Όταν μιλάμε για τέχνη, οι περισσότεροι σκέφτονται κάτι «υψηλό»· έναν πίνακα σε μουσείο, μια συμφωνία, ένα ποίημα δύσκολο και σκοτεινό. Κι όμως, η τέχνη δεν γεννήθηκε μόνο για τις αίθουσες και τους ειδικούς. Γεννήθηκε πρώτα από την ανθρώπινη ανάγκη να εκφραστεί ο πόνος, ο έρωτας, η απώλεια, η χαρά και η μοναξιά. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε και το λαϊκό τραγούδι.
Σήμερα πολλοί αμφισβητούν αν η σύγχρονη λαϊκή και ποπ μουσική -όπως τα τραγούδια που ερμηνεύει η Μορφούλα Ιακωβίδου, η Κατερίνα Λιόλιου και η Ιουλία Καλλιμάνη- μπορεί να θεωρηθεί τέχνη. Η αμφιβολία αυτή στηρίζεται συχνά στην εμπορικότητα, στην απλότητα των στίχων ή στη μαζική κατανάλωση. Όμως η τέχνη δεν μετριέται μόνο από την πολυπλοκότητα. Μετριέται και από την ικανότητά της να αγγίζει ανθρώπους.
Το λαϊκό τραγούδι λειτουργεί κυρίως μέσα από το άμεσο συναίσθημα. Δεν ζητά πάντα στοχασμό· ζητά συμμετοχή. Ο ακροατής δεν στέκεται απέναντί του όπως απέναντι σε έναν πίνακα· μπαίνει μέσα του. Το τραγουδά, το χορεύει, το ζει. Σε ένα νυχτερινό μαγαζί, σε ένα αυτοκίνητο τα ξημερώματα, σε ένα χωρισμό ή σε μια στιγμή μέθης, το τραγούδι γίνεται τρόπος εκτόνωσης και κοινής εμπειρίας.
Ίσως γι’ αυτό το λαϊκό τραγούδι έχει κάτι βαθιά συλλογικό. Οι άνθρωποι ενώνονται μέσα από κοινά λόγια και κοινά αισθήματα. Όπως στην αρχαία τραγωδία το κοινό βίωνε μαζί τον φόβο και τον οίκτο, έτσι και σήμερα ένα τραγούδι μπορεί να δημιουργήσει μια σύγχρονη μορφή κάθαρσης. Η μορφή άλλαξε· η ανάγκη παρέμεινε ίδια.
Βέβαια, υπάρχει και η κριτική. Ο κορυφαίος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και μουσικολόγος, Theodor W. Adorno πίστευε ότι η μαζική κουλτούρα συχνά μετατρέπει την τέχνη σε προϊόν κατανάλωσης. Μέσα στη μουσική βιομηχανία, το τραγούδι κινδυνεύει να γίνει επανάληψη, εύκολη συγκίνηση ή εμπόρευμα. Αυτή η κριτική δεν είναι αβάσιμη. Πράγματι, πολλές φορές η αγορά καθορίζει το τι ακούμε, περισσότερο από την καλλιτεχνική αναζήτηση.
Ωστόσο, ακόμη και μέσα στην εμπορικότητα, παραμένει κάτι αληθινό: η ανθρώπινη ανάγκη να νιώσει, να ταυτιστεί και να μοιραστεί συναίσθημα. Αν ένα τραγούδι συνοδεύει στιγμές ζωής, αν εκφράζει αυτό που κάποιος δεν μπορεί να πει μόνος του, τότε αποκτά καλλιτεχνική δύναμη -έστω διαφορετική από εκείνη μιας συμφωνίας ή ενός φιλοσοφικού ποιήματος.
Η τέχνη, τελικά, δεν κατοικεί μόνο στα μουσεία και στα βιβλία. Κατοικεί και στις νύχτες των ανθρώπων, στις φωνές τους, στις υπερβολές τους, στις πληγές και στις επιθυμίες τους. Και ίσως εκεί, μέσα σε ένα λαϊκό τραγούδι που όλοι τραγουδούν μαζί, να κρύβεται μια από τις πιο παλιές μορφές τέχνης: η ανάγκη να μην αισθανόμαστε μόνοι.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου