Τα λεμόνια του Ποζιτάνο δεν μοιάζουν με τα άλλα λεμόνια του κόσμου.
Είναι μεγαλύτερα, θερμότερα, σχεδόν ερωτικά.
Σαν να ωρίμασαν όχι από ήλιο αλλά από βλέμματα.
Κρέμονται πάνω από τη θάλασσα μέσα σε κήπους φτιαγμένους σε αναβαθμίδες, εκεί όπου οι βράχοι συναντούν το φως.
Τη νύχτα, κάτω από το φεγγάρι, οι καρποί λάμπουν απαλά -μικρές χρυσές καρδιές μέσα στο σκοτάδι.
Εκείνη του έμαθε πρώτα να αγγίζει τα λεμόνια.
Όχι εκείνη.
«Απαλά», του είπε.
«Σαν δέρμα.»
Τα δάχτυλά της γλίστρησαν πάνω στη φλούδα ενός καρπού.
Η επιφάνειά του ήταν ζεστή ακόμη από την ημέρα.
Έπειτα πήρε ένα μικρό μαχαίρι και χάραξε αργά το κίτρινο περίβλημα.
Το άρωμα ξέσπασε στον αέρα.
Όχι απλώς μυρωδιά.
Μνήμη.
Καλοκαίρια που δεν είχαν συμβεί ακόμα.
Ιδρωμένα σεντόνια.
Ανοιχτά παράθυρα πάνω από τη θάλασσα.
Γυμνά σώματα που φωτίζονται στιγμιαία από αναπτήρα μέσα στη νύχτα.
«Η ψυχή του λεμονιού βρίσκεται στη φλούδα», ψιθύρισε.
«Όπως και στους ανθρώπους.»
Την κοιτούσε χωρίς να μιλά.
Το Ποζιτάνο από κάτω έμοιαζε να λιώνει μέσα στο μπλε σκοτάδι.
Κάπου μακριά ακούστηκε ένα ποτήρι να σπάει και γέλια να ξεχύνονται από κάποια ταράτσα.
Εκείνη έφερε το κομμένο λεμόνι κοντά στο στόμα του.
«Δοκίμασε.»
Η γεύση ήταν οξεία, σχεδόν βίαιη.
Και αμέσως μετά ήρθε η γλυκύτητα.
Σαν φιλί που πρώτα πληγώνει.
Τότε τον άγγιξε.
Τα χέρια της μύριζαν λεμόνι, αλάτι και νύχτα.
Κι όταν ακούμπησε το πρόσωπό της πάνω στο δικό του, κατάλαβε γιατί οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα στο Ποζιτάνο:
Όχι για τη θάλασσα.
Όχι για τα χρώματα.
Αλλά για εκείνη τη στιγμή όπου ο έρωτας γίνεται άρωμα.
Και το άρωμα παίρνει μορφή λεμονιού.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου