17/5/26

Στοιχειώδης Αισθητική.


Στο έργο του «Στοιχειώδης Αισθητική» (1992), ο Βασίλης Ραφαηλίδης δεν επιχειρεί να γράψει ένα στεγνό, ακαδημαϊκό εγχειρίδιο για τη φιλοσοφία της τέχνης. Αντίθετα, παραδίδει ένα πολιτικό, κοινωνικό και βαθύτατα ιδεολογικό μανιφέστο. Χρησιμοποιώντας το γνώριμο, οξύ και σαρκαστικό του ύφος, αποδομεί την έννοια του «ωραίου» και τη συνδέει άρρηκτα με την καθημερινή πράξη. Για τον Ραφαηλίδη, η αισθητική δεν είναι μια πολυτέλεια για λίγους εστέτ, αλλά μια θεμελιώδης ανάγκη για τον ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο.

Η Αισθητική ως η «Ηθική του Μέλλοντος».

Η κεντρική θέση του βιβλίου συνοψίζεται στη διάσημη φράση του: «Επειδή η αισθητική είναι η ηθική του μέλλοντος...». Με αυτή την παραδοχή, ο συγγραφέας ανατρέπει την παραδοσιακή ιεράρχηση των αξιών. Υποστηρίζει ότι η συμβατική ηθική είναι συχνά υποκριτική, επιβεβλημένη από την εκάστοτε εξουσία και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αντίθετα, η αισθητική καλλιέργεια εμπεριέχει μια εσωτερική ελευθερία. Ο άνθρωπος που αναπτύσσει αισθητικό κριτήριο, μαθαίνει να ξεχωρίζει το αυθεντικό από το κίβδηλο. Κατά συνέπεια, η αισθητική γίνεται το υπέρτατο κριτήριο συμπεριφοράς: ο αισθητικά καλλιεργημένος άνθρωπος αδυνατεί να πράξει το «κακό» ή το «άδικο», όχι από φόβο για τον νόμο, αλλά επειδή το θεωρεί κακόγουστο και χυδαίο. Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Ραφαηλίδης: «Η ηθική έχει πάντα ανάγκη από έναν μπαμπούλα για να επιβληθεί, ενώ η αισθητική επιβάλλεται από μόνη της διά της γοητείας της».

Το παράδειγμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ενδεικτικό: ένας πολιτικός που κραυγάζει και λαϊκίζει στην τηλεόραση, ή ένας οδηγός που βρίζει χυδαία στο φανάρι, δεν κρίνονται από τον Ραφαηλίδη με βάση τον ποινικό κώδικα, αλλά αισθητικά. Η συμπεριφορά τους είναι «αναισθητική»· αν είχαν αισθητική παιδεία, η ίδια η εσωτερική τους αρμονία θα τους εμπόδιζε να γίνουν χυδαίοι.

Η Ιστορικότητα κι η Χρησιμότητα του Ωραίου.

Ο Ραφαηλίδης απορρίπτει την ιδέα μιας «απόλυτης» ή «αντικειμενικής» ομορφιάς, αποδεικνύοντας ότι το «ωραίο» είναι μια κοινωνική σύμβαση που μεταβάλλεται ιστορικά. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των προτύπων της γυναικείας ομορφιάς: στους πίνακες του Ρούμπενς (17ος αιώνας), οι εύσωμες γυναίκες αποτελούσαν το αισθητικό ιδεώδες, καθώς η παχυσαρκία ήταν δείγμα υγείας και κοινωνικής ισχύος. Στον σύγχρονο κόσμο, το πρότυπο μετατοπίστηκε στο αδύνατο σώμα, επηρεασμένο από τη βιομηχανία της μόδας και τον καπιταλιστικό τρόπο ζωής.

Παράλληλα, ο συγγραφέας ορίζει ότι η αισθητική ξεκινά εκεί που τελειώνει η καθαρή επιβίωση, σημειώνοντας με σαφήνεια: «Η τέχνη είναι το περιττό που ομορφαίνει το αναγκαίο». Ένα απλό, ξύλινο τραπέζι κουζίνας φτιαγμένο βιαστικά έχει καθαρά χρηστική αξία. Όταν όμως ο τεχνίτης αποτυπώσει πάνω του μια γεωμετρική αρμονία πέρα από την απλή σταθερότητα, το αντικείμενο αποκτά αισθητική αξία. Είναι η ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει το πνευματικό του αποτύπωμα πάνω στην ύλη.

Το Ιδεολογικό Πεδίο Σύγκρουσης: Η Αισθητική της Δεξιάς και της Αριστεράς.

Επηρεασμένος από τη μαρξιστική θεωρία, ο Ραφαηλίδης τονίζει ότι η τέχνη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αποτελεί πεδίο ταξικής και ιδεολογικής σύγκρουσης.

Από τη μία πλευρά, η Δεξιά χρησιμοποιεί την αισθητική ως εργαλείο συντήρησης του "status quo". Στην παραδοσιακή της μορφή επενδύει στον Ακαδημαϊσμό και την αρχαιολατρία για να επιβάλει έννοιες όπως η «εθνική ομοιογένεια» και η «πειθαρχία», απορρίπτοντας την πρωτοπορία ως επικίνδυνη. Στον σύγχρονο καπιταλισμό, η Δεξιά ταυτίζεται με την αισθητική της αγοράς και του lifestyle, όπου εισάγεται η έννοια του Κιτς -η αισθητική απάτη όπου το ψεύτικο (π.χ. ένας πλαστικός κούκος σε ρολόι τοίχου, ένας χάρτινος κίονας σε καφετέρια, τα πλαστικά λουλούδια στα βάζα) προσποιείται το αυθεντικό για να εντυπωσιάσει και να ναρκώσει τις συνειδήσεις των μαζών μέσω της υποκουλτούρας. Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά ορίζει την αισθητική ως μοχλό κοινωνικής αφύπνισης και ανατροπής. Η αυθεντική αριστερή τέχνη (avant-garde) επιδιώκει να σπάσει τα κατεστημένα πρότυπα και να αποκαλύψει τις κοινωνικές ανισότητες. Ωστόσο, ο Ραφαηλίδης ασκεί δριμεία κριτική στα ιστορικά ατοπήματα της Αριστεράς, με κυριότερο τον Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό της Σοβιετικής Ένωσης. Η κρατικά επιβεβλημένη τέχνη, που εξιδανίκευε εργάτες και κορμιά γεμάτα ρώμη για προπαγανδιστικούς σκοπούς, κατέληξε να γίνει ένα «αριστερό κιτς». Στερούμενη ελευθερίας, η τέχνη αυτή έχασε την αισθητική της αξία και μετατράπηκε σε ένα ακόμα εργαλείο κομματικής χειραγώγησης. Ο συγγραφέας υπενθυμίζει με νόημα: «Η γοητεία της τέχνης βρίσκεται στην ασάφεια, στην εκκρεμότητα και στην αμφισημία, όχι στις έτοιμες κομματικές απαντήσεις».

Η «Στοιχειώδης Αισθητική» του Βασίλη Ραφαηλίδη αποτελεί ένα ηχηρό κάλεσμα σε πνευματική και πολιτική εγρήγορση. Συνδέοντας την αισθητική με την πολιτική ανάλυση, ο συγγραφέας αποδεικνύει ότι η έλλειψη αισθητικού κριτηρίου οδηγεί νομοτελειακά στην κοινωνική κακοδαιμονία και την ηθική χρεοκοπία, ανεξαρτήτως κομματικής ταυτότητας. Το τελικό μήνυμά του είναι σαφές και βαθύτατα ριζοσπαστικό: η διεκδίκηση της ομορφιάς, της αυθεντικότητας και της αρμονίας στην καθημερινή μας ζωή δεν είναι μια επιφανειακή ενασχόληση, αλλά μια κορυφαία πράξη πολιτικής αντίστασης στην ασχήμια του κόσμου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: