Αν υπάρχει ένα έργο στην παγκόσμια δραματουργία που καταφέρνει να σβήσει τις γραμμές ανάμεσα στη λογική και τη φαντασία με τόσο κομψό τρόπο, αυτό είναι αναμφίβολα το θεατρικό έργο «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Γραμμένη στα τέλη του 16ου αιώνα, αυτή η ρομαντική κωμωδία παραμένει ένα από τα πιο συχνά ανεβασμένα έργα παγκοσμίως, αποδεικνύοντας ότι ο άνθρωπος έχει πάντα ανάγκη από λίγη «μαγεία» για να αντέξει την πραγματικότητα. Πίσω από το ανάλαφρο ύφος, τα ξωτικά και τα αστεία μπερδέματα, κρύβεται μια πολυσύνθετη μελέτη για την ανθρώπινη φύση, τον έρωτα, την κοινωνική καταπίεση και την ίδια την τέχνη του θεάτρου.
Η Δομή.
Η δομή του έργου βασίζεται στην αρχιτεκτονική αντίθεση ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικούς χώρους, οι οποίοι λειτουργούν ως σύμβολα του ανθρώπινου ψυχισμού.
1.Η Αθήνα του Νόμου και της Τάξης:
Το έργο ξεκινά και τελειώνει στην αρχαία Αθήνα, την οποία κυβερνά ο Δούκας Θησέας. Η Αθήνα εδώ δεν είναι απλώς μια γεωγραφική τοποθεσία, αλλά το σύμβολο του "Ορθού Λόγου", του πατριαρχικού νόμου και των αυστηρών κοινωνικών συμβάσεων. Στην Αθήνα, ο έρωτας πρέπει να υποταχθεί στο καθήκον και τη λογική. Ο νόμος δίνει στον Αιγέα, πατέρα της Ερμίας το δικαίωμα να επιλέξει ως σύζυγό της τον Δημήτριο, απειλώντας την ίδια με θάνατο ή ισόβια απομόνωση σε μοναστήρι αν αυτή επιμείνει στην αγάπη της για τον Λύσανδρο.
2. Το Μαγεμένο Δάσος του Υποσυνειδήτου:
Όταν οι δύο παράνομοι νεαροί εραστές Ερμία και Λύσανδρος δραπετεύουν πέρα από τα τείχη της πόλης, εισέρχονται σε ένα σκοτεινό, πυκνό και μαγεμένο δάσος. Το δάσος εκπροσωπεί το Υποσυνείδητο, το ένστικτο, το όνειρο και την πλήρη απελευθέρωση από τους κοινωνικούς περιορισμούς. Εκεί δεν κυβερνούν οι νόμοι των ανθρώπων, αλλά τα ξωτικά: ο Βασιλιάς Όμπερον και η Βασίλισσα Τιτάνια. Στο δάσος, η σταθερότητα της ημέρας δίνει τη θέση της στις μεταβαλλόμενες σκιές της νύχτας, και οι ήρωες χάνουν τον έλεγχο των αισθήσεών τους.
Η Πλοκή.
Η πλοκή του έργου ξετυλίγεται μέσα σε τέσσερις ημέρες και νύχτες, ακολουθώντας τρεις διαφορετικές ιστορίες που περιπλέκονται στο μαγεμένο δάσος της Αθήνας.
Πράξη 1η: Η Αυστηρή Αθήνα και η Απόδραση.
Η αφορμή: Ο Δούκας Θησέας κυβερνήτης της Αθήνας ετοιμάζεται να παντρευτεί την Ιππολύτη.
Το πρόβλημα: Ο ευγενής Αιγέας φέρνει την κόρη του, Ερμία, στον Δούκα. Ο Αιγέας απαιτεί να παντρευτεί η κόρη του τον Δημήτριο. Εκείνη όμως είναι ερωτευμένη με τον Λύσανδρο.
Η απειλή: Ο νόμος της Αθήνας ορίζει ότι η Ερμία πρέπει είτε να υπακούσει, είτε να εκτελεστεί, είτε να κλειστεί σε μοναστήρι για πάντα.
Το σχέδιο: Η Ερμία και ο Λύσανδρος αποφασίζουν να δραπετεύσουν τη νύχτα στο δάσος για να παντρευτούν κρυφά. Εμπιστεύονται το μυστικό στην Ελένη (η οποία είναι απελπισμένα ερωτευμένη με τον Δημήτριο).
Η προδοσία: Η Ελένη, ελπίζοντας να κερδίσει την εύνοια του Δημητρίου, του αποκαλύπτει το σχέδιο. Ο Δημήτριος τους κυνηγά στο δάσος, και η Ελένη τον ακολουθεί.
Πράξη 2η: Το Μαγεμένο Δάσος και το Φίλτρο.
Η κόντρα των ξωτικών: Στο δάσος, ο Βασιλιάς Όμπερον και η Βασίλισσα Τιτάνια τσακώνονται άγρια για ένα ορφανό αγόρι που έχει υπό την προστασία της η Τιτάνια.
Η εκδίκηση: Ο Όμπερον διατάζει το ξωτικό Πουκ να βρει ένα μαγικό λουλούδι. Ο χυμός του, αν πέσει στα μάτια κάποιου που κοιμάται, τον κάνει να ερωτευτεί το πρώτο πλάσμα που θα δει μόλις ξυπνήσει. Στόχος του είναι να κάνει την Τιτάνια να ερωτευτεί κάτι γελοίο για να την ταπεινώσει.
Οι Μαστόροι: Μια ομάδα απλών εργατών (με αρχηγό τον Πάτο) πηγαίνει επίσης στο δάσος για να κάνει κρυφά πρόβα για ένα θεατρικό έργο (Πύραμος και Θίσβη) που θέλουν να παίξουν στους γάμους του Δούκα.
Το πρώτο λάθος: Ο Όμπερον βλέπει τον Δημήτριο να συμπεριφέρεται σκληρά στην Ελένη και διατάζει τον Πουκ να ρίξει το φίλτρο στα μάτια του «Αθηναίου νεαρού». Όμως, ο Πουκ μπερδεύεται και ρίχνει τον χυμό στα μάτια του Λύσανδρου. Ο Λύσανδρος ξυπνά, βλέπει την Ελένη και την ερωτεύεται παράφορα, εγκαταλείποντας την Ερμία.
Πράξη 3η: Το Απόλυτο Χάος.
Η μεταμόρφωση του Πάτου: Ο Πουκ βρίσκει τους εργάτες που κάνουν πρόβα. Για να διασκεδάσει, μεταμορφώνει το κεφάλι του Πάτου σε κεφάλι γαϊδάρου. Οι υπόλοιποι εργάτες τρομάζουν και φεύγουν τρέχοντας.
Η τρέλα της Τιτάνιας: Η Τιτάνια ξυπνά από τη φασαρία, βλέπει τον μεταμορφωμένο Πάτο με το γαϊδουρινό κεφάλι και, λόγω του φίλτρου, τον ερωτεύεται παράφορα, διατάζοντας τα ξωτικά της να τον υπηρετούν. Η εικόνα της πανέμορφης, αιθέριας Βασίλισσας των Ξωτικών να χαϊδεύει τα μεγάλα αυτιά ενός γαϊδάρου αποτελεί την απόλυτη σαιξπηρική αλληγορία για τα παιχνίδια που παίζει το πάθος στα μάτια των ερωτευμένων.
Το δεύτερο λάθος: Ο Όμπερον καταλαβαίνει το λάθος του Πουκ με τους εραστές. Προσπαθεί να το διορθώσει βάζοντας το φίλτρο και στα μάτια του Δημητρίου.
Το κομφούζιο: Τώρα, τόσο ο Λύσανδρος όσο και ο Δημήτριος είναι ερωτευμένοι με την Ελένη! Η Ελένη νομίζει ότι την κοροϊδεύουν, η Ερμία ζηλεύει τρελά και οι δύο άνδρες ετοιμάζονται να μονομαχήσουν.
Πράξη 4η: Η Λύση των Μαγικών.
Η αποκατάσταση: Ο Όμπερον, έχοντας πάρει αυτό που ήθελε από την Τιτάνια, τη λυπάται. Της λύνει τα μάγια και εκείνη συμφιλιώνεται μαζί του. Ο Πουκ ξαναδίνει στον Πάτο το ανθρώπινο κεφάλι του.
Το σωστό ζευγάρωμα: Ο Πουκ ρίχνει ένα αντίδοτο στα μάτια του Λύσανδρου, ώστε να αγαπά ξανά την Ερμία. Ο Δημήτριος όμως αφήνεται υπό την επήρεια του φίλτρου, ώστε να παραμείνει ερωτευμένος με την Ελένη.
Το ξημέρωμα: Ο Θησέας και ο Αιγέας βρίσκουν τους τέσσερις νέους να κοιμούνται στο δάσος. Βλέποντας ότι τα ζευγάρια είναι πλέον ευτυχισμένα (Λύσανδρος-Ερμία και Δημήτριος-Ελένη), ο Θησέας παρακάμπτει τις αντιρρήσεις του Αιγέα και εγκρίνει τους γάμους. Οι νέοι ξυπνούν και νιώθουν ότι όλα όσα έζησαν ήταν απλώς ένα παράξενο όνειρο.
Πράξη 5η: Το Θέατρο και ο Επίλογος.
Η γιορτή: Στο παλάτι της Αθήνας γίνεται τριπλός γάμος (Θησέας-Ιππολύτη, Λύσανδρος-Ερμία, Δημήτριος-Ελένη).
Η παράσταση: Οι Μαστόροι παρουσιάζουν τελικά το έργο τους. Είναι τόσο κακότεχνο και γεμάτο γκάφες, που οι ευγενείς διασκεδάζουν και γελούν με την ψυχή τους.
Το αντίο: Το έργο κλείνει τα μεσάνυχτα, όταν οι άνθρωποι πέφτουν για ύπνο. Τα ξωτικά μπαίνουν κρυφά στο παλάτι για να ευλογήσουν τους γάμους, και ο Πουκ αποχαιρετά το κοινό, λέγοντας πως αν κάτι δεν τους άρεσε, ας φανταστούν ότι απλώς κοιμήθηκαν και είδαν ένα όνειρο.
Οι Σχέσεις μέσα από την οπτική του Σαίξπηρ.
Στο «Όνειρο Θερινής Νυκτός», ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί τα ζευγάρια για να δείξει ότι ο έρωτας δεν είναι μια λογική επιλογή, αλλά μια κατάσταση παροδικής «τρέλας» και τυφλής αυταπάτης.
Οι σχέσεις των ζευγαριών του έργου χωρίζονται σε τρία διαφορετικά επίπεδα, το καθένα από τα οποία αντιπροσωπεύει μια άλλη πτυχή της αγάπης.
1. Οι Θνητοί Εραστές: Το Χάος της Νεανικής Αγάπης.
Αυτό το τετράγωνο αντιπροσωπεύει την αστάθεια και τον παραλογισμό του νεανικού πάθους. Οι χαρακτήρες των τεσσάρων νέων είναι σχεδόν πανομοιότυποι, γεγονός που δείχνει ότι στον έρωτα, το αντικείμενο του πόθου είναι συχνά εναλλάξιμο.
Λύσανδρος και Ερμία (Η Αληθινή αλλά Καταπιεσμένη Αγάπη): Είναι το μόνο ζευγάρι που ξεκινά με αμοιβαία, ειλικρινή αγάπη. Η σχέση τους δοκιμάζεται από την κοινωνία (τον πατέρα της Ερμίας και τον νόμο). Η απόδρασή τους στο δάσος δείχνει ότι η ρομαντική αγάπη χρειάζεται ελευθερία για να αναπνεύσει, αλλά μόλις μπουν στο δάσος, η πίστη τους κλονίζεται αμέσως από τα μάγια.
Δημήτριος και Ελένη (Η Εμμονή και η Απόρριψη): Μια βαθιά ανισόρροπη σχέση στην αρχή. Ο Δημήτριος έχει εγκαταλείψει την Ελένη για την Ερμία, και η Ελένη έχει πάθει εμμονή μαζί του, αυτοεξευτελίζεται και τον ακολουθεί σαν σκυλάκι. Η Ελένη αντιπροσωπεύει την ιδέα ότι «ο έρωτας δεν βλέπει με τα μάτια, αλλά με το μυαλό».
Η Ανατροπή του Φίλτρου: Όταν το μαγικό φίλτρο κάνει και τους δύο άνδρες να κυνηγούν την Ελένη, οι ρόλοι αντιστρέφονται. Η Ελένη δεν μπορεί να πιστέψει ότι την αγαπούν και νιώθει ότι την κοροϊδεύουν. Αυτό δείχνει πόσο εύκολα η ανασφάλεια καταστρέφει τη ρομαντική αυταπάτη.
Το Τέλος: Το έργο κλείνει με τον Δημήτριο να παραμένει μόνιμα υπό την επήρεια του φίλτρου. Ο Σαίξπηρ αφήνει ένα ειρωνικό σχόλιο: για να είναι αυτό το ζευγάρι ευτυχισμένο και ισορροπημένο, ο ένας από τους δύο πρέπει να ζει για πάντα μέσα σε μια ψευδαίσθηση.
2. Όμπερον και Τιτάνια: Η Μάχη για την Εξουσία.
Το βασιλικό ζευγάρι των ξωτικών αντιπροσωπεύει τον ώριμο γάμο, όπου το πάθος έχει δώσει τη θέση του στη διεκδίκηση της κυριαρχίας και τη ζήλια.
Η Σύγκρουση: Ο καυγάς τους για το ορφανό αγόρι δεν είναι απλώς μια διαφωνία, αλλά μια μάχη εγωισμών. Ο Όμπερον θέλει το αγόρι για στρατιώτη του (επιβολή πατριαρχικής ισχύος), ενώ η Τιτάνια το κρατά από πίστη στη νεκρή μητέρα του (μητρικό φίλτρο και προστασία).
Η Ταπείνωση ως Λύση: Η σχέση τους αποκαθίσταται μόνο όταν ο Όμπερον ταπεινώνει την Τιτάνια, κάνοντάς την να ερωτευτεί έναν γάιδαρο (τον Πάτο). Μόλις εκείνη υποτάσσεται και του δίνει το παιδί, ο Όμπερον τη λυπάται και τη θεραπεύει. Η σχέση τους δείχνει ότι η αγάπη στον κόσμο των ενηλίκων συνδέεται συχνά με τη δύναμη, τον έλεγχο και τη συμβιβαστική ισορροπία.
3. Θησέας και Ιππολύτη: Η Λογική και η Πολιτική Συμμαχία.
Βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και αντιπροσωπεύουν τη σταθερότητα, τον ορθό λόγο και τον θεσμικό γάμο.
Από τον Πόλεμο στον Γάμο: Ο Θησέας κατέκτησε την Ιππολύτη (Βασίλισσα των Αμαζόνων) στον πόλεμο. Όπως λέει ο ίδιος: «Σε κέρδισα με το σπαθί μου, αλλά θα σε παντρευτώ μες στη χαρά».
Η Ωριμότητα: Σε αντίθεση με τους τέσσερις νέους που παρασύρονται από τα συναισθήματα, ο Θησέας και η Ιππολύτη βλέπουν τον γάμο ως κοινωνικό καθήκον και πολιτική συμμαχία. Είναι οι μόνοι που δεν επηρεάζονται από τη μαγεία του δάσους, επειδή η σχέση τους βασίζεται στη λογική και όχι στις αυταπάτες της νύχτας.
Το Θέατρο Μέσα στο Θέατρο.
Μια από τις πιο ευφυείς δομικές τεχνικές του έργου είναι η παρουσία της ερασιτεχνικής παράστασης που ετοιμάζουν οι Μαστόροι για τους γάμους του Θησέα. Η προσπάθειά τους να παίξουν την τραγική ιστορία του «Πύραμου και της Θίσβης» μετατρέπεται σε μια παρωδία γεμάτη τεχνικά λάθη, παρεξηγήσεις και κωμικές υπερβολές.
Η ιστορία του «Πύραμου και της Θίσβης» είναι αρχαίος μύθος- μια τραγική ιστορία αγάπης από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου, η οποία αποτελεί τον προάγγελο του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», αλλά μέσα στο συγκεκριμένο έργο μετατρέπεται στην πιο ξεκαρδιστική παρωδία.
Ο Πρωτότυπος Μύθος (Η Τραγωδία): Στη Βαβυλώνα, ο Πύραμος και η Θίσβη είναι δύο πανέμορφοι νέοι που κατοικούν σε διπλανά σπίτια. Οι οικογένειές τους μισούνται θανάσιμα και τους απαγορεύουν να παντρευτούν. Οι εραστές μιλούν κρυφά μέσα από μια μικρή ρωγμή στην κοινή τους μεσοτοιχία. Αποφασίζουν να δραπετεύσουν τη νύχτα και να συναντηθούν έξω από την πόλη, κάτω από μια λευκή μουριά. Η Θίσβη φτάνει πρώτη, αλλά τρομάζει από μια λέαινα με ματωμένα σαγόνια και κρύβεται σε μια σπηλιά, χάνοντας το πέπλο της. Η λέαινα σκίζει και ματώνει το πέπλο. Όταν ο Πύραμος φτάνει και αντικρίζει το ματωμένο ύφασμα, νομίζει ότι η αγαπημένη του είναι νεκρή και αυτοκτονεί με το σπαθί του. Η Θίσβη βγαίνει από τη σπηλιά, βλέπει τον Πύραμο νεκρό και αυτοκτονεί και εκείνη με το ίδιο όπλο. Το αίμα τους βάφει για πάντα κόκκινους τους καρπούς της μουριάς.
Η Παρωδία των Μαστόρων στο «Όνειρο»: Όταν οι απλοί εργάτες της Αθήνας (ο υφαντής Πάτος, ο φυσητήρας Φλούτης κ.ά.) ανεβάζουν αυτό το δράμα στην 5η Πράξη για τους γάμους του Δούκα, το αποτέλεσμα είναι απόλυτα κωμικό λόγω της αφέλειάς τους. Επειδή δεν ξέρουν πώς να δείξουν τη μεσοτοιχία, βάζουν έναν ηθοποιό (τον Σνάουτ) να παίξει τον... «Τοίχο», έχοντας λάσπη πάνω του και κρατώντας τα δάχτυλά του ανοιχτά για να σχηματίσει τη ρωγμή! Ένας άλλος ηθοποιός υποδύεται το «Φεγγαρόφωτο», κρατώντας ένα φανάρι, ένα κλαδί και σέρνοντας μαζί του έναν ζωντανό σκύλο στη σκηνή. Ο ηθοποιός που κάνει το λιοντάρι καθησυχάζει το κοινό από πριν, βγάζοντας το κεφάλι του από τη φορεσιά, για να μη φοβηθούν οι κυρίες στην πλατεία! Ο Πάτος (ως Πύραμος) και ο Φλούτης (ως Θίσβη, με ξυρισμένο μούσι) υπερβάλλουν τόσο πολύ στις θρηνητικές τους κραυγές πριν «πεθάνουν», που οι ευγενείς-θεατές ξεσπούν σε γέλια.
Γιατί όμως ο Σαίξπηρ έβαλε αυτό το "έργο" μέσα στο έργο;
Για να υπογραμμίσει την αντίθεση: Η ιστορία του Πύραμου και της Θίσβης δείχνει τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στους τέσσερις νεαρούς εραστές του έργου (Λύσανδρο, Ερμία κλπ.) αν η απόδρασή τους στο δάσος είχε αποτύχει. Λειτουργεί ως μια «ασφάλεια» που θυμίζει πόσο κοντά είναι η κωμωδία στην τραγωδία.
Για να σατιρίσει το θέατρο: Ο Σαίξπηρ γελά με τις κακές θεατρικές παραγωγές της εποχής του και την έλλειψη φαντασίας. Ο Σαίξπηρ σατιρίζει με αγάπη τα φτωχά μέσα, τις υπερβολές και τις συμβάσεις των θεατρικών θιάσων της ελισαβετιανής εποχής.
Για να αποφορτίσει το κλίμα: Μετά το χάος και τη μαγεία της νύχτας, η ξεκαρδιστική παράσταση των Μαστόρων επαναφέρει τη χαρά και το γέλιο, οδηγώντας το έργο σε ένα απόλυτα γιορτινό κλείσιμο.
Ως Φιλοσοφικό Σχόλιο: Υπενθυμίζει στο κοινό τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την πραγματικότητα από την υποκρισία. Όπως οι Μαστόροι προσπαθούν να πείσουν το κοινό ότι ένας τοίχος ή το φεγγάρι αναπαρίστανται από ανθρώπους, έτσι και η ίδια η ζωή είναι μια παράσταση όπου όλοι παίζουν έναν ρόλο.
Στον επίλογο του έργου, ο Πουκ σπάει τον «τέταρτο τοίχο» και απευθύνεται απευθείας στους θεατές στην πλατεία, λέγοντάς τους:
«Αν οι σκιές μας σάς πλήγωσαν, σκεφτείτε μόνο τούτο και όλα θα διορθωθούν: πως κοιμηθήκατε εδώ πέρα, ενώ αυτές οι οπτασίες εμφανίζονταν. Και αυτό το αδύναμο και ανόητο θέμα, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα όνειρο».
Με αυτόν τον τρόπο, ο Σαίξπηρ εξισώνει την ίδια την εμπειρία του θεάτρου με ένα όνειρο. Σε έναν σύγχρονο κόσμο που συχνά κυριαρχείται από την απόλυτη σοβαρότητα και τον ρεαλισμό, το «Όνειρο Θερινής Νυκτός» παραμένει ένα απαραίτητο καταφύγιο. Μας υπενθυμίζει ότι, για να κατανοήσουμε πλήρως τον εαυτό μας και τους άλλους, πρέπει μερικές φορές να αφήσουμε τη λογική πίσω μας και να χαθούμε στο δικό μας μαγεμένο δάσος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου