσισε ποτέ αν ανεβαίνει ή αν κατεβαίνει- έφτασε στο Ποζιτάνο με την εντύπωση ότι οι πόλεις είναι οριζόντιες. Αυτό ήταν το πρώτο του λάθος.

Το δεύτερο ήταν ότι ρώτησε έναν γέρο ψαρά:

-Πού οδηγούν όλες αυτές οι σκάλες;

Ο ψαράς χαμογέλασε σαν να άκουσε μια παιδική ερώτηση.

-Στην ίδια θάλασσα. Από διαφορετικά ύψη.

Κι έδειξε προς τα κάτω, εκεί που το φως έσπαγε πάνω στα νερά σαν καθρέφτης που δεν θέλει να δείξει τίποτα ολόκληρο.



Οι σκάλες του Ποζιτάνο δεν είναι αρχιτεκτονική. Είναι μια συνωμοσία του τοπίου ενάντια στην ευθεία γραμμή. Σε κάθε σκαλοπάτι υπάρχει μια μικρή προδοσία της βαρύτητας και μια ακόμα μικρότερη υπόσχεση θέας: ένα μπαλκόνι με λεμονιές, μια πόρτα βαμμένη μπλε, μια γυναίκα που απλώνει σεντόνια σαν σημαίες μιας άγνωστης πολιτείας.

Ο ήρωας άρχισε να ανεβαίνει χωρίς σκοπό. Μετά κατέβαινε χωρίς μνήμη. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε πάψει να μετράει.

Και τότε το Ποζιτάνο τον άφησε να το καταλάβει: εδώ δεν μετράς βήματα. Μετράς μετατοπίσεις από τον εαυτό σου.



Σε μια στροφή των σκαλιών συνάντησε μια κοπέλα που κρατούσε ένα λεμόνι σαν μικρό ήλιο.

-Χάθηκες; τον ρώτησε.

-Όχι, απάντησε. Απλώς δεν βρίσκομαι ακόμα.

Εκείνη γέλασε, σαν να αναγνώρισε μια γλώσσα παλιά.

-Τότε είσαι στο σωστό μέρος. Οι σκάλες εδώ δεν σε πάνε κάπου. Σε ξεμαθαίνουν.

Και του έδωσε το λεμόνι. Όχι για να το φάει. Αλλά για να θυμάται ότι η πίκρα και το φως έχουν το ίδιο χρώμα όταν τα κοιτάς από αρκετά ψηλά.

Όταν έπεσε η νύχτα, το χωριό έγινε μια κατακόρυφη μουσική. Κάθε σκαλοπάτι ένα διάστημα σιωπής. Κάθε φως ένα κόμμα που δεν ολοκληρώνει πρόταση.

Ο ήρωας δεν ήξερε πια αν ανέβαινε ή αν κατέβαινε. Ίσως το ίδιο να έκανε το Ποζιτάνο σε όλους.

Στο τέλος, οι σκάλες τον άφησαν εκεί που πάντα αφήνουν τους επισκέπτες: λίγο πιο μακριά από εκεί που νόμιζαν ότι πηγαίνουν.

Και η θάλασσα, ατάραχη, συνέχισε να προσποιείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν στην επιφάνειά της.



Δεν υπάρχουν σχόλια: