16/5/26

Είναι τέχνη το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι;



Όταν μιλάμε για τέχνη, οι περισσότεροι σκέφτονται κάτι «υψηλό»· έναν πίνακα σε μουσείο, μια συμφωνία, ένα ποίημα δύσκολο και σκοτεινό. Κι όμως, η τέχνη δεν γεννήθηκε μόνο για τις αίθουσες και τους ειδικούς. Γεννήθηκε πρώτα από την ανθρώπινη ανάγκη να εκφραστεί ο πόνος, ο έρωτας, η απώλεια, η χαρά και η μοναξιά. Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκε και το λαϊκό τραγούδι.

Σήμερα πολλοί αμφισβητούν αν η σύγχρονη λαϊκή και ποπ μουσική -όπως τα τραγούδια που ερμηνεύει η Μορφούλα Ιακωβίδου, η Κατερίνα Λιόλιου και η Ιουλία Καλλιμάνη- μπορεί να θεωρηθεί τέχνη. Η αμφιβολία αυτή στηρίζεται συχνά στην εμπορικότητα, στην απλότητα των στίχων ή στη μαζική κατανάλωση. Όμως η τέχνη δεν μετριέται μόνο από την πολυπλοκότητα. Μετριέται και από την ικανότητά της να αγγίζει ανθρώπους.

Το λαϊκό τραγούδι λειτουργεί κυρίως μέσα από το άμεσο συναίσθημα. Δεν ζητά πάντα στοχασμό· ζητά συμμετοχή. Ο ακροατής δεν στέκεται απέναντί του όπως απέναντι σε έναν πίνακα· μπαίνει μέσα του. Το τραγουδά, το χορεύει, το ζει. Σε ένα νυχτερινό μαγαζί, σε ένα αυτοκίνητο τα ξημερώματα, σε ένα χωρισμό ή σε μια στιγμή μέθης, το τραγούδι γίνεται τρόπος εκτόνωσης και κοινής εμπειρίας.



Ίσως γι’ αυτό το λαϊκό τραγούδι έχει κάτι βαθιά συλλογικό. Οι άνθρωποι ενώνονται μέσα από κοινά λόγια και κοινά αισθήματα. Όπως στην αρχαία τραγωδία το κοινό βίωνε μαζί τον φόβο και τον οίκτο, έτσι και σήμερα ένα τραγούδι μπορεί να δημιουργήσει μια σύγχρονη μορφή κάθαρσης. Η μορφή άλλαξε· η ανάγκη παρέμεινε ίδια.

Βέβαια, υπάρχει και η κριτική. Ο κορυφαίος φιλόσοφος, κοινωνιολόγος και μουσικολόγος, Theodor W. Adorno πίστευε ότι η μαζική κουλτούρα συχνά μετατρέπει την τέχνη σε προϊόν κατανάλωσης. Μέσα στη μουσική βιομηχανία, το τραγούδι κινδυνεύει να γίνει επανάληψη, εύκολη συγκίνηση ή εμπόρευμα. Αυτή η κριτική δεν είναι αβάσιμη. Πράγματι, πολλές φορές η αγορά καθορίζει το τι ακούμε, περισσότερο από την καλλιτεχνική αναζήτηση.



Ωστόσο, ακόμη και μέσα στην εμπορικότητα, παραμένει κάτι αληθινό: η ανθρώπινη ανάγκη να νιώσει, να ταυτιστεί και να μοιραστεί συναίσθημα. Αν ένα τραγούδι συνοδεύει στιγμές ζωής, αν εκφράζει αυτό που κάποιος δεν μπορεί να πει μόνος του, τότε αποκτά καλλιτεχνική δύναμη -έστω διαφορετική από εκείνη μιας συμφωνίας ή ενός φιλοσοφικού ποιήματος.

Η τέχνη, τελικά, δεν κατοικεί μόνο στα μουσεία και στα βιβλία. Κατοικεί και στις νύχτες των ανθρώπων, στις φωνές τους, στις υπερβολές τους, στις πληγές και στις επιθυμίες τους. Και ίσως εκεί, μέσα σε ένα λαϊκό τραγούδι που όλοι τραγουδούν μαζί, να κρύβεται μια από τις πιο παλιές μορφές τέχνης: η ανάγκη να μην αισθανόμαστε μόνοι.


ΥΓ) Έχω δει ανθρώπους να συγκινούνται βαθιά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ακούγοντας μια όπερα του Giuseppe Verdi. Μια σχεδόν τελετουργική συγκίνηση- πειθαρχημένη, σιωπηλή, καλλιεργημένη.
Όμως δεν έχω δει ποτέ εκείνο που έχω δει σε λαϊκά μαγαζιά όπως το Tokyo Theater Athens: άνθρωπους μισομεθυσμένους να σιγοτραγουδούν με δάκρυα στα μάτια, σαν να κρατιούνται από έναν στίχο για να μη καταρρεύσουν πλήρως.
Κι αυτό ίσως λέει κάτι σημαντικό για την τέχνη.
Υπάρχει τέχνη που την θαυμάζεις
κι υπάρχει τέχνη που κατοικεί μέσα στη ζωή σου.
Η πρώτη συχνά ζητά παιδεία, απόσταση και προσήλωση.
Η δεύτερη ζητά μόνο μια πληγή για να μπει μέσα σου.
Κανείς δεν βγαίνει από τον Βέρντι σπάζοντας ποτήρια από καημό.
Όμως χιλιάδες άνθρωποι έχουν γονατίσει σε ένα λαϊκό τραγούδι λες και βρίσκονται σε εξομολόγηση.
Ίσως λοιπόν η αξία της τέχνης να μη βρίσκεται μόνο στην αισθητική της ανωτερότητα, αλλά και στο πόσο βαθιά μπορεί να ενσωματωθεί στην καθημερινή ανθρώπινη εμπειρία.
Γιατί η μεγάλη τέχνη δεν είναι πάντα αυτή που υμνούν οι αίθουσες·
μερικές φορές είναι αυτή που επιβιώνει μέσα στις ραγισμένες φωνές των ανθρώπων, μετά τα μεσάνυχτα.




Δεν υπάρχουν σχόλια: