30/11/11

Πανηγύρια στα χωριά του Μέγδοβα!

Του Ηλία Γ. Προβόπουλου.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Έθνος".
Πώς, πότε και γιατί χτίστηκε το Μοναστήρι της Παναγίας (Γενέσιον) στην κρυφή τοποθεσία πάνω από τον ρου του Μέγδοβα και αντίκρυ στις ψηλές κορφές των Αγράφων, κανένας ακριβώς δεν γνωρίζει. Κάποια στοιχεία μας μαρτυρούν πως τούτο έγινε στα χρόνια του 16ου αιώνα αλλά δεν γνωρίζουμε ποιοι άνθρωποι το έχτισαν και ποια κοινωνία συγκροτούσαν.
Στα χωριά του Μέγδοβα το έθιμο να χορεύει πρώτα ο παπάς κρατάει ακόμη.
Στα χωριά του Μέγδοβα το έθιμο να χορεύει πρώτα ο παπάς κρατάει ακόμη.
Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα το μοναστήρι ορφανεύει από μοναχούς και οι εκτάσεις που κατείχε στη γύρω περιοχή απαλλοτριώνονται και μοιράζονται στους ντόπιους ξωμάχους. Αυτή η εποχή αχνοφαίνεται ακόμη στη μνήμη λίγων ντόπιων οι οποίοι μιλάνε και για έναν μοναχό, τον Συμεών (στη δεκαετία του 1920 ή του 1930), ενώ προσφάτως εκδηλώθηκε κάποιο ενδιαφέρον από ορισμένους μοναχούς για την επανίδρυσή του. Το στοιχείο εκείνο που κράτησε ζωντανή τη μνήμη του Μοναστηριού είναι το πανηγύρι της Παναγίας που γίνεται από την παραμονή της 8ης Σεπτεμβρίου και κρατάει ως αργά το απόγευμα της εορταστικής ημέρας, την ώρα που πέφτει η νύχτα.
Η ιδιαιτερότητα αυτού του πανηγυριού είναι ότι είναι το τελευταίο του καλοκαιριού και αφορά τους κατοίκους μιας μεγάλης περιοχής, της κοιλάδας του μέσου ρου του ποταμού Μέγδοβα όπου βρίσκονται τα χωριά Νεράιδα, Καροπλέσι, Γιαννουσέικα, Μολόχα, Κλειτσός, Δάφνη και άλλα, καθώς και τα Σαραντάπορα με όλους τους οικισμούς τους και οι κάτοικοι των οποίων έβρισκαν σε αυτό την ευκαιρία να ανταμώσουν, να γιορτάσουν, να επικοινωνήσουν και φυσικά να κανονίσουν τις δουλειές τους εν όψει του χειμώνα. Σε αυτό το αντάμωμα φυσικά και συμμετείχαν και κάτοικοι από πιο απομακρυσμένες περιοχές, ειδικά των χωριών που βρίσκονται στα ριζά των Αγράφων και η παρουσία τους εκεί είχε να κάνει με την πίστη αλλά και τη διεκπεραίωση πολλών υποχρεώσεων που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους με τους κατοίκους της προαναφερόμενης περιοχής η οποία μέχρι κάποιες δεκαετίες πριν αναφερόταν ως Δήμος Δολόπων και ανήκε στην Ευρυτανία.
Το Μέγα Γεφύρι...
Ιδιαίτερο δε ρόλο έπαιζε στο αντάμωμα αυτό και διευκόλυνε τους επισκέπτες η μεγάλη στράτα που διέσχιζε την περιοχή και ανέκαθεν ένωνε την Αιτωλία με την Καρδίτσα και περνούσε υποχρεωτικά από το Μέγα Γεφύρι, το οποίο δεν υπάρχει πια εξαιτίας μιας λάθος ενέργειας του εθνικού στρατού κατά την περίοδο του Εμφυλίου.

Σε ένα σημείο που βλέπει όλη την κοιλάδα του Μέγδοβα ανάμεσα στα Αγραφα και τον Ιταμο είναι χτισμένο το Μοναστήρι της Παναγίας.
Σε ένα σημείο που βλέπει όλη την κοιλάδα του Μέγδοβα ανάμεσα στα  Αγραφα και τον Ιταμο είναι χτισμένο το Μοναστήρι της Παναγίας.
Το πανηγύρι αυτό, όσο θυμούνται και οι παλαιότεροι της περιοχής, δεν σταμάτησε ποτέ να γίνεται εκτός από ένα - δυο από τα χρόνια του Εμφυλίου που σφοδρά ταλαιπώρησε όλα τα χωριά των Αγράφων. Στα παλαιότερα χρόνια ξεκινούσε από το απόγευμα της παραμονής όπου το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν το γλέντι και το ψήσιμο των ζωντανών που κατά κάποιο τρόπο ήταν και παραμένει ένα μέσο συναγωνισμού μεταξύ των κτηνοτρόφων για το ποιος θα ψήσει το μεγαλύτερο και καλύτερο, γιατί η κριτική επιτροπή η οποία απαρτίζεται από τους ντόπιους είναι αυστηρή και τις συνέπειες μιας κακής φήμης κανένας δεν ήθελε να τις φορτωθεί μέχρι το επόμενο πανηγύρι που θα μπορούσε να αποδείξει το αντίθετο. Στα αιγοπρόβατα εξάλλου στηριζόταν πάντα η οικονομία της περιοχής και λιγότερο στη γεωργία. Σε αυτό βοηθούσε πολύ και η χλωρίδα που αποτελείται από δρυς κυρίως και πουρνάρια και άλλους θάμνους ειδικά στη θεόρατη και δύσκολη πλαγιά απέναντι από το χωριό Νεράιδα, που καλείται Φλίτσιος, και ήταν φυσικά ο παράδεισος των κατσικιών.
Η ορχήστρα που έπαιξε στο πανηγύρι..
Η ορχήστρα που έπαιξε στο πανηγύρι..

Αυτά ήταν το καμάρι των ντόπιων και η χλιμάρα τους. Χλιμάρα έλεγαν και λένε την κατάσταση εκείνη μιας πολυμελούς οικογένειας ή ενός νοικοκυριού το οποίο ζει πάντα με το άγχος της ανεπάρκειας η οποία δεν θεραπεύεται με τίποτα. Οση δουλειά και να τράβαγαν οι άνθρωποι, υπήρχε ένα όριο που δεν τους άφηνε να δούνε άσπρη μέρα και βέβαια να χορτάσουν από μπομπότα (καλαμποκίσιο ψωμί) αφού το σταρένιο ήταν τόσο λίγο και οι νοικοκυρές το έβγαζαν στην άκρη για να κάνουν τα πρόσφορα της εκκλησίας. Ετσι πορεύτηκαν οι κάτοικοι της περιοχής και σαν άλλαξαν τα πράγματα, εδώ και τριάντα πάνω-κάτω χρόνια οι περισσότεροι πήραν τα μάτια τους και έφυγαν, άλλοι για τον κάμπο και άλλοι μακρύτερα, στην Αθήνα και στις ξένες χώρες μετανάστες.
Κατά παράδοση ο Σπύρος Μακρής πιάνει πάντα για να ψήσει μια μεριά ψηλότερα από τους άλλους και μαζί με τα σφάγια φτιάχνει και μια σούβλα κοκορέτσι.
Κατά παράδοση ο Σπύρος Μακρής πιάνει πάντα για να ψήσει μια μεριά ψηλότερα από τους άλλους και μαζί με τα σφάγια φτιάχνει και μια σούβλα κοκορέτσι.
Η νοσταλγία όμως για τη μικρή τους πατρίδα ποτέ δεν έσβησε και κάθε καλοκαίρι επιστρέφουν στα χωριά τους, πολλοί φτιάχνουν ακόμα κήπους, φροντίζουν κάπως τα παρατημένα καρποφόρα δέντρα και αρκετοί μένουν μέχρι αργά το φθινόπωρο να μαζέψουν τα καρύδια και τα κάστανα από τα περιβόλια τους. Οι περισσότεροι όμως μένουν στα χωριά μέχρι της Παναγίας (στις 8 Σεπτεμβρίου) για να ζήσουν με τους συγχωριανούς που κατοικούν μόνιμα στα χωριά, για άλλη μια φορά το πανηγύρι που ξεκίνησαν, άγνωστο πότε, οι πρόγονοί τους και τους το άφησαν με την υποχρέωση να το συνεχίσουν.
Εναν φίλο του από τα διπλανά χωριά βρήκε ο Κωνσταντής Θάνος από τη Νεράιδα και έπιασαν κουβέντα για τα περασμένα...
Εναν φίλο του από τα διπλανά χωριά βρήκε ο Κωνσταντής Θάνος από τη Νεράιδα και έπιασαν κουβέντα για τα περασμένα...
Παράδοση...
Φέτος, μάλιστα, που το πανηγύρι έπεφτε μεσοβδόμαδα και πολλοί από τον κάμπο και τις πόλεις δεν μπόρεσαν να πάνε, ήρθε επιτέλους στα ίσια του και έμοιαζε πολύ με εκείνα που γίνονταν πριν από πολλά χρόνια.Τούτο φάνηκε ιδιαίτερα στα πρόσωπα των ανθρώπων που χάραζε κάπως πιο βαθιά η εποχή της λιτότητας. Κάποιες φιγούρες επίσης, τόσο από κάποιους γέροντες, αλλά και πολλές ηλικιωμένες γυναίκες, που δεν άλλαξαν θαρρείς καθόλου στο πέρασμα των χρόνων, τόνιζαν ακόμη περισσότερο το χρώμα μιας εποχής που ενώ πιστεύαμε πως πέρασε ανεπιστρεπτί, νάτην πάλι μπροστά μας.
Κόσμος από όλα τα χωριά του Μέγδοβα, από τον κάμπο και την Καρδίτσα έρχεται στο πανηγύρι της Παναγίας.
Κόσμος από όλα τα χωριά του Μέγδοβα, από τον κάμπο και την Καρδίτσα έρχεται στο πανηγύρι της Παναγίας.
Εκείνο όμως που πάλι έδειξε πως ο παραδοσιακός χαρακτήρας του πανηγυριού παραμένει ακόμα ζωντανός ήταν οι ψησταριές που έστησαν οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι κάτω από τα πλατάνια. Παλαιότερα ξεκινούσαν να ψήνουν τα σφάγια από το βράδυ της παραμονής σε μακριές ξύλινες σούβλες. Πήγαιναν εκεί αποβραδίς, άναβαν φωτιές με ξύλα βελανιδιάς, έριχναν κανένα κρεατάκι στα κάρβουνα και με τσίπουρο, ούζο και κρασί άρχιζαν το γλέντι με τα "όργανα" που έπαιζαν οι συγχωριανοί τους μέχρι την ώρα που άρχιζε το πρωί ο παπάς τη λειτουργία. Τότε σταματούσαν και έβγαζαν τα ψητά από τις σούβλες να τα λιανίσουν και να τα πουλήσουν και μετά άρχιζαν πάλι το γλέντι έως το απόγευμα. Ηταν άλλες, βέβαια, οι αντοχές των ανθρώπων και άλλες οι συνήθειές τους στη διασκέδαση και το γλέντι. Ο μπαρμπα-Γιάννης Καραμέτος (1924) μας αφηγήθηκε πως στα νιάτα του το διήμερο του πανηγυριού το πέρναγε χορεύοντας. Το ίδιο έκαναν και οι περισσότεροι χωριανοί αφού σε αυτό τον τόπο όλοι είχαν τον χορό μέσα τους και σε τούτο τους βοηθούσε το γεγονός πως ο ίδιος τόπος έβγαζε και καλούς μουσικούς, σαν τους Τσιτσιμπαίους, τον Γιώργο Λυρίτση και βγάζει ακόμα, όπως τον Γιώργο Σούφλα από το Καροπλέσι και άλλους. Από εκείνη την εποχή έμεινε η νοσταλγία για τα παλιά χρόνια και φυσικά οι ψησταριές που δίνουν το ξεχωριστό χρώμα στο πανηγύρι και αποτελούν για τους κτηνοτρόφους μια ευκαιρία να βγάλουν μερικά χρήματα από τα ζωντανά τους χωρίς να παρεμβάλλεται ο έμπορος ή ο χασάπης. Και τούτο, βέβαια, κάνουν με εξαιρετική συνέπεια και προσοχή γιατί το ψήσιμο του σφαχτού είναι από τα πράγματα για τα οποία ξεχωρίζουν ακόμη οι κτηνοτρόφοι στον Μέγδοβα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: