Το δωμάτιο έβλεπε προς το πέλαγος, μα όχι προς εκείνο το πέλαγος που υπόσχεται ταξίδια... Όχι σαν το Αιγαίο.
Το Τυρρηνικό Πέλαγος είναι μια θάλασσα που μοιάζει ακίνητη, σχεδόν θεατρική, σαν να έχει στηθεί εκεί μόνο και μόνο για να αντανακλά το νησί απέναντι.
Το Κάπρι έμοιαζε τα βράδια με πολυέλαιο που επέπλεε πάνω στο νερό.
Τα φώτα του άναβαν ένα-ένα, σαν σπίρτα μέσα σε εκκλησία, κι ο Τζιοβάνι καθόταν στο μπαλκόνι του μικρού ξενοδοχείου λίγο έξω απ' το Σορρέντο- προς την πλευρά της Πούντα Καμπανέλα- και τα μέτραγε ένα προς ένα, όπως τα παιδιά κι οι ερωτευμένοι μετρούν τ'άστρα, πίνοντας λεμοντσέλο χωρίς πάγο, γιατί πίστευε πως ο πάγος είναι ένας τρόπος να απομακρύνεις τον εαυτό σου από τη γεύση.
Εκείνη εμφανίστηκε την τρίτη νύχτα.
Φορούσε λευκό φόρεμα κι ένα πράσινο μαντίλι δεμένο στον λαιμό, τόσο ελαφρύ που ο αέρας το σήκωνε σαν σημαία κάποιου ανύπαρκτου κράτους.
Κάπνιζε λεπτά τσιγάρα με άρωμα γιασεμιού και στεκόταν στην άκρη της ταράτσας κοιτώντας το νησί απέναντι, σαν να περίμενε να της απαντήσει.
«Το κοιτάζετε σαν να σας χρωστά κάτι», της είπε.
«Μου χρωστά μια ηλικία», απάντησε χωρίς να γυρίσει.
Την έλεγαν Λίνα.
Είχε έρθει από τη Νάπολη για λίγες μέρες, επειδή -όπως είπε- η πόλη τής είχε γεμίσει τα πνευμόνια με καπνό και τα όνειρα με φασαρία.
Κάθε βράδυ συναντιούνταν στην ίδια ταράτσα.
Έπιναν λεμοντσέλο, μιλούσαν λίγο και κοιτούσαν πολύ.
Η σιωπή ανάμεσά τους δεν ήταν αμηχανία.
Ήταν εκείνη η σπάνια μορφή οικειότητας όπου δύο άνθρωποι καταλαβαίνουν πως οι λέξεις θα χαλούσαν την ατμόσφαιρα όπως οι δυνατές λάμπες χαλούν ένα μπαρ μετά τα μεσάνυχτα.
«Ξέρεις γιατί όλοι αγαπούν το Κάπρι;» τον ρώτησε μια νύχτα.
«Επειδή είναι όμορφο;»
Χαμογέλασε.
«Όχι. Επειδή βρίσκεται απέναντι.»
Ο Τζιοβάνι δεν κατάλαβε αμέσως.
Εκείνη ακούμπησε το ποτήρι στο περβάζι.
«Οι άνθρωποι ερωτεύονται ό,τι δεν κατοικούν.
Το απέναντι σπίτι.
Το απέναντι σώμα.
Το απέναντι νησί.
Αν ζούσαμε εκεί κάθε μέρα, θα παραπονιόμασταν για την υγρασία και τους τουρίστες.»
Την κοίταξε.
Τα μάτια της είχαν το βαθύ χρώμα των μπουκαλιών που μένουν χρόνια σε κελάρι.
«Κι εσύ;» τη ρώτησε.
«Τι είναι αυτό που δεν κατοικείς;»
Η Λίνα άργησε να απαντήσει.
Κάτω, από τα σοκάκια του Σορρέντο, ανέβαινε μυρωδιά από λεμόνια και ψημένο ψωμί. Κάποιος τραγουδούσε ένα παλιό ναπολιτάνικο τραγούδι τόσο λυπημένα, που έμοιαζε να μην το τραγουδά για άνθρωπο αλλά για εποχή.
«Τον εαυτό μου πριν μεγαλώσω», είπε τελικά.
Εκείνο το βράδυ φίλησε τον Αντρέα σαν να δοκίμαζε κρασί που φοβόταν πως δεν θα ξαναβρεί ποτέ.
Αργά.
Μελαγχολικά.
Με την ακρίβεια ανθρώπου που γνωρίζει ότι όλα τα ωραία πράγματα έχουν ημερομηνία λήξης, ακόμη κι όταν δεν αναγράφεται πάνω τους.
Πέρασε μια βάρκα με φώτα ανοιχτά ανάμεσα στο Σορρέντο και το Κάπρι.
Για λίγα δευτερόλεπτα το νερό έλαμψε σαν σκισμένο μετάξι.
«Να πάμε απέναντι αύριο;» τη ρώτησε.
Η Λίνα χαμογέλασε χωρίς χαρά.
«Όχι.»
«Γιατί;»
«Γιατί αν πάμε, θα πάψει να είναι απέναντι.»
Κι εκείνος κατάλαβε τότε πως μερικοί άνθρωποι δεν γεννήθηκαν για να κατοικούν την ευτυχία.
Μόνο για να τη βλέπουν φωτισμένη από μακριά, σαν νησί μέσα στη νύχτα.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου