Η αισθητική του τσιγάρου δεν είναι ποτέ μόνο αισθητική. Είναι μια μικρή μεταφυσική σκηνή, όπου ένα καθημερινό αντικείμενο μετατρέπεται σε μηχανισμό χρόνου. Το τσιγάρο δεν υπάρχει απλώς ως πράξη καπνίσματος, αλλά ως τελετουργία παύσης: μια χειρονομία που χωρίζει τον χρόνο σε πριν και μετά, και μέσα σε αυτή τη ρωγμή γεννιέται μια παράξενη ομορφιά.
Το άναμμα είναι η πρώτη στιγμή αυτής της τελετουργίας. Μια σπίθα που μοιάζει να μην ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά στο ανθρώπινο χέρι. Η φωτιά εμφανίζεται σαν κάτι αρχέγονο που δανείζεται για λίγο μορφή, χωρίς να παύει να είναι ξένη. Ο καπνός ανεβαίνει σαν απόδειξη μιας συμφωνίας ανάμεσα στην ύλη και την εξαφάνιση. Και ο άνθρωπος, για λίγο, μοιάζει να συμφιλιώνεται με μια βραδύτητα που η καθημερινότητα συνήθως απαγορεύει.
Όμως αυτή η ομορφιά αρχίζει να αλλάζει μορφή όταν επαναληφθεί. Γιατί η επανάληψη είναι το πρώτο ρήγμα προς τον εθισμό. Το σώμα παύει να θυμάται την πράξη ως επιλογή και τη θυμάται ως ανάγκη. Ο εθισμός δεν είναι μόνο χημεία· είναι και αισθητική μνήμη: η μνήμη μιας φλόγας που υπόσχεται ανακούφιση. Η επικινδυνότητα ξεκινά ακριβώς εδώ: το τσιγάρο εκπαιδεύει τον χρόνο να λυγίζει γύρω από μια μικρή φωτιά. Κάθε ένταση φαίνεται να μπορεί να μετατραπεί σε καύση. Κάθε άγχος να γίνει καπνός. Και έτσι η ανακούφιση παύει να είναι εσωτερική διεργασία και γίνεται εξωτερικό τελετουργικό.
Σε αυτό το σημείο, η φωτιά παύει να είναι εργαλείο και γίνεται οντότητα. Ο Τόμ Ρόμπινς το συμπυκνώνει αυτό με τρόπο σχεδόν μυθολογικό: «Το κάπνισμα του τσιγάρου είναι ο μεγαλύτερος βαθμός οικειότητας που μπορούμε να αποκτήσουμε με τη φωτιά χωρίς φόβο άμεσου τσουρουφλίσματος. Κάθε καπνιστής είναι μια ενσάρκωση του Προμηθέα. Το πνευμόνι του καπνιστή είναι μια γυμνή παρθένα που αφιερώνεται θυσία στο θεό της φωτιάς».
Εδώ η φωτιά δεν είναι πλέον εικόνα ελέγχου, αλλά σχέση ρίσκου. Ο άνθρωπος δεν “χειρίζεται” τη φωτιά· τη δανείζεται, γνωρίζοντας ότι κάθε δάνειο εμπεριέχει απώλεια. Η οικειότητα που περιγράφει ο Ρόμπινς είναι ακριβώς αυτή η επικίνδυνη εγγύτητα: να αγγίζεις κάτι που θα μπορούσε να σε καταστρέψει, αλλά όχι αμέσως- και άρα να το μπερδεύεις με ασφάλεια.
Το τσιγάρο γίνεται έτσι μια μικρή προμηθεϊκή πράξη: μια κλεμμένη φωτιά που δεν φωτίζει τον κόσμο αλλά τον εσωτερικεύει, τον καίει μέσα στο σώμα. Και το σώμα μετατρέπεται σε τόπο θυσίας και απόλαυσης ταυτόχρονα.
Από εδώ η αναλογία με τον έρωτα γίνεται αναπόφευκτη.
Στην αρχή, ο έρωτας είναι καθαρά αισθητική εμπειρία: οργανώνει τον κόσμο αλλιώς, κάνει τον χρόνο πυκνό, σχεδόν αναπνεύσιμο. Όμως, όπως και το τσιγάρο, μετατοπίζεται από την απόλαυση στην ανάγκη. Δεν αναζητάς πια τον άλλον· αναζητάς τη φλόγα που δημιουργεί η απουσία του.
Και εκεί εμφανίζεται το πάθος ως διπλή μορφή: φωτισμός και καύση. Γιατί το πάθος δεν είναι σταθερή κατάσταση· είναι ρυθμός φθοράς. Ζει μόνο όσο καταναλώνεται.
Ο εθισμός του έρωτα δεν διαφέρει από τον εθισμό του καπνού: και οι δύο εκπαιδεύουν το σώμα να θυμάται μια ένταση που δεν μπορεί να διαρκέσει χωρίς απώλεια. Η μνήμη γίνεται πιο ισχυρή από την παρουσία. Και το “τώρα” αρχίζει να υπάρχει μόνο ως κάτι που ήδη καίγεται.
Έτσι, το τσιγάρο, η φωτιά και ο έρωτας συναντιούνται σε ένα κοινό σημείο: σε μια οικειότητα με το εφήμερο. Σε μια συμφωνία με αυτό που δεν μπορεί να μείνει. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο επικίνδυνη αισθητική τους αλήθεια- ότι δηλαδή, ό,τι μας δίνει μορφή, είναι ταυτόχρονα αυτό που μας μαθαίνει να χανόμαστε μέσα του.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου