31/1/09
Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balkanica)

Στην Ελλάδα το αγριόγιδο είναι σπάνιο είδος και απειλείται με εξαφάνιση.
Στις ορεινές περιοχές της Πίνδου, της Ροδόπης και της Στερεάς Ελλάδας ζουν απομονωμένοι περίπου δεκαπέντε μικροί πληθυσμοί που συνολικά δεν αριθμούν περισσότερα από 400 αγριόγιδα.
Οι κύριες απειλές για το αγριόγιδο προέρχονται από τον άνθρωπο και είναι το παράνομο κυνήγι και η υποβάθμιση των βιοτόπων.
Χαρακτηριστικά:
Βασίλειο:Animalia
Φύλο:Chordata
Κλάση:Mammalia
Τάξη:Artiodactyla
Οικογένεια:Bovidae
Γένος:Rupicapra
Μέγεθος:110-130 εκατοστά
Βάρος:14-62 κιλά
Στις ορεινές περιοχές της Πίνδου, της Ροδόπης και της Στερεάς Ελλάδας ζουν απομονωμένοι περίπου δεκαπέντε μικροί πληθυσμοί που συνολικά δεν αριθμούν περισσότερα από 400 αγριόγιδα.
Οι κύριες απειλές για το αγριόγιδο προέρχονται από τον άνθρωπο και είναι το παράνομο κυνήγι και η υποβάθμιση των βιοτόπων.
Χαρακτηριστικά:
Βασίλειο:Animalia
Φύλο:Chordata
Κλάση:Mammalia
Τάξη:Artiodactyla
Οικογένεια:Bovidae
Γένος:Rupicapra
Μέγεθος:110-130 εκατοστά
Βάρος:14-62 κιλά
Καθεστώς: Το αγριόγιδο προστατεύεται αυστηρά από την Ελληνική Νομοθεσία (Ν.Δ. 86/69 περί Δασικού Κώδικα, άρθρο 258, παρ. 1δ)
Περιγραφή: Στην Ελλάδα το αγριόγιδο ανήκει στο υποείδος (Rupicapra rupicapra balkanica), είναι σπάνιο είδος και απειλείται με εξαφάνιση. Δεν ανήκει στο ίδιο είδος με το αγριοκάτσικο (αγρίμι ή κρι-κρι) της Κρήτης και δεν διασταυρώνεται με τη γίδα. Ένα από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι τα όρθια κέρατα με κυρτές απολήξεις. Το τρίχωμά του σώματός του από καφέ ανοιχτό το καλοκαίρι μετατρέπεται σε σκούρο καφέ το χειμώνα ενώ στο λευκό κεφάλι φέρει δυο σκούρες πλευρικές λωρίδες που εκτείνονται από τα κέρατα ως τα ρουθούνια.
Εξάπλωση: Η γεωγραφική εξάπλωση του αγριόγιδου σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο είναι ασυνεχής. Στην Ελλάδα το αγριόγιδο ζει ακόμη, στη βόρεια και τη νότια Πίνδο, στη Στερεά Ελλάδα, στον Όλυμπο, στη Ροδόπη και σε δύο ακόμη ορεινές, παραμεθόριες περιοχές στο Πίνοβο και στη Νεμέρτσικα -κορυφές στην οροσειρά της Τζένας. Στο πολυσχιδές φυσικό ανάγλυφο των Βαρδουσίων παλαιότερα, τα καλοκαίρια ανέβαιναν εκατοντάδες αγριόγιδα - το Γιδοβούνι έχει πάρει από αυτά το όνομά του. Σήμερα έχει απομείνει ένας μικρός μόνο αριθμός, χωρίς προοπτικές που θα επιτρέψουν στη συνέχεια, τη διατήρηση και την αύξησή του. Σε 15 περιοχές της χώρας ζουν συνολικά περίπου 400-500 άτομα του είδους σε απομονωμένους μικρούς πληθυσμούς.
Βιότοπος: Ιδανικός βιότοπος για το αγριόγιδο είναι οι επικλινείς, καλυμμένες με δάση, πλαγιές που καταλήγουν σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια, οριζόντια διαζώματα και με άφθονη ποώδη βλάστηση. Οι πλαγιές αυτές ανάλογα με το υψόμετρο συνήθως γειτνιάζουν με υποαλπικά λιβάδια.
Βιολογία: Το αγριόγιδο τρέφεται κυρίως με διάφορα ποώδη φυτά αλλά συμπληρωματικά και με φύλλα, κλαδάκια δέντρων και λειχήνες. Ζευγαρώνει τους φθινοπωρινούς μήνες και γεννά ένα -ή σπάνια δύο- μικρά το Μάιο. Τα αρσενικά εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους σε ηλικία 2-3 χρόνων. Στην ηλικία των 8-9 ετών, που συμπίπτει με την έναρξη της αναπαραγωγικής ηλικίας. εγκαθίστανται στη δική τους επικράτεια. Ζουν μεμονωμένα εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής οπότε προσεγγίζουν τα θηλυκά της επικράτειάς τους. Τα θηλυκά με τα μικρά τους σχηματίζουν κοπάδια. Στην Ελλάδα, τα κοπάδια αυτά αποτελούνται συνήθως από 5 ως 15 άτομα (σπάνια ως 30) ενώ σε άλλες χώρες και σε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα δεν αποκλείεται να ξεπεράσουν και τα 100 άτομα στο ίδιο κοπάδι. Το μεγαλύτερο μέγεθος των κοπαδιών παρατηρείται στο τέλος του καλοκαιριού και στην αρχή του φθινοπώρου. Την εποχή αυτή και ως το τέλος του φθινοπώρου, απαντώνται στις ψηλότερες υψομετρικά περιοχές του βιοτόπου τους ενώ το χειμώνα κατεβαίνουν στις απόκρημνες δασωμένες πλαγιές. Μετά την άνοιξη και καθώς το χιόνι λειώνει, τα αγριόγιδα σταδιακά ανεβαίνουν ολοένα και ψηλότερα.
Απειλές: Εδώ και πολλές δεκαετίες, η εξαφάνιση αρκετών πληθυσμών αγριόγιδου από τα ελληνικά βουνά και η δραματική συρρίκνωση όλων των υπολοίπων οδήγησαν την πολιτεία στην απαγόρευση του κυνηγιού του. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα το παράνομο κυνήγι παραμένει η κυριότερη απειλή για το είδος. Σε αυτό συμβάλλουν:
*η ουσιαστικά ανύπαρκτη φύλαξη των βιοτόπων του,
*η έλλειψη φορέων διαχείρισης και ειδικών επιστημόνων και φυλάκων στις προστατευόμενες περιοχές όπου απαντάται,
*η οριοθέτηση των καταφυγίων άγριας ζωής χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές απαιτήσεις του είδους -- κάτι που συμβαίνει συχνά,
*η διάνοιξη ορεινού οδικού δικτύου ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται πολύ η προσέγγιση των λαθροκυνηγών.
Σοβαρές όμως είναι και οι απειλές που προέρχονται από την καταστροφή και την υποβάθμιση καίριων σημείων του βιότοπου του ζώου, καθώς και από ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, το μοτοκρός ή η διάσχιση με οχήματα σε περιοχές νευραλγικής σημασίας για το είδος (όπως είναι οι ζώνες σύνδεσης των επιμέρους πληθυσμών, οι περιοχές διαχείμασης και κάποιες θέσεις σημαντικές για τη διατροφή του) έχουν αρνητική επίπτωση στην αριθμητική και γεωγραφική εξάπλωσή του.
Το γεγονός ότι οι πληθυσμοί του αγριόγιδου στη χώρα μας είναι όχι μόνο λιγοστοί, αλλά και μικροί σε αριθμό ατόμων, εγκυμονεί κινδύνους γενετικής αποδυνάμωσής τους. Η απουσία επικοινωνίας και ανταλλαγής γονιδίων μεταξύ αυτών των πληθυσμών μειώνει τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους στο απώτερο μέλλον. Σενάρια για εισαγωγή στη χώρα μας ατόμων από άλλες περιοχές εμπεριέχουν πάντα τον κίνδυνο της γενετικής αλλοίωσης και δεν πρέπει να υλοποιηθούν.
Περιγραφή: Στην Ελλάδα το αγριόγιδο ανήκει στο υποείδος (Rupicapra rupicapra balkanica), είναι σπάνιο είδος και απειλείται με εξαφάνιση. Δεν ανήκει στο ίδιο είδος με το αγριοκάτσικο (αγρίμι ή κρι-κρι) της Κρήτης και δεν διασταυρώνεται με τη γίδα. Ένα από τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα είναι τα όρθια κέρατα με κυρτές απολήξεις. Το τρίχωμά του σώματός του από καφέ ανοιχτό το καλοκαίρι μετατρέπεται σε σκούρο καφέ το χειμώνα ενώ στο λευκό κεφάλι φέρει δυο σκούρες πλευρικές λωρίδες που εκτείνονται από τα κέρατα ως τα ρουθούνια.
Εξάπλωση: Η γεωγραφική εξάπλωση του αγριόγιδου σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο είναι ασυνεχής. Στην Ελλάδα το αγριόγιδο ζει ακόμη, στη βόρεια και τη νότια Πίνδο, στη Στερεά Ελλάδα, στον Όλυμπο, στη Ροδόπη και σε δύο ακόμη ορεινές, παραμεθόριες περιοχές στο Πίνοβο και στη Νεμέρτσικα -κορυφές στην οροσειρά της Τζένας. Στο πολυσχιδές φυσικό ανάγλυφο των Βαρδουσίων παλαιότερα, τα καλοκαίρια ανέβαιναν εκατοντάδες αγριόγιδα - το Γιδοβούνι έχει πάρει από αυτά το όνομά του. Σήμερα έχει απομείνει ένας μικρός μόνο αριθμός, χωρίς προοπτικές που θα επιτρέψουν στη συνέχεια, τη διατήρηση και την αύξησή του. Σε 15 περιοχές της χώρας ζουν συνολικά περίπου 400-500 άτομα του είδους σε απομονωμένους μικρούς πληθυσμούς.
Βιότοπος: Ιδανικός βιότοπος για το αγριόγιδο είναι οι επικλινείς, καλυμμένες με δάση, πλαγιές που καταλήγουν σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια, οριζόντια διαζώματα και με άφθονη ποώδη βλάστηση. Οι πλαγιές αυτές ανάλογα με το υψόμετρο συνήθως γειτνιάζουν με υποαλπικά λιβάδια.
Βιολογία: Το αγριόγιδο τρέφεται κυρίως με διάφορα ποώδη φυτά αλλά συμπληρωματικά και με φύλλα, κλαδάκια δέντρων και λειχήνες. Ζευγαρώνει τους φθινοπωρινούς μήνες και γεννά ένα -ή σπάνια δύο- μικρά το Μάιο. Τα αρσενικά εγκαταλείπουν το κοπάδι της μητέρας τους σε ηλικία 2-3 χρόνων. Στην ηλικία των 8-9 ετών, που συμπίπτει με την έναρξη της αναπαραγωγικής ηλικίας. εγκαθίστανται στη δική τους επικράτεια. Ζουν μεμονωμένα εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής οπότε προσεγγίζουν τα θηλυκά της επικράτειάς τους. Τα θηλυκά με τα μικρά τους σχηματίζουν κοπάδια. Στην Ελλάδα, τα κοπάδια αυτά αποτελούνται συνήθως από 5 ως 15 άτομα (σπάνια ως 30) ενώ σε άλλες χώρες και σε περιοχές με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα δεν αποκλείεται να ξεπεράσουν και τα 100 άτομα στο ίδιο κοπάδι. Το μεγαλύτερο μέγεθος των κοπαδιών παρατηρείται στο τέλος του καλοκαιριού και στην αρχή του φθινοπώρου. Την εποχή αυτή και ως το τέλος του φθινοπώρου, απαντώνται στις ψηλότερες υψομετρικά περιοχές του βιοτόπου τους ενώ το χειμώνα κατεβαίνουν στις απόκρημνες δασωμένες πλαγιές. Μετά την άνοιξη και καθώς το χιόνι λειώνει, τα αγριόγιδα σταδιακά ανεβαίνουν ολοένα και ψηλότερα.
Απειλές: Εδώ και πολλές δεκαετίες, η εξαφάνιση αρκετών πληθυσμών αγριόγιδου από τα ελληνικά βουνά και η δραματική συρρίκνωση όλων των υπολοίπων οδήγησαν την πολιτεία στην απαγόρευση του κυνηγιού του. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα το παράνομο κυνήγι παραμένει η κυριότερη απειλή για το είδος. Σε αυτό συμβάλλουν:
*η ουσιαστικά ανύπαρκτη φύλαξη των βιοτόπων του,
*η έλλειψη φορέων διαχείρισης και ειδικών επιστημόνων και φυλάκων στις προστατευόμενες περιοχές όπου απαντάται,
*η οριοθέτηση των καταφυγίων άγριας ζωής χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι οικολογικές απαιτήσεις του είδους -- κάτι που συμβαίνει συχνά,
*η διάνοιξη ορεινού οδικού δικτύου ακόμα και στις πιο απομακρυσμένες περιοχές, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται πολύ η προσέγγιση των λαθροκυνηγών.
Σοβαρές όμως είναι και οι απειλές που προέρχονται από την καταστροφή και την υποβάθμιση καίριων σημείων του βιότοπου του ζώου, καθώς και από ορισμένες ανθρώπινες δραστηριότητες. Για παράδειγμα, το μοτοκρός ή η διάσχιση με οχήματα σε περιοχές νευραλγικής σημασίας για το είδος (όπως είναι οι ζώνες σύνδεσης των επιμέρους πληθυσμών, οι περιοχές διαχείμασης και κάποιες θέσεις σημαντικές για τη διατροφή του) έχουν αρνητική επίπτωση στην αριθμητική και γεωγραφική εξάπλωσή του.
Το γεγονός ότι οι πληθυσμοί του αγριόγιδου στη χώρα μας είναι όχι μόνο λιγοστοί, αλλά και μικροί σε αριθμό ατόμων, εγκυμονεί κινδύνους γενετικής αποδυνάμωσής τους. Η απουσία επικοινωνίας και ανταλλαγής γονιδίων μεταξύ αυτών των πληθυσμών μειώνει τις πιθανότητες επιβίωσης του είδους στο απώτερο μέλλον. Σενάρια για εισαγωγή στη χώρα μας ατόμων από άλλες περιοχές εμπεριέχουν πάντα τον κίνδυνο της γενετικής αλλοίωσης και δεν πρέπει να υλοποιηθούν.
Αρκουδοπούρναρο - Ilex aquifolium

Οικογένεια: Aquifoliaceae.
Κοινό όνομα: λαύρος, αρκουδοπούρναρο, μηλοπούρναρο, Ου (απο το γαλλικό του όνομα houx.), ήμερο πρινάρι ή πρίνος.
Ilex: Aειθαλείς ή φυλλοβόλοι θάμνοι και μικρά δένδρα με πράσινα, συνήθως αγκαθωτά φύλλα. Την άνοιξη έχουν ασήμαντα λευκά άνθη, ενώ το φθινόπωρο και το χειμώνα έχουν κυρίως κόκκινους, πορτοκαλί και κίτρινους διακοσμητικούς καρπούς που χρησιμοποιούνται στη Χριστουγεννιάτικη διακόσμηση. Είναι δίοικα είδη. Αναπτύσσονται σε υγρά, γόνιμα, ουδέτερα ή αλκαλικά εδάφη και ηλιόλουστες ή σκιασμένες θέσεις. Πολλαπλασιάζονται με ημιξυλώδη μοσχεύματα, το καλοκαίρι. Ανάλογα με τις παρυφές των φύλλων τους και για πρακτικούς λόγους διαιρούνται σε τρεις κατηγορίες:
1) Λειόχειλα
2) Αγκαθωτά
3) Αγκαθωτά και οδοντωτά.
Τους αρχαίους χρόνους, σύμφωνα με τον Πυθαγόρα το αρκουδοπούρναρο έφερνε γούρι, έδιωχνε τα μάγια, το κάψιμο στον κήπο έδιωχνε τα φαντάσματα, επίσης έφερε ευτυχία στα νεόνυμφα ζευγάρια. Είναι διακοσμητικό φυτό και κυρίως το συναντάμε στα γιορτινά τραπέζια των Χριστουγέννων, μιας και οι κόκκινοι καρποί του κάνουν ωραία αντίθεση με το ζωντανό πράσινο χρώμα των φύλων του. Σύμφωνα με κάποιες αναφορές προέρχεται από ένα έθιμο των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δένδρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους κατά την διάρκεια του εορτασμού της Saturnalia. Το έθιμο αυτό υιοθέτησαν και οι πρώτοι χριστιανοί γεγονός που αποδεικνύεται από ένα διάταγμα το οποίο απαγόρευε στους χριστιανούς να διακοσμούν τα σπίτια τους με κλαδιά δένδρων την ίδια εποχή με τους ειδωλολάτρες.Το έθιμο αυτό των διακοσμήσεων με γκι φαίνεται ότι συνδέεται, επίσης, με τους Δρυίδες. Αυτοί διακοσμούσαν τις καλύβες τους με αειθαλή δένδρα κατά την διάρκεια του χειμώνα έτσι ώστε να τις χρησιμοποιούν σαν κατοικία τους τα πνεύματα του δάσους.
Ένας παλιός μύθος λέει ότι το γκι φύτρωσε για πρώτη φορά στις πατημασιές του Χριστού, όταν αυτός βάδιζε στη γη. Συγκεκριμένα, τα αγκαθωτά φύλλα και οι κόκκινοι καρποί του συμβολίζουν τη μαρτυρία του Σωτήρα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο σε πολλές γλώσσες της Β. Ευρώπης το γκι ονομάζεται και «Αγκάθι του Χριστού». Πιθανότατα η σχέση με αυτούς τους μύθους, ήταν ο λόγος που το γκι ονομάστηκε «Άγιο Δένδρο». Ωστόσο, αναφορές υποστηρίζουν την ύπαρξη του φυτού αυτού από τα αρχαία χρόνια. Ειδικότερα, ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν το γκι φυτευτεί κοντά σε ένα σπίτι ή αγρόκτημα, διώχνει μακριά το κακό και προστατεύει από τους κεραυνούς και τη μαγεία. Λέγεται, επίσης, ότι τα λουλούδια του κάνουν το νερό να παγώνει ενώ ένα κομμάτι ξύλο από τον κορμό του, αν το πετάξεις σε κάποιο ζώο, έχει την ιδιότητα να κάνει το ζώο να γυρίσει πίσω και να ξαπλώσει δίπλα του.Τώρα στις παραδόσεις και τους μύθους των διάφορων λαώντο δέντρο του λιόπρινου συμβολίζει την αειθαλή πτυχή ολόκληρης της ζωήςγια άλλους φέρνει καλή τύχη και προστατεύει από τις αρνητικές δυνάμειςσε άλλες παραδόσεις συμβολίζει την μακροβιότητα της ζωής. Η ελληνική παράδοση θέλει το λιόπρινο να είναι ένα από τα πιό γνωστά νεραϊδόδεντρα. Για τις νεράιδες ο καρπός του είναι από τους αγαπημένους τους και σαν φυτό τις προσελκύει : τους αρέσει να στολίζονται με τους κόκκινα “μηλαράκια” και με τους άσπρους ανθούς του στολίζουν τα μαλλιά τους.
30/1/09
Μακάριοι ανθρώποι...
Φώτης Κόντογλου.
Θα σας πάγω σήμερα σε κάποια μέρη ξεχασμένα, κοντά σ’ ένα βουνό γίγαντα, λεγόμενο Τσιμποράθο. Άλλη φορά ζούσανε σ’ αυτόν τον τόπο κάτι ανθρώποι απλοί κι αγαθόκαρδοι, πλην σήμερα έχουνε ξεκληριστεί από τους άσπρους που περάσανε στην Αμερική από την Ευρώπη· γι’ αυτό φαντάζουμαι πως οι λιγοστοί που βαστάνε ακόμα απ’ αυτουνούς τους φουκαράδες, στη φαντασία τους ο διάβολος θε να ’ναι άσπρος κι όχι μαύρος σαν τον δικό μας. Από τόσες που πατήσανε στον καινούργιο κόσμο οι άσπροι, όλες οι δυστυχίες πέσανε στην κεφαλή τους. Προ χρόνια, βρισκόντανε ακόμα κάτι σπίτια χτισμένα με ξεροτρόχαλο και σκεπασμένα με χορτάρια. Κοντά στο Σούπα φαίνουνται τα χαλάσματα από μια μεγάλη πολιτεία, χτισμένη στην πλαγιά ενούς βράχου, και μέσα στην πέτρα έχουνε σκάψει κάτι γαλαρίες. Σώζουνται ακόμα και κάτι τοίχοι σα να ’ναι από κάστρο. Στα μνημούρια μέσα βρίσκουνται κομμάτια από ρούχα μπαμπακερά, κανάτια, αραποσίτι, μπιζέλια, φύλλα των δέντρων, κοντάρια, κούκλες χωματένιες κι άλλες από μπαμπάκι, βραχιόλια, κάτι δαχτυλήθρες από μάλαμα που τις βάζανε στ’ αυτιά και στο στόμα των πεθαμένων. Το χώμα είναι σαν άμμος, κατάξερο, για τούτο τα κορμιά διατηρούνται σα μούμιες, με τα ρούχα μαζί. Πέτρες κείτουνται σωριασμένες, κι απάνου σ’ αυτές τις πεθαμένες πέτρες και στα χαλάσματα κάθουνται οι γουστέρες κατακαιγόμενες από τον ήλιο· το κορμί τους θαρρείς πως το ζωγράφισε κανένας μεγάλος τεχνίτης, με ρίγες ωραιότατες, πράσινες, κίτρινες και καφεδιές. Χάφτουνε τις μύγες. Σ’ ένα μέρος που το λένε Παραμόγκα βρίσκουνται χαλάσματα από κάποιο παλάτι καστρογυρισμένο, πολύ μεγάλο. Οι τοίχοι είναι από λάσπη, μα είναι πολύ χοντροί. Το καθεαυτού χτίριο ήτανε χτισμένο απάνου σ’ ένα ύψωμα, αλλά οι τοίχοι του κατεβαίνουνε ίσαμε κάτω, στη ρίζα του βουνού. Ανεβαίνανε από κάποιο μονοπάτι που στρίβει σα λαβύρινθος ολόγυρα σε κείνο το βουνί, για να μην μπορεί να τό ’βρει εύκολα ο οχτρός. Εκεί κοντά βρισκότανε κι ένα χωριό λεγόμενο Ιχοκάν, απάνου σ’ ένα βουνό. Κάνει πολύ κρύο. Στα παλιά τα χρόνια ήτανε σ’ αυτό το χωριό παπάς κάποιος Ιντιάνος, που πρωτύτερα ήτανε Κασίκης, δηλαδή βασιλιάς του τόπου. Αλλά γίνηκε χριστιανός και στάθηκε σοφός στη θεολογία και στα λατινικά, κι είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά και ιγγλέζικα. Ήξερε και πολλά πράματα της επιστήμης. Σ’ αυτά τα μέρη, τη νύχτα φέγγουνε στον ουρανό άλλα άστρα. Το δρόμο τούς δείχνει ο Σταυρός της Νοτιάς, όπως εμείς έχουμε τ’ Άστρο της Τραμουντάνας. Λένε «ο Σταυρός γέρνει κατά τη θάλασσα· σε λίγο θα φέξει». Να δείτε τι καλοί άνθρωποι βρίσκουνται ανάμεσα σε κείνα τ’ άσπλαχνα βουνά. Λέγανε πως πολύ μακριά, κοντά σε κάποιο ποτάμι, ζούσε μια φυλή πολύ άγρια κι αιμοβόρα, λεγόμενη Μαλάμπας. Βρέθηκε ένας Ιγγλέζος χασομέρης κι αποφάσισε να πάγει να τους δει, μα οι φίλοι του τον μποδίζανε, από φόβο μην τον χαλάσουνε κείνοι οι ανθρωποφάγοι. Αλλά αυτός πήρε τα μάτια του ολομόναχος, αφού κι ο παραγιός του φοβήθηκε να πάγει μαζί του, και τράβηξε, έχοντας μέσα σε κάτι ταγάρια χάντρες πολλές και κάτι τέτοια μωροπαίχνιδα. Κίνησε κατά το γλυκοχάραμα, με μια ποταμίσια κουρίτα κουπί τραβούσανε δυο Ιντιάνοι. Τη νύχτα κοιμηθήκανε στην ακροποταμιά. Το πρωί στείλανε τον ένα Ιντιάνο να πάγει στον Κασίκη και να του πει πως ήρτε ένας άσπρος άνθρωπος, γιος του Ήλιου, όπως τους λέγανε. Σε λίγη ώρα ήρτε ο Κασίκης, μέσα στην κουρίτα του, μαζί με τον Ιντιάνο που ’χανε σταλμένον. Ο Ιγγλέζος του ’πε πως είχε πάγει σ’ αυτά τα μέρη γιατί είχε πόθο να δει τους Μαλάμπας από κοντά, και πως ήρτε σα φίλος. Και κείνος πολύ φχαριστήθηκε. Αγκαλιαστήκανε και τον πήρε ο Κασίκης μέσα στο καΐκι του. Φτάξανε στο παλάτι του πριν το μεσημέρι. Τότες ο Κασίκης κάθισε μαζί με τον άσπρο σε μια ψάθα. Τέσσερα παλικάρια παραστεκόντανε. Κουβεντιάζανε κάμποση ώρα. Ωστόσο ο Κασίκης υποψιαζότανε ακόμα πως ο άσπρος πήγε για χρυσάφι, μα ο Ιγγλέζος τον βεβαίωσε πως να μην έχει τέτοια ιδέα. Τότες ο γέρος τού είπε πως είναι λεύτερος να καθίσει μαζί τους όσο του αρέσει και να φύγει όποτε βαρεθεί, και πως μπορούσε να στείλει πίσω στο χωριό τούς δυο βαρκάρηδες· και πως θα τον πηγαίνανε στο χωριό οι δυο γιοι του, όποτε τραβήξει η καρδιά του να γυρίσει πίσω. Αυτή η φυλή ήτανε απάνου κάτου ίσαμε διακόσιες οικογένειες. Αλλά μέσα στα λογκάρια ήτανε σκορπισμένες και πολλές άλλες φυλές. Για τούτο βλέπανε οι άσπροι ν’ ανεβαίνει καπνός εδώ και κει μέσα στα δάση. Άμα φάγανε, έβγαλε ο Ιγγλέζος τις χάντρες και τις μοίρασε, κι οι Ιντιάνοι κάνανε σαν τρελοί από τη χαρά τους. Ύστερα παρακάλεσε τις γυναίκες να ζωγραφίσουνε το κορμί του και να το παρδαλίσουνε, όπως είναι η συνήθειά τους. Τον πλουμίσανε λοιπόν μ’ όλη την τέχνη τους… Τους ξανάδωσε πάλι χάντρες, κουδούνια, χτένια και τέτοια. Στο γέρο Κασίκη χάρισε το κουτάλι του, το πιρούνι του και το μαχαίρι του, και στους γιους του δυο μπουκάλια. Με το ρολόγι του ζουρλαθήκανε, μάλιστα σαν το ’βαλε απάνου σ’ ένα σανίδι, γιατί πρωτύτερα νομίζανε πως ο σφυγμός του χεριού του το ζωντάνευε. Σαν το ’βαλε στ’ αυτί τους, αρχίσανε να φωνάζουνε σαν παιδιά, πηδούσανε, χορεύανε, κι ύστερα πάλι πηγαίνανε και τ’ αφουγκραζόντανε. Στο τέλος συμφωνήσανε όλοι, πως είχε κλείσει μέσα κανένα πουλί, κι έκανε τικ τακ θέλοντας να φύγει. Τότες τ’ άνοιξε, και σαν είδανε μέσα, πιάσανε και φωνάζανε: «Μανάν, Mανάν, Xι τρομπιχότε», που θα πει: «Όχι, όχι, είναι ζαχαρόμυλος», επειδή κάποιος τους είχε πει για μια τέτοια μηχανή. Τρώγανε δυο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Τρώγανε μπανάνες κι άλλα φρούτα, λίγο κρέας και ψάρια, που ’χε πολλά το ποτάμι. Τιμωρούσανε τον κλέφτη, βάζοντάς τον ο Κασίκης να δώσει τα διπλά απ’ όσα έκλεψε. Μα πολύ ανάριες ήτανε οι αδικίες, και ποτές δε μαλώνανε. «Ποτές δε γίνεται σκοτωμός στο μέρος μας» είπε του Ιγγλέζου ο γέρος. Κάθισε μαζί τους μονάχα δυο τρεις μέρες. Τους αποχαιρέτησε, κι ήτανε πολύ πικραμένοι. Οι δυο γιοι του Κασίκη πήγανε μαζί του. Ο Κασίκης τον παρακάλεσε να του στείλει λίγο αλάτι, γιατί δε βρισκότανε εκεί πέρα τέτοιο πράμα, κι ύστερα του ’πε να ζήσει μαζί τους αν βαρεθεί τους άσπρους, και πως θα του ’δινε την κόρη του για γυναίκα, και πως θα γίνει Κασίκης στο ποδάρι του. Σαν κατεβήκανε στην ακροποταμιά, όλες οι γυναίκες τρέξανε κοντά του. Τη στιγμή π’ αρχίσανε να κατεβαίνουνε το ποτάμι, μαζευτήκανε όλες και πιάσανε και λέγανε κάποιο τραγούδι του μισεμού. Αυτές πρωτολέγανε κι οι γιοι του Κασίκη αποκρινόντανε από το καΐκι. Κοίταξε η μάνα μας η φύση, τι μεγάλα πράματα μαθαίνει στα παιδιά της. Κείνη τη στιγμή ο άσπρος άνθρωπος γύρισε το πρόσωπό του και σφούγγιξε τα δάκρυά του ντροπιασμένος. Αχ! Γι’ αυτόν τον αμαρτωλό κατέβηκε ο Χριστός στη γη, ενώ για κείνα τα αθώα πλάσματα δεν ήτανε καμιά ανάγκη να σταυρωθεί. Φτάνοντας στο χωριό, απ’ όπου είχε ξεκινήσει, οι φίλοι του χαρήκανε πολύ, γιατί τον είχανε για χαμένο, και γελάσανε με το πλουμισμένο πετσί του. Γέμισε αλάτι το καΐκι και το ’στειλε του Κασίκη. Έδωσε και κάτι πράματα στα παιδιά του. Τον αγκαλιάσανε και τον φιλήσανε απάνου στο στήθος. Άμα αλαργάρανε, τα μάτια του Ιγγλέζου ξαναβουρκώσανε. «Αυτοί οι ανθρώποι τι είχανε να περιμένουνε από τη φυλή του; Να γίνουνε πιο τίμιοι; Να γίνουνε πιο φτυχισμένοι;»
Θα σας πάγω σήμερα σε κάποια μέρη ξεχασμένα, κοντά σ’ ένα βουνό γίγαντα, λεγόμενο Τσιμποράθο. Άλλη φορά ζούσανε σ’ αυτόν τον τόπο κάτι ανθρώποι απλοί κι αγαθόκαρδοι, πλην σήμερα έχουνε ξεκληριστεί από τους άσπρους που περάσανε στην Αμερική από την Ευρώπη· γι’ αυτό φαντάζουμαι πως οι λιγοστοί που βαστάνε ακόμα απ’ αυτουνούς τους φουκαράδες, στη φαντασία τους ο διάβολος θε να ’ναι άσπρος κι όχι μαύρος σαν τον δικό μας. Από τόσες που πατήσανε στον καινούργιο κόσμο οι άσπροι, όλες οι δυστυχίες πέσανε στην κεφαλή τους. Προ χρόνια, βρισκόντανε ακόμα κάτι σπίτια χτισμένα με ξεροτρόχαλο και σκεπασμένα με χορτάρια. Κοντά στο Σούπα φαίνουνται τα χαλάσματα από μια μεγάλη πολιτεία, χτισμένη στην πλαγιά ενούς βράχου, και μέσα στην πέτρα έχουνε σκάψει κάτι γαλαρίες. Σώζουνται ακόμα και κάτι τοίχοι σα να ’ναι από κάστρο. Στα μνημούρια μέσα βρίσκουνται κομμάτια από ρούχα μπαμπακερά, κανάτια, αραποσίτι, μπιζέλια, φύλλα των δέντρων, κοντάρια, κούκλες χωματένιες κι άλλες από μπαμπάκι, βραχιόλια, κάτι δαχτυλήθρες από μάλαμα που τις βάζανε στ’ αυτιά και στο στόμα των πεθαμένων. Το χώμα είναι σαν άμμος, κατάξερο, για τούτο τα κορμιά διατηρούνται σα μούμιες, με τα ρούχα μαζί. Πέτρες κείτουνται σωριασμένες, κι απάνου σ’ αυτές τις πεθαμένες πέτρες και στα χαλάσματα κάθουνται οι γουστέρες κατακαιγόμενες από τον ήλιο· το κορμί τους θαρρείς πως το ζωγράφισε κανένας μεγάλος τεχνίτης, με ρίγες ωραιότατες, πράσινες, κίτρινες και καφεδιές. Χάφτουνε τις μύγες. Σ’ ένα μέρος που το λένε Παραμόγκα βρίσκουνται χαλάσματα από κάποιο παλάτι καστρογυρισμένο, πολύ μεγάλο. Οι τοίχοι είναι από λάσπη, μα είναι πολύ χοντροί. Το καθεαυτού χτίριο ήτανε χτισμένο απάνου σ’ ένα ύψωμα, αλλά οι τοίχοι του κατεβαίνουνε ίσαμε κάτω, στη ρίζα του βουνού. Ανεβαίνανε από κάποιο μονοπάτι που στρίβει σα λαβύρινθος ολόγυρα σε κείνο το βουνί, για να μην μπορεί να τό ’βρει εύκολα ο οχτρός. Εκεί κοντά βρισκότανε κι ένα χωριό λεγόμενο Ιχοκάν, απάνου σ’ ένα βουνό. Κάνει πολύ κρύο. Στα παλιά τα χρόνια ήτανε σ’ αυτό το χωριό παπάς κάποιος Ιντιάνος, που πρωτύτερα ήτανε Κασίκης, δηλαδή βασιλιάς του τόπου. Αλλά γίνηκε χριστιανός και στάθηκε σοφός στη θεολογία και στα λατινικά, κι είχε μια μεγάλη βιβλιοθήκη με βιβλία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά και ιγγλέζικα. Ήξερε και πολλά πράματα της επιστήμης. Σ’ αυτά τα μέρη, τη νύχτα φέγγουνε στον ουρανό άλλα άστρα. Το δρόμο τούς δείχνει ο Σταυρός της Νοτιάς, όπως εμείς έχουμε τ’ Άστρο της Τραμουντάνας. Λένε «ο Σταυρός γέρνει κατά τη θάλασσα· σε λίγο θα φέξει». Να δείτε τι καλοί άνθρωποι βρίσκουνται ανάμεσα σε κείνα τ’ άσπλαχνα βουνά. Λέγανε πως πολύ μακριά, κοντά σε κάποιο ποτάμι, ζούσε μια φυλή πολύ άγρια κι αιμοβόρα, λεγόμενη Μαλάμπας. Βρέθηκε ένας Ιγγλέζος χασομέρης κι αποφάσισε να πάγει να τους δει, μα οι φίλοι του τον μποδίζανε, από φόβο μην τον χαλάσουνε κείνοι οι ανθρωποφάγοι. Αλλά αυτός πήρε τα μάτια του ολομόναχος, αφού κι ο παραγιός του φοβήθηκε να πάγει μαζί του, και τράβηξε, έχοντας μέσα σε κάτι ταγάρια χάντρες πολλές και κάτι τέτοια μωροπαίχνιδα. Κίνησε κατά το γλυκοχάραμα, με μια ποταμίσια κουρίτα κουπί τραβούσανε δυο Ιντιάνοι. Τη νύχτα κοιμηθήκανε στην ακροποταμιά. Το πρωί στείλανε τον ένα Ιντιάνο να πάγει στον Κασίκη και να του πει πως ήρτε ένας άσπρος άνθρωπος, γιος του Ήλιου, όπως τους λέγανε. Σε λίγη ώρα ήρτε ο Κασίκης, μέσα στην κουρίτα του, μαζί με τον Ιντιάνο που ’χανε σταλμένον. Ο Ιγγλέζος του ’πε πως είχε πάγει σ’ αυτά τα μέρη γιατί είχε πόθο να δει τους Μαλάμπας από κοντά, και πως ήρτε σα φίλος. Και κείνος πολύ φχαριστήθηκε. Αγκαλιαστήκανε και τον πήρε ο Κασίκης μέσα στο καΐκι του. Φτάξανε στο παλάτι του πριν το μεσημέρι. Τότες ο Κασίκης κάθισε μαζί με τον άσπρο σε μια ψάθα. Τέσσερα παλικάρια παραστεκόντανε. Κουβεντιάζανε κάμποση ώρα. Ωστόσο ο Κασίκης υποψιαζότανε ακόμα πως ο άσπρος πήγε για χρυσάφι, μα ο Ιγγλέζος τον βεβαίωσε πως να μην έχει τέτοια ιδέα. Τότες ο γέρος τού είπε πως είναι λεύτερος να καθίσει μαζί τους όσο του αρέσει και να φύγει όποτε βαρεθεί, και πως μπορούσε να στείλει πίσω στο χωριό τούς δυο βαρκάρηδες· και πως θα τον πηγαίνανε στο χωριό οι δυο γιοι του, όποτε τραβήξει η καρδιά του να γυρίσει πίσω. Αυτή η φυλή ήτανε απάνου κάτου ίσαμε διακόσιες οικογένειες. Αλλά μέσα στα λογκάρια ήτανε σκορπισμένες και πολλές άλλες φυλές. Για τούτο βλέπανε οι άσπροι ν’ ανεβαίνει καπνός εδώ και κει μέσα στα δάση. Άμα φάγανε, έβγαλε ο Ιγγλέζος τις χάντρες και τις μοίρασε, κι οι Ιντιάνοι κάνανε σαν τρελοί από τη χαρά τους. Ύστερα παρακάλεσε τις γυναίκες να ζωγραφίσουνε το κορμί του και να το παρδαλίσουνε, όπως είναι η συνήθειά τους. Τον πλουμίσανε λοιπόν μ’ όλη την τέχνη τους… Τους ξανάδωσε πάλι χάντρες, κουδούνια, χτένια και τέτοια. Στο γέρο Κασίκη χάρισε το κουτάλι του, το πιρούνι του και το μαχαίρι του, και στους γιους του δυο μπουκάλια. Με το ρολόγι του ζουρλαθήκανε, μάλιστα σαν το ’βαλε απάνου σ’ ένα σανίδι, γιατί πρωτύτερα νομίζανε πως ο σφυγμός του χεριού του το ζωντάνευε. Σαν το ’βαλε στ’ αυτί τους, αρχίσανε να φωνάζουνε σαν παιδιά, πηδούσανε, χορεύανε, κι ύστερα πάλι πηγαίνανε και τ’ αφουγκραζόντανε. Στο τέλος συμφωνήσανε όλοι, πως είχε κλείσει μέσα κανένα πουλί, κι έκανε τικ τακ θέλοντας να φύγει. Τότες τ’ άνοιξε, και σαν είδανε μέσα, πιάσανε και φωνάζανε: «Μανάν, Mανάν, Xι τρομπιχότε», που θα πει: «Όχι, όχι, είναι ζαχαρόμυλος», επειδή κάποιος τους είχε πει για μια τέτοια μηχανή. Τρώγανε δυο φορές την ημέρα, πρωί και βράδυ. Τρώγανε μπανάνες κι άλλα φρούτα, λίγο κρέας και ψάρια, που ’χε πολλά το ποτάμι. Τιμωρούσανε τον κλέφτη, βάζοντάς τον ο Κασίκης να δώσει τα διπλά απ’ όσα έκλεψε. Μα πολύ ανάριες ήτανε οι αδικίες, και ποτές δε μαλώνανε. «Ποτές δε γίνεται σκοτωμός στο μέρος μας» είπε του Ιγγλέζου ο γέρος. Κάθισε μαζί τους μονάχα δυο τρεις μέρες. Τους αποχαιρέτησε, κι ήτανε πολύ πικραμένοι. Οι δυο γιοι του Κασίκη πήγανε μαζί του. Ο Κασίκης τον παρακάλεσε να του στείλει λίγο αλάτι, γιατί δε βρισκότανε εκεί πέρα τέτοιο πράμα, κι ύστερα του ’πε να ζήσει μαζί τους αν βαρεθεί τους άσπρους, και πως θα του ’δινε την κόρη του για γυναίκα, και πως θα γίνει Κασίκης στο ποδάρι του. Σαν κατεβήκανε στην ακροποταμιά, όλες οι γυναίκες τρέξανε κοντά του. Τη στιγμή π’ αρχίσανε να κατεβαίνουνε το ποτάμι, μαζευτήκανε όλες και πιάσανε και λέγανε κάποιο τραγούδι του μισεμού. Αυτές πρωτολέγανε κι οι γιοι του Κασίκη αποκρινόντανε από το καΐκι. Κοίταξε η μάνα μας η φύση, τι μεγάλα πράματα μαθαίνει στα παιδιά της. Κείνη τη στιγμή ο άσπρος άνθρωπος γύρισε το πρόσωπό του και σφούγγιξε τα δάκρυά του ντροπιασμένος. Αχ! Γι’ αυτόν τον αμαρτωλό κατέβηκε ο Χριστός στη γη, ενώ για κείνα τα αθώα πλάσματα δεν ήτανε καμιά ανάγκη να σταυρωθεί. Φτάνοντας στο χωριό, απ’ όπου είχε ξεκινήσει, οι φίλοι του χαρήκανε πολύ, γιατί τον είχανε για χαμένο, και γελάσανε με το πλουμισμένο πετσί του. Γέμισε αλάτι το καΐκι και το ’στειλε του Κασίκη. Έδωσε και κάτι πράματα στα παιδιά του. Τον αγκαλιάσανε και τον φιλήσανε απάνου στο στήθος. Άμα αλαργάρανε, τα μάτια του Ιγγλέζου ξαναβουρκώσανε. «Αυτοί οι ανθρώποι τι είχανε να περιμένουνε από τη φυλή του; Να γίνουνε πιο τίμιοι; Να γίνουνε πιο φτυχισμένοι;»
Ο Υάκινθος...
Μια μέρα που γύριζε ο Απόλλων στη γη, συνάντησε ένα αγόρι. Πιάνοντάς το από το σαγόνι τού σήκωσε το πρόσωπο και κοίταξε βαθιά στα ζωηρά μαύρα του μάτια.
― Πώς σε λένε; ρώτησε και χαμογέλασε.
― Υάκινθο, είπε το αγόρι. Και σένα;
― Τι να το κάμεις τ’ όνομά μου, απάντησε ο Απόλλων. Είμαι φίλος σου, αυτό σου αρκεί. Και το αγόρι ούτε φαντάστηκε ότι ήταν θεός ο καινούργιος του σύντροφος.
Από τότε μέρα δεν περνούσε που να μη συναντηθούν οι δυο τους, και γρήγορα τους ένωσε μεγάλη φιλία. Ο Απόλλων ιδιαίτερα αγαπούσε το ανοιχτόκαρδο και ξένοιαστο παιδί της γης, και με ακούραστη καλοσύνη τού δίδασκε να παίζει τη λύρα, να τραγουδάει, να χορεύει. Του μάθαινε όμως και παιχνίδια διάφορα και γυμνάσια, να ρίχνει το δίσκο και το ακόντιο, να τοξεύει, να τρέχει, να πηδάει. Όσες φορές όμως ήθελε ο Υάκινθος να μετρηθεί με το φίλο του, πάντα έβγαινε δυνατότερος και επιτηδειότερος ο Απόλλων.
Μια μέρα, ενώ γυμνάζονταν οι δυο, έπιασε ο Απόλλων το δίσκο, και εκεί που τον γυρνούσε για να τον ρίξει με ορμή, του έφυγε από τα χέρια και πέταξε λοξά και όχι μακριά.
Έτρεξε ο Υάκινθος να τον πιάσει, μα ο δίσκος χτύπησε σε πέτρα, αναπήδησε και πέτυχε το αγόρι στο μέτωπο. Ο Υάκινθος σωριάστηκε χάμω.
Όρμησε κοντά του ο Απόλλων, μα δεν πρόφτασε να τον βαστάξει. Γονάτισε πλάι του και του σήκωσε σιγά το όμορφο κεφάλι, αλλά ο Υάκινθος δεν τον κατάλαβε, ούτε κούνησε.
Άδικα τον αγκάλιαζε ο θεός, τον χάιδευε, τον φώναζε με τα πιο τρυφερά ονόματα. Ο Υάκινθος δεν τον άκουγε πια. Πολλή ώρα έμεινε εκεί ο θεός γυρεύοντας να τον φέρει πίσω στη ζωή, μη θέλοντας να πιστέψει ότι εκείνος ο ίδιος έτσι άθελα τον είχε σκοτώσει.
Και όταν επιτέλους κατάλαβε πως του έφυγε για πάντα ο φίλος του, δε βάσταξε η καρδιά του να τον θάψει.
Του φάνηκε τόσο ήρεμος, τόσο όμορφος ξαπλωμένος στο χορτάρι! Έμοιαζε να κοιμάται, και μόνο το ματωμένο του μέτωπο μαρτυρούσε τι είχε γίνει. Έσκυψε απάνω του και μ’ ένα του τελευταίο φιλί τον μεταμόρφωσε σε ζωηρό, δροσάτο λουλουδάκι. Σήμερα το λέμε ζουμπούλι, μα το λουλούδι δεν άλλαξε, και κάθε φορά που το χαϊδεύει ο ήλιος, ανοίγουν τα φύλλα του και τρέμουν τα καμπανάκια του, σα να θέλει να ευχαριστήσει το μεγάλο του φίλο για την καινούργια ζωή που του χάρισε.
Αλεξάνδρα Δέλτα-Παπαδοπούλου.
― Πώς σε λένε; ρώτησε και χαμογέλασε.
― Υάκινθο, είπε το αγόρι. Και σένα;
― Τι να το κάμεις τ’ όνομά μου, απάντησε ο Απόλλων. Είμαι φίλος σου, αυτό σου αρκεί. Και το αγόρι ούτε φαντάστηκε ότι ήταν θεός ο καινούργιος του σύντροφος.
Από τότε μέρα δεν περνούσε που να μη συναντηθούν οι δυο τους, και γρήγορα τους ένωσε μεγάλη φιλία. Ο Απόλλων ιδιαίτερα αγαπούσε το ανοιχτόκαρδο και ξένοιαστο παιδί της γης, και με ακούραστη καλοσύνη τού δίδασκε να παίζει τη λύρα, να τραγουδάει, να χορεύει. Του μάθαινε όμως και παιχνίδια διάφορα και γυμνάσια, να ρίχνει το δίσκο και το ακόντιο, να τοξεύει, να τρέχει, να πηδάει. Όσες φορές όμως ήθελε ο Υάκινθος να μετρηθεί με το φίλο του, πάντα έβγαινε δυνατότερος και επιτηδειότερος ο Απόλλων.
Μια μέρα, ενώ γυμνάζονταν οι δυο, έπιασε ο Απόλλων το δίσκο, και εκεί που τον γυρνούσε για να τον ρίξει με ορμή, του έφυγε από τα χέρια και πέταξε λοξά και όχι μακριά.
Έτρεξε ο Υάκινθος να τον πιάσει, μα ο δίσκος χτύπησε σε πέτρα, αναπήδησε και πέτυχε το αγόρι στο μέτωπο. Ο Υάκινθος σωριάστηκε χάμω.
Όρμησε κοντά του ο Απόλλων, μα δεν πρόφτασε να τον βαστάξει. Γονάτισε πλάι του και του σήκωσε σιγά το όμορφο κεφάλι, αλλά ο Υάκινθος δεν τον κατάλαβε, ούτε κούνησε.
Άδικα τον αγκάλιαζε ο θεός, τον χάιδευε, τον φώναζε με τα πιο τρυφερά ονόματα. Ο Υάκινθος δεν τον άκουγε πια. Πολλή ώρα έμεινε εκεί ο θεός γυρεύοντας να τον φέρει πίσω στη ζωή, μη θέλοντας να πιστέψει ότι εκείνος ο ίδιος έτσι άθελα τον είχε σκοτώσει.
Και όταν επιτέλους κατάλαβε πως του έφυγε για πάντα ο φίλος του, δε βάσταξε η καρδιά του να τον θάψει.
Του φάνηκε τόσο ήρεμος, τόσο όμορφος ξαπλωμένος στο χορτάρι! Έμοιαζε να κοιμάται, και μόνο το ματωμένο του μέτωπο μαρτυρούσε τι είχε γίνει. Έσκυψε απάνω του και μ’ ένα του τελευταίο φιλί τον μεταμόρφωσε σε ζωηρό, δροσάτο λουλουδάκι. Σήμερα το λέμε ζουμπούλι, μα το λουλούδι δεν άλλαξε, και κάθε φορά που το χαϊδεύει ο ήλιος, ανοίγουν τα φύλλα του και τρέμουν τα καμπανάκια του, σα να θέλει να ευχαριστήσει το μεγάλο του φίλο για την καινούργια ζωή που του χάρισε.
Αλεξάνδρα Δέλτα-Παπαδοπούλου.
Ο Μπουρδούσης...
Γεώργιος Σουρής.
Απέθανε o κύριος Μπουρδούσης,
απέθανε κι αυτός o πατριώτης,
η δόξα κι η στολή της πρωτευούσης,
των δρόμων ο ξυπόλυτος ιππότης.
Ό Χάρος ο αχόρταγος τον βρήκε
από πιοτά διάφορα στουπί,
και ρήτορας κανένας δεν εβγήκε
τα τόσα θαύματά του να μας πει.
Εις τη γωνιά μιας μάντρας χαλασμένης,
χωρίς εξοχωτάτων γιατρικά
ο μάρτυς της Αθήνας Δημοσθένης
ξεψύχησε μονάχος του γλυκά.
Δεν είχε κι ο Μπουρδούσης μας φροντίδα
να κάμει για το έθνος διαθήκη,
δεν έβγαλε ποτέ εφημερίδα,
δεν γύρεψε ποτέ βουλευτιλίκι.
Δεν τον κεντούσε όρεξις καμιά,
του ’φθανε μια δεκάρα για να πίνει,
και μόνο στους γιατρούς κληρονομιά
τα ντιλικάτα πόδια του αφήνει.
Απέθανες και σύ, αγαπητέ,
στου έθνους τας κρισίμους περιστάσεις,
αυτό δεν το ελπίζαμε ποτέ,
μα πήγαινε και συ να ησυχάσεις.
απέθανε κι αυτός o πατριώτης,
η δόξα κι η στολή της πρωτευούσης,
των δρόμων ο ξυπόλυτος ιππότης.
Ό Χάρος ο αχόρταγος τον βρήκε
από πιοτά διάφορα στουπί,
και ρήτορας κανένας δεν εβγήκε
τα τόσα θαύματά του να μας πει.
Εις τη γωνιά μιας μάντρας χαλασμένης,
χωρίς εξοχωτάτων γιατρικά
ο μάρτυς της Αθήνας Δημοσθένης
ξεψύχησε μονάχος του γλυκά.
Δεν είχε κι ο Μπουρδούσης μας φροντίδα
να κάμει για το έθνος διαθήκη,
δεν έβγαλε ποτέ εφημερίδα,
δεν γύρεψε ποτέ βουλευτιλίκι.
Δεν τον κεντούσε όρεξις καμιά,
του ’φθανε μια δεκάρα για να πίνει,
και μόνο στους γιατρούς κληρονομιά
τα ντιλικάτα πόδια του αφήνει.
Απέθανες και σύ, αγαπητέ,
στου έθνους τας κρισίμους περιστάσεις,
αυτό δεν το ελπίζαμε ποτέ,
μα πήγαινε και συ να ησυχάσεις.
Δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας που έβγαζε ο Σουρής (16.4.1883). Ο Μπουρδούσης ήταν άστεγος ζητιάνος, χαρακτηριστικός τύπος της Αθήνας της εποχής εκείνης και αρκετά διάσημος αφού έχει συμπεριληφθεί και στο πρόσφατο βιβλίο του Χαρίλαου Πατέρα «100 και γραφικοί τύποι της παλιάς Αθήνας». Στο πρώτο τεύχος του Ρωμηού ο Σουρής αναφέρεται σ’ αυτόν λέγοντας «και μία πέννα να βαστάς κι ας είσαι και Μπουρδούσης». Κατά χαρακτηριστική σύμπτωση, την προηγούμενη μέρα, στο Μη χάνεσαι, δημοσιεύεται εξάστιχο ποίημα για τον Μπουρδούση: «Σαν να μην ήσουνε κι εσύ, μέγας ανήρ Μπουρδούση … δεν βρέθηκ’ ένας ποιητής την λύρα του να κρούσει» το οποίο ήρθε να διαψεύσει ο Σουρής με το ποίημά του.
Δημήτρης Γληνός.
Σμύρνη 1882 - Αθήνα 1943.Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ.
Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ.
«Αν ισχύει η ρήση πως οι νεκροί βαραίνουν στα μυαλά των ζωντανών και η παράδοση αποτελεί και βαρίδι στην πρόοδο, τότε η περίπτωση του Γληνού θα πρέπει να αποτελεί εξαίρεση. Γιατί ο πνευματικός ηγέτης και αγωνιστής δάσκαλος, ο οποίος ξεκίνησε από τον αστικό ουμανισμό για να συναντηθεί με τον κομμουνισμό, ασυμβίβαστος, καινοτόμος, συγκροτημένος, δίκαια πρέπει να θεωρηθεί μεταξύ των πρώτων στο πνευματικό στερέωμα του 20ου αιώνα. Ίσως ο μέγιστος αριστερός διανοητής στον παιδαγωγικό χώρο»
«Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», τεύχος 60/61, αφιέρωμα στο Δημήτρη Γληνό.
Τα πρώτα χρόνια.
Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 22 Αυγούστου του 1882 (παλαιό ημερολόγιο). Ήταν ο πρωτότοκος από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος κρασιών και κατάγονταν από την Aνδρο. Εκτός από το εμπόριο κρασιών, ο πατέρας του διατηρούσε και μια μικρή ταβέρνα, στην οποία ο Δημήτρης εργαζόταν προκειμένου να βοηθήσει την οικογένεια του. Οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας του ήταν περιορισμένοι. Όμως, ο Γληνός είχε την τύχη να τον συμπαθήσει ο γιατρός Δημήτριος Χρόνης και να τον βοηθήσει οικονομικά ώστε να εγγραφεί στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.
Φοιτητής στην Αθήνα.
Το 1899, αριστούχος της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης ήρθε στην Αθήνα «κουβαλώντας» τη «Μεγάλη Ιδέα», την καθαρεύουσα και τον ιδεαλισμό για να σπουδάσει Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής είχε κυριαρχηθεί από την ήττα του 1897. Στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών κυριαρχούσαν οι οπαδοί της αρχαΐζουσας (Μιστριώτης, Κόντος). Ο Γληνός νοίκιασε ένα σπίτι στην οδό Μασσαλίας 18 και έπιασε φιλία με τον Κ. Γούναρη, δημοτικιστή και ποιητή, τεταρτοετή φοιτητή της φιλολογίας που σκοτώθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους. Η επίδραση του Μιστριώτη επηρέασε αρχικά το Γληνό. Συμμετείχε στα «Ευαγγελικά» το 1901 εναντίον των δημοτικιστών. Αργότερα ο ίδιος θα γράψει: «όλη μου η ζωή είναι μια πορεία προς τα αριστερά. Από το Μιστριώτη στο Λένιν». Την ίδια περίοδο γράφει το πρώτο του άρθρο για τις ξένες λέξεις στην ελληνική γλώσσα στο περιοδικό του Γεράσιμου Βώκου «Το Περιοδικό μας». Αργότερα, στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύει μια επιστολή με τίτλο «Ένας εθνικός». Στο πανεπιστήμιο γνωρίζει τους Αλέξανδρο Δελμούζο, Μανώλη Τριανταφυλλίδη και Π. Ταγκόπουλο και γίνεται δημοτικιστής. Να πώς παρουσιάζει ο ίδιος γλαφυρά την περίοδο των φοιτητικών του χρόνων, τις ανησυχίες και τα όνειρά του: «Σπούδασα φιλολογία γεμάτος από θολά και αόριστα όνειρα, από ορμές για δράση πνευματική, πότε νοιώθοντας να φουσκώνουνε τα στήθια μου από ποιητική διάθεση και πότε νοιώθοντας το νου μου να λαχταράει, για την κατάκτηση της αλήθειας... Έτρεχα σαν ένα νέο αλογάκι μέσα σ ένα λιβάδι, πότε ανεβαίνοντας τις ηλιόλουστες βουνοπλαγές της τέχνης, πότε χοροπηδώντας στον κάμπο τον οργωμένο της επιστήμης...». Και προσθέτει για τη μετέπειτα πορεία του: «Με κόπο και αγωνία άνοιξα το δρόμο, ένα μονοπάτι για την αλήθεια, για το φως. Έγινα στα δεκαοχτώ μου χρόνια δημοτικιστής, στα εικοσιπέντε μου χρόνια φωτίστηκα για το κοινωνικό ζήτημα, χρειάστηκε είκοσι χρόνια αγώνα για να μπορέσω να πω την αλήθεια που είχα μέσα μου...». Κι ο Βάρναλης θυμάται: «Τα πρώτα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής μικρός, ξένος, ασήμαντος, χωρίς φίκους μέσα στη Φιλοσοφική Σχολή, στεκόμουνα πάντα απόμερα και κοίταζα τους άλλους. Οι περισσότεροι είχαν έναν αέρα αντιπαθητικό. Πολύ ολίγες φάτσες μου φαινόντανε συμπαθητικές και τους πρόσεχα στις παραδόσεις χωρίς να τους γνωρίζω. Όλοι τους ήταν ή τριτοετείς ή τελειόφοιτοι. Τους πρόσεχα και τους θαύμαζα, γιατί είχα μάθει πως είναι ποιητές - και φυσικά δημοτικιστές. Ο Γληνός με τα μεγάλα του φλογερά μάτια και με μια χτυπητήν επίδειξη αντιρομαντισμού. Ο Δελμούζος με τα ωραία ποιητικά του μαλλιά, το εμπνευσμένο ύφος και το σταθερό του περπάτημα με βήματα απλωτά προς «ό,τι υψηλόν». Ο Τριανταφυλλίδης με τη νευρική του φινέτσα, τη μελετηρότητά του και την κοριτσίστικη σεμνότητά του. κι απάνω απ’ όλους ο μέγας φασαρίας της σχολής, ο λιγότερο όμορφος απ’ όλους τους νέους της... Ανατολής, φωνακλάς, πανταχού παρών, γενικός φίλος ολωνώνε, καθηγητών και φοιτητών, φημισμένος από τότες ιστοριοδίφης, συνεργάτης του «Νουμά» κι αγαπημένος του Ψυχάρη, σπιρτόζος ανεκδοτολόγος, πειραχτήριο και πάντα καλή καρδιά – ο Νίκος Βέης. Oλοι αναγνωρίζανε την αξία του και τον εχτιμούσανε.»
Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.
Η επαφή με το δημοτικισμό και οι πρώτες μάχες για τη δημοτική γλώσσα.
Οι φιλικές συναναστροφές οδηγούν το Γληνό στο δημοτικισμό. Ο Κ. Γούναρης τον συστήνει στην ομάδα «Εστία» του περιοδικού «Νουμάς» που το έβγαζε ο πρωτοπόρος δημοτικιστής Δ. Ταγκόπουλος. Την περίοδο αυτή μεγάλοι λογοτέχνες όπως ο Χατζόπουλος, ο Καμπύσης, ο Καρκαβίτσας, ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Βλαχογιάννης, ο Γρυπάρης, ο Μαλακάσης, ο Μελάς, ο Παπαντωνίου, ο Βάρναλης, ο Σκίπης, ο Σουρής και πολλοί άλλοι, επηρεασμένοι από το κήρυγμα του Ψυχάρη, γράφουν και προπαγανδίζουν τη δημοτική. Περιοδικά όπως η «Τέχνη» του Κώστα Χατζόπουλου, το «Περιοδικό μας» του Βώκου, η «Κριτική» των Αξιώτη και Λαμπελέτ, τα «Προπύλαια» του Βλαχογιάννη και ο «Νουμάς» του Ταγκόπουλου, εκδίδονται στη δημοτική. Είναι η φάση όπου ο δημοτικισμός μετασχηματίζεται σταδιακά από κίνημα λογοτεχνικό σε εκπαιδευτικό. Ο Γληνός το 1903 δημοσιεύει στον Νουμά του Ταγκόπουλου τρία μεταφρασμένα κείμενα του Héredia με το ψευδώνυμο Δ. Μήτσος. Οικονομικές δυσκολίες αναγκάζουν το Γληνό στη διάρκεια των σπουδών του να εργασθεί ως δάσκαλος στη Λήμνο (1903-1904) και στον Κασαμπά (1905). Το 1904 γίνεται μέλος του συλλόγου των δημοτικιστών «Η Εθνική μας γλώσσα». Το 1905 παίρνει το πτυχίο του με άριστα. Στα 1905 ανέλαβε τη διεύθυνση της Αναξαγορείου Σχολής στα Βουρλά της Σμύρνης. Στα 1906-7 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα, μεταφράσεις και φιλολογικά άρθρα, με το όνομα Μήτρος Γληνός. Το 1906, ο Ν. Τσουρουκτσόγλου εκδίδει στη Σμύρνη την εφημερίδα «Ημερησία Σμύρνης» και με επιστολή του στην καθαρεύουσα προσκαλεί το Γληνό να γίνει συνεργάτης της. Ο Γληνός απαντά θετικά στην πρόσκληση της εφημερίδας με επιστολή γραμμένη στη δημοτική. Η εφημερίδα δημοσιεύει την επιστολή και οι διευθυντές των τριών σχολών της Σμύρνης ζητούν εγγράφως από το συμβούλιο της Αναξαγόρειου Σχολής την απόλυση του. Ο Γληνός παραιτείται και προσλαμβάνεται στο νεοσύστατο Ελληνογερμανικό Λύκειο όπου δίδαξε ως το 1908. Εκεί είχε μαθητή τον Γ. Κορδάτο, ο οποίος μας χαρίζει πολύτιμες βιογραφικές σελίδες για το Δημήτρη Γληνό: «Ο κ. Διευθυντής είχε δίκαιο. Ο Γληνός ήταν κάτι παραπάνω από γόης στη διδασκαλία του. Δε θυμάμαι κανέναν άλλο καθηγητή να μου κάνει τέτοια εντύπωση. Κρεμνιούμαστε όλοι μας απ το στόμα του και δεν καταλαβαίναμε πώς περνούσε η ώρα ή πιο σωστά, θα θέλαμε η μια ώρα του μαθήματος να γίνει δύο και τρεις. Όχι μόνο δεν κούραζε αλλά και έκανε τη γραμματική και το συνταχτικό ευχάριστο μάθημα, ήταν παιχνίδε όπως τα δίδασκε. Έπειτα και στο μάθημα των εκθέσεων πρόσεχε πολύ. Μας έβαλε να διαβάζουμε νεοελληνικά κείμενα και χωρίς να φαίνεται πως είναι δημοτικιστής -τον καιρό εκείνο στη Σμύρνη οι καθηγητές δημοτικιστές παύονταν από τα Ελληνικά Σχολεία- μας προπαγάνδιζε το δημοτικισμό. Μιλούσε πολλές φορές για το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, για το Χατζιδάκι, Κόντο, για τον Ψυχάρη και άλλες μορφές της τέχνης και ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν μάλιστα μαθεύτηκε στις αρχές του 1907 ο θάνατος του Δημητρίου Βερναρδάκη, η Ευαγγελική Σχολής της Σμύρνης θέλησε να τιμήσει τη μνήμη όχι μόνο του ποιητή της «Φαύστας», αλλά και του έξοχου ελληνιστή και φιλολόγου. Ωστόσο κανένας απ τους καθηγητές της δεν ήθελαν να μιλήσουν στο φιλολογικό μνημόσυνο που θα γινόταν. Ήταν όλοι φανατικοί καθαρευουσιάνοι και οπαδοί του Κόντου που υπήρξεν άσπονδος εχθρός και διώκτης του μυτιληναίου σοφού. Τότε ο Γληνός, αν και δεν ήταν καθηγητής της Ευαγγελικής Σχολής, μέσον του διευθυντή της «Αρμονίας», τα κατάφερε να του δοθεί η εντολή να μιλήσει αυτός. Ηταν η πρώτη φορά που θα έκανε δημόσια εμφάνιση και μάλιστα εμφάνιση μέσα στη μεγάλη αίθουσα της Ευαγγελικής Σχολής όπου θα πήγαινε να τον ακούσει ό,τι εκλεχτό είχε η Σμύρνη.Η αίθουσα ήταν γιομάτη, πατείς με πατώ σε. Φυσικά δεν έλειπεν η τάξη μας. μόνο δυο τρία πλουσιόπαιδα δεν ήρθαν. Αυτά προτίμησαν να περάσουν την ώρα τους στα ζαχαροπλαστεία της προκυμαίας. Ηταν οι πιο σκάρτοι της τάξης. Οι άλλοι πήγαμε και χειροκροτήσαμε το δάσκαλό μας με συγκίνηση και μ όλη την καρδιά μας. Η ομιλία του ήταν μυσταγωγία και κεραυνός μαζί.» Την ίδια χρονιά ιδρύεται στη Σμύρνη «Σύνδεσμος των Λειτουργών της Εκπαιδεύσεως» και ο Γληνός αναλαμβάνει την προεδρία του.
Οι σπουδές στη Γερμανία και η επαφή με το μαρξισμό.
Το 1908, παντρεύεται την Αννα Χρόνη, κόρη του εύπορου γιατρού που τον είχε βοηθήσει οικονομικά στις σπουδές του. Τον Αύγουστο του 1909 αναχωρεί μαζί με τη σύζυγο του για την Ιένα της Γερμανίας όπου παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής. Εκεί γνωρίζει το Γ. Σκληρό συγγραφέα του βιβλίου «Το Κοινωνικό μας Ζήτημα» και συμμετέχει στην «Εταιρεία των φίλων», ένα κύκλο πολιτικών συζητήσεων μαζί με άλλους προοδευτικούς έλληνες φοιτητές. Εκεί ο Γληνός στρέφεται προς τη μελέτη του μαρξισμού και γράφει, με το ψευδώνυμο Λ. Καλλέργης, μια εργασία με τίτλο «Η νεοτουρκική επανάσταση», την οποία δημοσίευσε στο περιοδικό «Ελληνισμός» του Νεοκλή Καζάζη. Στη μελέτη αυτή ο Γληνός προσπαθεί να αναλύσει την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στις χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Στην ανάλυση του προβλέπει τους Βαλκανικούς πολέμους, τη σύγκρουση Ελλάδας - Τουρκίας και τη συμμαχία Ελλάδας - Σερβίας - Βουλγαρίας. Ο Γληνός από την Ιένα μεταβαίνει στη Λειψία με σκοπό να εκπονήσει μια διδακτορική διατριβή με τον Wundt με θέμα: «Τα αισθήματα της ακοής και η ένταση της προσοχής». Ομως, το 1911 οι οικονομικές ανάγκες τον υποχρέωσαν να διακόψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στην Αθήνα.
Η αξιοποίηση του Γληνού από τις κυβερνήσεις Ε. Βενιζέλου (απόπειρες μεταρρύθμισης 1913 και 1917).
Τα νέα αναγνωστικά που γράφονται ο ίδιος τα χαρακτηρίζει σαν: «Ανατολή νέου κόσμου... κρύμνισμα ειδώλων, μεταβολή συστημάτων... Τα αναγνωστικά αυτά όχι μόνο είναι γραμμένα στη δημοτική, αλλά μπάζουν νέο πνεύμα στο σχολείο, φέρνουν τα παιδιά κοντά στη φύση και τη ζωή, στη χαρά και τη δράση, τα μαθαίνουν να αυτενεργούν, καλλιεργούν το κοινωνικό συναίσθημα». Όμως, η μεταρρύθμιση συναντά αντιδράσεις ακόμη και μέσα στη βενιζελική παράταξη. Ο Βενιζέλος, όπως γράφει ο ίδιος ο Γληνός, τον καλεί στη Βουλή προκειμένου να του επιστήσει την προσοχή: «Τι είναι αυτά που κάνετε; Βιαζόμαστε πολύ. Χρειαζόσαστε τρία χρόνια να μπει η δημοτική στις τέσσερεις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Ύστερα βλέπουμε». Το 1918 ο βενιζελικός αρχιεπίσκοπος επιτίθεται στη μεταρρύθμιση. Οι πιέσεις εκ των ένδον είναι αφόρητες. Ο Γληνός σε μια προσπάθεια να παρακάμψει το συντηρητικό κομμάτι του βενιζελικού κόμματος ταξιδεύει το 1919 στο Παρίσι προκειμένου να συναντήσει τον ίδιο το Βενιζέλο. Όμως, οι προσπάθειες του δεν θα αποδώσουν τους καρπούς που αυτός προσδοκούσε. Το πανεπιστήμιο Αθηνών παραμένει το κέντρο της αντίδρασης. Ο Γληνός μόλις και κατορθώνει να πείσει το Βενιζέλο να διδάσκεται η δημοτική στην πέμπτη και την έκτη δημοτικού μαζί με την καθαρεύουσα. Στις εκλογές του 1920 τα φιλομοναρχικά κόμματα παίρνουν την πλειοψηφία και καταργούν την μεταρρύθμιση του 1917. Τα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης χαρακτηρίζονται αντεθνικά και καίγονται ύστερα από απόφαση επιτροπής με πρόεδρο τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκο Εξαρχόπουλο. Η καθαρεύουσα επικρατεί και πάλι και μαζί μ αυτή το παλιό αντιδραστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Στο βιβλίο του με τον τίτλο «Οι χοίροι υίζουσιν, τα χοιρίδια κοϊζουσιν, οι όφεις ιύζουσιν» ο Γληνός σατιρίζει με πίκρα την επαναφορά της αρχαϊζουσας: «...Τα παιδιά ενύσταζαν, ενύσταζαν, ενύσταζαν, θεέ μου, πώς ενύσταζαν... Η σκια της ηλιθιότητας εκάλυπτεν την τάξιν... Τα καλύτερα επαπαγάλιζαν ευσυνειδήτως. Το βόδι λέγεται καλύτερον βους, το πόδι λέγεται καλύτερον πους. Τα κέρατα τού; Του βου. Οι δάκτυλοι τού; που. Ω θεέ μου; Τι λες παιδί μου; Πρόσεχε. Ο βους, του βοός, ο πους, του ποδός. Λοιπόν; Τα κέρατα του... του βοδός. Οι δάκτυλοι τού; του... που.. πους. Α! μα είσθε κτήνη! Είσθε ζώα! Δεν υποφέρεσθε. Γκαπ! Γκουπ!» Πολύ αργότερα το 1925, στον οδυνηρό απολογισμό αυτής της προσπάθειας ο Γληνός θα γράψει το «Ένας άταφος νεκρός» όπου καταδικάζει την αρχαϊζουσα γλώσσα και την αρχαιοπληξία, που τυραννούσε μαθητές-καθηγητές με έργο άχαρο και δεν πρόσφερε τίποτα στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας: «...πρέπει να κάμωμεν το ελληνικόν σχολείον του Μεσενικόλα ή των Σοφάδων πεντατάξιον με δέκα ώρας αρχαία ελληνικά την εβδομάδα δια να γίνουν ικανοί οι κάτοικοι, εξακολουθούντες να μεταχειρίζονται εις αιώνα τον άπαντα το ησιόδειον άροτρον δια τα χωράφια των, να προσφωνούν τουλάχιστον και τα βόδια των εις ησιόδειον γλώσσαν».
Η στροφή προς την αριστερά.
Ο Γληνός δεν αποθαρρύνθηκε. Εντάσσεται στη Δημοκρατική Ένωση και συνεργάζεται με τον Αλ. Παπαναστασίου στη συγγραφή του Δημοκρατικού Μανιφέστου, στα θέματα της παιδείας. Την ίδια περίοδο προσπαθεί να αποκαταστήσει με την οικονομική βοήθεια της συζύγου τους γονείς του, τα 7 από τα αδέρφια του, 2 γαμπρούς του και μια νύφη του, που έρχονται πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα.Το 1921 ιδρύει επίσης την «Ανώτερη Γυναικεία Σχολή» ως ελεύθερο λαϊκό Πανεπιστήμιο για τις γυναίκες, με σκοπό να τους δώσει ανώτερη μόρφωση, φιλοσοφική, ιστορική, καλλιτεχνική, για να μπουν στη σύγχρονη προοδευτική κίνηση.Ο Πλαστήρας διορίζει το Γληνό στις αρχές του 1923 Εκπαιδευτικό Σύμβουλο στο Υπουργείο Παιδείας. Επιστρέφουν οι Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης από τη Γερμανία και αρχίζει πάλι η προσπάθεια της μεταρρύθμισης. Ο Γληνός οργανώνει παιδαγωγικά συνέδρια σε όλη την Ελλάδα και του προτείνεται η θέση του πρύτανη του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία αρνείται. Αργότερα, στις 2 Δεκεμβρίου 1938 στην Σαντορίνη όπου είναι εξόριστος θα γράψει για αυτή την πρόταση: «Στα 1924 όταν έκαμα τον οργανισμό του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που ψήφισε τότε η κυβέρνηση Παπαναστασίου, ο υπουργός παιδείας Λυμπερόπουλος μου πρότεινε από μέρος του πρωθυπουργού να βάλουν ειδική διάταξη στο νόμο για να με διορίσουν πρύτανη για 10 χρόνια για να διοργανώσω το πανεπιστήμιο και δε δέχθηκα γιατί ήξερα από τότες ότι η διδασκαλία μου δε θα χωρούσε μέσα στα πλαίσια» Ύστερα από εισήγησή του το 1924, ιδρύεται η Παιδαγωγική Ακαδημία για την προετοιμασία ανώτερων στελεχών της Εκπαίδευσης. Ο ίδιος δίδαξε για πρώτη φορά στην Ελλάδα κοινωνιολογία. Από την έδρα της Ακαδημίας γίνεται κήρυκας της κοινωνικής αναγέννησης του ΄Εθνους. Θυμάται ο Κ. Βάρναλης: «στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που τη διεύθυνε ο Γληνός, παιδαγωγός, όπως είπα και άλλοτες, με μοναδικό οργανωτικό ταλέντο, με φωτιά μέσα του όχι λιγότερην από την επιστημονική και φιλοσοφική του μάθηση και μ εξαιρετικό θετικισμό σε όλη του τη δράση, όλο το διδαχτικό προσωπικό ήτανε δοκιμασμένοι δημοτικιστές κι όλα τα μαθήματα σ ένα σκοπό κατατείνανε: να κάνουνε τους «μαθητές» όχι μονάχα καλούς παιδαγωγούς, μα και καλούς αγωνιστές του δημοτικισμού.Στην Παιδαγωγική Ακαδημία, εξόν από τα παιδαγωγικά και τη φολοσοφία και άλλα τεχνικά μαθήματα, διδασκότανε η κοινωνιολογία, η γλωσσολογία και η νεοελληνική λογοτεχνία.Για πρώτη φορά σε δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα διδασκότανε το μάθημα της κοινωνιολογίας (από το Γληνό) και το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (από μένα). Όσο για το μάθημα της γλωσσολογίας, αυτό διδασκότανε στο ελληνικό πανεπιστήμιο από τα 1885! Κι όμως για πρώτη φορά η επιστήμη αυτή, που ήτανε ως τότε όργανο της πνευματικής αντίδρασης, γινότανε όργανο της πενυματικής προόδου – για να μην πω επανάστασης! Γιατί για πρώτη φορά στην Παιδαγωγική Ακαδημία ακούστηκε από υπάλληλο του κράτους πως η αληθινή γλώσσα του έθνους είναι η δημοτική γλώσσα κι όχι η γλώσσα του... κράτους (των ψηφισμάτων του και των νόμων του!). Κι αυτηνής της γλώσσας διδαχτήκανε στους δασκάλους η ιστορία, οι νόμοι και οι κανόνες.» Με τη δικτατορία Πάγκαλου ανατρέπεται και πάλι το μεταρρυθμιστικό του έργο. Το Γενάρη του 1926 απολύθηκε «δια λόγους οικονομιών» και οι συνεργάτες του Αλ. Δελμούζος και Ρόζα Ιμβριώτη διώκονται, όπως και άλλοι καθηγητές. Ο Κ. Βάρναλης τιμωρήθηκε με έξι μήνες προσωρινή απόλυση και με μετάθεση στα Χανιά της Κρήτης. Είναι τα «Μαρασλειακά» με τα οποία εκδηλώθηκε το μένος των αντιπάλων του. Η υπόθεση αυτή πείθει το Γληνό πως είναι μάταιη προσπάθεια να περιμένει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από τις τάξεις της κοινωνικής αντίδρασης. Να πώς περιγράφει ο Κ. Βάρναλης την εποχή: «Το σύνθημα της επίθεσης ενάντια στην Ακαδημία και στο Μαράσλειο το έδωσε η «Εστία».Την επίθεσή της η «Εστία» την άρχισε μ ένα κύριο άρθρο. Κοινωνικό σκάνδαλο! Μέσα σε δυο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (Παιδαγωγική Ακαδημία και Μαράσλειο) γίνεται αντεθνική εργασία! Εκεί «υπονομεύονται» τα τιμιότατα της φυλής! Εκεί ονομάζονται σάπια τα ιδανικά της πατρίδας, κουρελόπανο η σημαία μας! Εκεί βρίζεται η... Παναγία!Όλες οι άλλες εφημερίδες τρέξανε να κρατήσουνε το «ίσο» στην «Εστία». Ήτανε μια πρώτης γραμμής ευκαιρία για δημοκοπία και μεγάλωμα της κυκλοφορίας...Όμως το κράτος «συγκινήθηκε!». Και διάταξε διοικητικές και δικαστικές ανακρίσεις. Και τότες όσοι εξεταστήκανε για μάρτυρες σταθήκανε στο ύψος του νεοελληνικού πολιτισμού και των «υγιών αρχών του». ΄Ολοι τούτοι φυσικά οι μάρτυρες ή είχανε προσωπικά με το Γληνό και το Δελμούζο ή ήτανε βαλτοί ή ήτανε θύματα της υποβολής των εφημερίδων. Μα η Δικαιοσύνη; Κοτζάμ αρεοπαγίτες και υφυπουργοί δεχότανε ν ακούνε και να καταγράφουνε μαρτυρίες σαν αυτήν, που κατάθεσε ένας... μπάρμπας!Αυτός ο μπάρμπας περπατούσε, λέει, στο δρόμο μαζί με την ανεψιά του, μαθήτρια του Μαρασλείου. Ξαφνικά, λέει, το κορίτσι στάθηκε, σήκωσε τα φουστάνια του, κάθησε σε μια γωνιά του πεζοδρομίου κι έκανε με τη φυσικότερη αφέλεια τα... τσίσια του. Ο μπάρμπας, λέει το παραμύθι, έγινε έξω φρενών! Και ρωτάει κατακόκκινος από θυμό την ανεψούλα του:- Μαρία (ας πούμε!), δε μου λες, πού έμαθες να φέρνεσαι έτσι ξετσίπωτα;- Στο Μαράσλειο! ΄Ετσι μας διδάξανε οι καθηγητές μας. Να είμαστε «υπεράνω των προλήψεων» κ.λπ.Με τέτοια παραμύθια συνεννοούντανε μια χαρά ο Τύπος, το Κράτος, η θεά Θέμις κι η χειρότερη μερίδα του λαού...Καλά τα πρόσωπα! Κι άλλα να ήτανε, δε χάθηκε ο κόσμος! Μα το όνειρο της Μεταρρύθμισης; Ο σκοπός του «εκδημοκρατισμού» της παιδείας και της διοίκησης και της δικαιοσύνης και της Βουλής; Μα ίσα-ίσα αυτό ήτανε το μεγαλύτερο όφελος του νεοελληνικού πολιτισμού και η μεγαλύτερη απόδειξη της... ζωτικότητας της φυλής! Γλύτωσε το έθνος από το να έχει γλώσσα! ΄Εχει κείνην, που δεν την καταλαβαίνει. Και τώρα δεν πρέπει να έχει ούτε κι αυτήνε. Ο φασισμός θα τηνε κόψει για να μη... μιλεί και φλυαρεί ο καθένας ό,τι του κατεβαίνει!» Ο μαχητής Γληνός δεν το βάζει κάτω. Από το Σεπτέμβριο του 1926 άρχισε την έκδοση του περιοδικού «Αναγέννηση» με σαφή στροφή προς το σοσιαλισμό. Ο Γληνός γίνεται ο αρχηγός του αριστερού πνευματικού κινήματος, του κοινωνικού δημοτικισμού και διακηρύσσει μέσα από τον «Εκπαιδευτικό ΄Ομιλο»:«Η λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να έχει άλλο κοινωνικό φορέα και πρόμαχο, παρά τις κοινωνικές εκείνες τάξεις, που σαν αδικημένες αγωνίζονται να λυτρωθούν και να κατακτήσουν τα δικαιώματά τους». Ο Γληνός έχει φτάσει στην κατανόηση ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Σε άρθρο του στην «Αναγέννηση» προσδιορίζει την ελληνική αστική τάξη ως αντιδραστική, εμπόδιο σε κάθε προοδευτική προσπάθεια: «Η ελληνική αστική τάξη είναι αντιδραστική. Δεν γνώρισε και δεν έζησε καμιά από τις αρετές που αποτελέσανε την αξία, τον υπαρκτικό λόγο των αστικών τάξεων της Δύσης. Ούτε τη δίψα της απροκάλυπτης αλήθειας, ούτε το γενναίο πέταγμα της ελεύθερης έρευνας, ούτε το σεβασμό της ελευθερίας της συνείδησης, ούτε την τιμή προς τους δημιουργού του καλύτερου μέλλοντος. Η ελληνική αστική τάξη είναι προορισμένη, να στολίζεται με φράκο και κολλαριστό πουκάμισο και να έχει τη στεγνή ψυχή μεσαιωνικού καλόγερου. Υποκρισία, σεμνοτυφία, ηθική κούφια, αρετή των λόγων και εκμετάλλευση. Αν η τάξη αυτή που κυβερνάει το δύσμοιρο λαό και τον εξαπατά εκατό χρόνια τώρα, είχε κόκκο μυαλού, θα είχεν αγκαλιάσει την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση. Γιατί η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση όπως διατυπώθηκε ήταν το θεμελίωμα της ελληνικής παιδείας πάνω στα ζωντανά δεδομένα του γνήσιου ελληνικού κόσμου, ήταν αληθινή εκπαιδευτική αναγέννηση μέσα στο πλαίσιο όλων των χαρακτηριστικών μιανής σύγχρονης προοδευτικής αστικής κοινωνίας. Νεοέλληνες αστοί πότε με κατηγορίες για τσαρικά ρούβλια, πότε με αθεϊες, πότε με μπολσεβικισμούς, πότε με ανηθικότητες κλοτσοβόλησαν κάθε φορά, έφτυσαν, ερύπαναν κάθε «άνθρωπο» που αγαπώντας πλατιά το λαό του ήρθε για να τους μεταδώσει λίγο φως» Το Μάρτη του 1927, μετά την πλήρη αντίθεση Δελμούζου-Γληνού στη Γενική Συνέλευση, ο «Εκπαιδευτικός Όμιλος» διασπάστηκε. Ο Δελμούζος υποστήριζε ότι ο Όμιλος όφειλε να παραμείνει καθαρά εκπαιδευτικό σωματείο μακριά από την πολιτική, ενώ ο Γληνός ότι έπρεπε να λάβει σαφή πολιτικό προσανατολισμό, αφού: «κάθε σημαντική κοινωνική μεταρρύθμιση, άρα και η εκπαιδευτική, γίνεται με μέσο την πάλη των κοινωνικών τάξεων. Η ελληνική αστική τάξη ή καταπολεμεί άμεσα ή δεν επιδιώκει ειλικρινά μια ουσιαστική λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση».Τελικά η Διοικητική Επιτροπή του Ομίλου απαρτίστηκε από το ψηφοδέλτιο του Γληνού, ενώ ο Δελμούζος και οι οπαδοί του παραιτήθηκαν.Το κείμενο της πλειοψηφίας που έχει γραφτεί από τον ίδιο το Γληνό ξεκαθαρίζει ότι: «η απλή μεθοδολογική μεταρρύθμιση, δηλ. η εισαγωγή των μεθόδων του σχολείου εργασίας, αίτημα που το διατυπώνουν και οι καθαρευουσιάνοι παιδαγωγοί, δε φτάνει, κι αν ακόμα είναι συνδυασμένη με τη γλωσσική μεταρρύθμιση, για να δώση ουσιαστικό χαρακτήρα στη λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Ο Γληνός γράφει στην «Αναγέννηση» (Β, 3, 1927, σελ. 99):«Κάτω λοιπόν τα ψέμματα όλα. Είμαστε σύμφωνοι. Το σχολείο το θέλετε σεις όργανο της κυριαρχίας σας. Και μεις (οι σοσιαλιστές) αγωνιζόμαστε να σας το πάρουμε. Γιατί εμείς αγωνιζόμαστε για μια δικαιότερη και ανθρωπινότερη κοινωνία, λιγότερο υποκριτική, λιγότερο απάνθρωπη. Κι η δύναμη θα περάσει αργά ή γρήγορα στο μέρος της δικαιοσύνης».Το 1928 εκδίδει το «Νέο Δρόμο» και παράλληλα, αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, πιάνει δουλειά στο λεξικό Ελευθερουδάκη, όπου έγραψε λήμματα για τον Καντ, τον Κοντ, το Λαίμπνιτς, τον κομμουνισμό. Τον Ιανουάριο του 1928 η εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» καλεί τον ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναϊ Ιστράτι (Παναγιώτη Βαλσάμη), ο οποίος αποκαλείται ο «Γκόρκι των Βαλκανίων». Σε εκδήλωση μιλούν ο Γληνός, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι. Η ασφάλεια παρεμβαίνει, απέλασε τον Ιστράτι και δικάζει το Γληνό. Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας (έναν πράκτορα της ασφάλειας, ένα συντάκτη της «Εστίας» και ένα μέθυσο επαγγελματία ψευδομάρτυρα) είναι και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Γληνός αθωώνεται. Μετά απ’ αυτό το γεγονός, η στροφή του προς τ' αριστερά είναι οριστική.Το 1929 ο Εκπαιδευτικός Όμιλος διαλύεται. Ο Γληνός ασκεί κριτική στη μεταρρύθμιση του 1929 επισημαίνοντας: «ότι περιέχει καλό δεν είναι νέο και ότι περιέχει νέο δεν είναι καλό». Επίσης, τονίζει ότι «η πρακτικοποίηση της εκπαίδευσης είναι θεωρητικός λόγος παρά πραγματικότητα καθώς υπονοείται και πουθενά δεν πραγματώνεται...Είχαν αναγγείλει πως θα δώσουνε πρακτικό χαρακτήρα στη μέση εκπαίδευση και απεναντίας δυνάμωσαν τον κλασικισμό. Τα άχρηστα και βλαβερά ελληνικά σχολεία τα μετατρέψανε στα πιο άχρηστα και πιο βλαβερά ημιγυμνάσια». Η μεταρρύθμιση του 1929 προσπαθούσε να καθιερώσει το διπλό σχολικό δίκτυο στην εκπαίδευση. Όμως, πέρα από τις εξετάσεις που εμπόδιζαν τους μαθητές να φοιτήσουν στο γυμνάσιο, η επαγγελματική εκπαίδευση υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Την ίδια περίοδο, επιτίθεται κατά των άλλοτε προοδευτικών στοιχείων της αστικής τάξης Παλαμά, Σικελιανό, Κανελλόπουλο, ότι εγκατέλειψαν τις δημοτικιστικές τους αντιλήψεις για να καταλάβουν κρατικές θέσεις. Το 1931, ο Γληνός προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τον Εκπαιδευτικό Όμιλο χωρίς όμως επιτυχία. Από το 1932 συνεργάζεται, χωρίς ακόμη να είναι μέλος του Κ.Κ.Ε. με τους «Νέους Πρωτοπόρους» και το «Ριζοσπάστη». Οι απόψεις του για το γλωσσικό ζήτημα γίνονται πιο ριζοσπαστικές και διατυπώνει την άποψη για τη φωνητική ορθογραφία και το λατινικό αλφάβητο. Η πρόταση «Γράφουμε όπως μιλάμε» ήταν για το Γληνό ο μόνος δρόμος για να μείνουν οι χιλιάδες των αναλφάβητων Ελλήνων στις σχολικές αίθουσες και να μην εκβάλλονται από αυτές επειδή δεν γνώριζαν την καθαρεύουσα. Αφορμή για τις σκέψεις του αυτές είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση στη Σοβιετική Ένωση που καταπολεμά τον αλφαβητισμό.
Σε κείμενο του το 1934 αναλύει την πολιτική στόχευση του αιτήματος: «Το ξύπνημα της συνείδησης στις μάζες είναι αδύνατο, αν δε χρησιμοποιηθεί για όργανο ολάκερης της πνευματικής ζωής η γλώσσα που μιλάει ο λαός...Το φαινόμενο αυτό το είδαμε στη Σοβιετική Ένωση...Ύστερα από την επανάσταση αναγνωρίστηκαν όλες οι εθνικές γλώσσες, έγιναν βάση για τη μόρφωση των λαών, έγιναν όργανο για το ξύπνημα της συνείδησης των μαζών. Γράφτηκαν γλώσσες που ως τότε δεν είχαν ούτε αλφάβητο. Δημιουργήθηκαν αλφάβητα λατινικά, γράφτηκαν βιβλία, βγήκαν εφημερίδες, δημιουργήθηκε θέατρο...πήρανε τη δημοτική γλώσσα, απλοποιήσανε την ορθογραφία και την έκαμαν φωνητική...κάθε λαϊκή ομάδα μορφώνεται με τη γλώσσα που μιλάει». Μέσα από τις σελίδες των «Νέων Πρωτοπόρων» επιτίθεται κατά του καθηγητή Κ. Τσάτσου, ο οποίος απαγορεύει στα μέλη της ΟΚΝΕ (που είχε ιδρυθεί το 1922) να κάνουν συζητήσεις στο πανεπιστήμιο για το μαρξισμό. Στα 1934 ο Δ. Γληνός μαζί με τον Κ. Βάρναλη πήρε μέρος στο συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων. Η Σοβιετική Ένωση στάθηκε για το Δάσκαλο αληθινή αποκάλυψη. Στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» σε σειρά άρθρων, περίπου σε εκατό συνέχειες, δίνει τις εντυπώσεις του κάνοντας βαθιά ανατομία του σοβιετικού καθεστώτος. Τόνισε τα επιτεύγματά του σ’ όλους τους τομείς, περιέγραψε με λυρισμό τους τόπους που επισκέφτηκε, τα πρόσωπα που γνώρισε και ιδιαίτερα τον Μαξίμ Γκόρκι. Έτσι, παρά τις προηγούμενες ιδεολογικές συγκρούσεις του με τους πρωτοπόρους του κομμουνιστικού κινήματος, ο Αγωνιστής Γληνός, σαν έτοιμος από καιρό, θα ενταχθεί στους κόλπους του.Το 1934 ο Γληνός αρχίζει να εργάζεται στο Λεξικό του Δημητράκου.
Το 1935 με η δικτατορία του Κονδύλη τον εξορίζει στον Άη Στράτη μαζί με τον Κ. Βάρναλη. Γράφει ο Τάσος Βουρνάς στη μελέτη του για το Γληνό:«... ΄Ολοι προχωρούν περήφανα, μ ένα πάμφωτο χαμόγελο στα χείλη, με το κεφάλι ψηλά... Κι όταν το καράβι βιράρει τις άγκυρες και σαλπάρει, ο Γληνός σηκώνει το χέρι και χαιρετάει τους φίλους του και τους μαθητές του, που είχαν μαζευτεί στο μουράγιο να τον αποχειρετήσουν. Αξέχαστη στιγμή! ΄Ενα καράβι ξεκινούσε παίρνοντας μαζί του για τους άξενους βράχους της εξορίας δυο μεγάλες δόξες της Ελλάδας... Και μπροστά μας πρόβαλλε σ όλη τη φρίκη το απαίσιο τέρας της βίας, που κατάπνιγε το ορμητικό πέταγμα της λευτεριάς...» Κι ο Κ. Βάρναλης με το γνωστό πικρόγελο γράφει στο ποίημα «Στην εξορία»: «Τυχερέ, κείνο το άθλιο δειλινό σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό. Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός κι ατάραγος, πάνω απ τη μοίρα αφτός Κοιτούσε την ερχόμενη ευδίασα νευρικός απ την αηδία...»Γυρνώντας από την εξορία για πρώτη φορά μπαίνει μπροστά στην πολιτική μάχη. Στην προεκλογική περίοδο, σε ομιλία του στο θέατρο Έντεν του Θησείου επιτίθεται φραστικά στον Π. Καννελόπουλο και γράφει στο Ριζοσπάστη έξι άρθρα εναντίον του («Ο μασκαρεμένος φασισμός του Π. Κανελλόπουλου», «Και όμως είναι φασίστας και απατεώνας»). Στις εκλογές του 1936 εκλέγεται με το Παλλαϊκό Μέτωπο βουλευτής Αθηνών συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην Αθήνα. Ο λαός τον τίμησε κι ο ίδιος αγωνιζόταν με συνέπεια και θάρρος για τα λαϊκά συμφέροντα μέσα από το βήμα της Βουλής.«Οι λόγοι του στη Βουλή μένουν μνημεία αγάπης και υπεράσπισης του λαού, της προόδου του και των συμφερόντων του» σημειώνει ο Περ. Καλοδίκης.Με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά και ως το Φεβρουάριο του 1939, ο Γληνός εξορίζεται στην Ανάφη, την Ακροναυπλία και τη Σαντορίνη. Με πίστη και αξιοπρέπεια αντιμετωπίζει τη νέα κατάσταση παράγοντας σημαντικό πνευματικό έργο, που ολοκλήρωσε ως το 1940, μεταφράζοντας το «Σοφιστή» του Πλάτωνα, με εισαγωγή στη διαλεκτική και σχόλια, έργο-μνημείο για τη φιλοσοφική σκέψη από την αρχαιότητα ως σήμερα.
«Ο "Σοφιστής" αναμφισβήτητα σημαίνει μεγάλη πρόοδο και εξέλιξη και στην αρχαία διανόηση γενικά και στην πλατωνική φιλοσοφία ιδιαίτερα. Η λογική και η διαλεχτική του Πλάτωνα παρουσιάζοντ εδώ με νέες καταχτήσεις. Στο "Σοφιστήν" ο Πλάτωνας αποκορύφωσε τη διαλεχτική του διανόηση και έκαμε τη σοβαρότατη προσπάθεια να μετατρέψει το στατικόν ιδεαλισμό σε δυναμικό. Έφτασε στ’ ακρότατα σύνορα, όπου μπορεί να φέρει το νου του ανθρώπου ο στατικός φορμαλισμός και ο στατικός αντικειμενικός ιδεαλισμός. Το κέρδος είναι μεγάλο και όταν ακόμη τα τελικά πορίσματα δεν είναι ικανοποιητικά και πολλές αποδείξεις είναι ακόμη πολύ αδύνατες ή και σφαλερές. Ο Πλάτωνας μας διδάσκει και με τα λάθη του.Η μελέτη του "Σοφιστή" είναι αναμφισβήτητα μια σημαντικότατη προπαιδεία για τη διαλεχτική διανόηση και με τη σημερινήν αντίληψη της διαλεχτικής, και πολλά έχουνε να ωφεληθούν, όσοι προσπαθούν να γίνουν αληθινοί επιστήμονες, παρακολουθώντας τον αγώνα του Πλάτωνα για να καταχτήσει την αλήθεια με το λόγο, γιατί από τους δρόμους, που εκείνος άνοιξε, έπρεπε να περάσει αναγκαστικά ο ανθρώπινος νους, ως που να φτάσει να βρει την αληθινή πηγή της γνώσης.Μέσα στην ιστορικά καθορισμένη και ιστορικά αιτιοκρατημένη πορεία προς τη γνώση, ο Πλάτωνας αντιπροσωπεύει έναν αναβαθμό, μιαν υψηλότατην ανάταση προς μια κατεύθυνση, την ιδεαλιστική. Και ο "Σοφιστής" ειν’ ένα από τα κορυφαία σημεία σ’ αυτή την ανάταση. Για τούτο αξίζει να τον μελετάμε και να βαθαίνουμε όσο μπορούμε περισσότερο στα νοήματά του.Σήμερα μόλις είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την τεράστια σημασία, που έχει για τη γνώση η διαλεχτική διανόηση του Πλάτωνα στα μοναδικά τούτα κεφάλαια του "Σοφιστή". Η αρχαία φιλοσοφία δυστυχώς δεν προχώρησε πάρα πέρα. Ένα βήμα χωρίζει την πλατωνική τούτη διαλεχτική των εννοιών από τη διαλεχτική, που θέλει να εξηγήσει όχι την απλήν "επικοινωνία", παρά την αιτιακή και γενετική σχέση και εξέλιξη των ιδεών από τη συνύπαρξη των αντιθέτων και την κίνηση, που γεννιέται από την τάση για ν αρθεί η αντίθεση. Το βήμα τούτο το σημαντικότατο δεν το έκαμεν ο Πλάτωνας. Ο δυναμικός του ιδεαλισμός έμεινε στο βάθος στατικός. Η επικοινωνία των ιδεών δεν είναι γένεση των ειδών. » Η πένα του μας χάρισε από την εξορία σπάνιες σελίδες στοχασμού, αναμνήσεις γεμάτες ανθρωπιά και μεγαλείο ηθικό για το μεγάλο χρέος. Γράφει από την Ανάφη: «Μές στη γλυκειά σιγαλιά μιας γαλήνιας νύχτας, ξαγρυπνώντας εδώ επάνω σ ένα βράχο χαμένο στο πέλαγος, νοιώθω την προσδοκία της ανθρωπότητας, την εναγώνια επίκλησή της σε μας να μείνουμε πιστοί και δυνατοί στο μεγάλο μας χρέος...»«... Έχω μέσα μου καρτερία και θάρρος απέραντο. Κρατώ ψηλά, πολύ ψηλά, τη σημαία και προσπαθώ να γίνω όσο μπορώ χρήσιμος στους άλλους. Αισθάνομαι τον εαυτό μου πολύ γερό και στην αντοχή σε δρόμους ξεπέρασα πολλούς νεώτερους από μένα. Κολύμπησα στη θάλασσα πολλές φορές κι ανέβηκα στις κορφές των βουνών. Το στήθος μου είναι πλημμυρισμένο από ζωή και αγάπη. Στο δωμάτιό μου έχω κολλήσει μιαν επιγραφή που λεει: "Φέρειν δέ ό,τι αν ζωή δω γενναίως". Και το εφαρμόζω πέρα για πέρα. Κρατώ την ψυχή μου άγρυπνη, και το σώμα όρθιο. Και προσμένω... Κι αυτό που προσμένω, θαρθεί ασφαλώς. Αργά ή γρήγορα θαρθεί. Διάβασα τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου και πρέπει να το ξέρεις ότι έρχεται ο Ηρακλής, έρχεται...» Με τον ίδιο λυρισμό περιγράφει και το κάτεργο της Ακροναυπλίας εκδηλώνοντας αγάπη κι ανθρωπιά για τους συντρόφους του: «Εδώ μέσα σιγά-σιγά ο εξωτερικός κόσμος απομακρύνεται και δεν υπάρχει, γίνεται όνειρο λαχταριστό, μα όχι πραγματικότητα. Τα βουνά πέρα και ο πράσινος αργολικός κάμπος, το φεγγάρι της νύχτας, ο γαλάζιος ουρανός, η λιμνοθάλασσα που φαίνεται από τα παράθυρα της φυλακής με το Μπούρτζι στη μέση, ο βράχος με τις λίγες αραποσυκιές και τα μικρά δεντράκια που υψώνονται μπροστά στο παράθυρο, δίπλα στο κρεβάτι μου, η τούφα με τις κόκκινες παπαρούνες που είναι φυτρωμένες απάνω στο βράχο και αργοκουνούν την κόκκινη φλόγα τους με το ανοιξιάτικο αγεράκι, όλα αυτά τα θεία πράματα τα βλέπω ημέρες τετραγωνισμένα από τα σίδερα της φυλακής και σιγά-σιγά ξεθωριάζουνε, παύουνε να υπάρχουνε».«Σήμερα σηκώθηκα χαράματα και περίμενα να ιδώ το πρώτο γλυκορόδισμα της αυγής στην κορυφή του βουνού και ύστερα μπήκα μέσα στο θάλαμο, όπου εκατόν πενήντα αναπνοές ρυθμικές ψιθύριζαν σιγανά μέσα στη σιγαλιά, σαν αέρι μέσα σε δάσος από πεύκα. Και άξαφνα μόλις μπήκα μέσα ένιωσα ένα κύμα θερμής αγάπης να μου γεμίζει τα στήθια. Για πρώτη φορά τόνιωσα αυτό έτσι καθαρά. Σα να έμπαινα σ ένα δωμάτιο που να το έχει θερμάνει η αναπνοή της αγαπημένης γυναίκας. Μα λοιπόν είναι κοντά μου, είναι μέσα στην καρδιά μου όλες αυτές οι ζωές που ανασαίνουνε ρυθμικά και ανάλαφρα σαν το φύσημα του αυγηνού αέρα σ’ ένα δάσος από πεύκα; Τις αγαπώ. Αγαπώ αυτό το θάλαμο, αυτή τη ζωή την αποπνιχτική, την πανάθλια; Πώς γίνεται, πώς γίνεται; Βλέπεις, αρχίζω ν’ αγαπώ τη φυλακή μου. Τι θ απογίνει με μένα;»
Από την Ακροναυπλία είχε το κουράγιο να στείλει μήνυμα αγώνα κι ανθρωπιάς στους έξω συντρόφους του: "Ο μόνος τρόπος για να ζήσει και να πεθάνει κανείς σαν ΑΝΘΡΩΠΟΣ είναι να ζήσει και να πεθάνει για ένα ιδανικό."
Το Δεκέμβρη του 1937 η δικτατορία τον έστειλε για απομόνωση στη Σαντορίνη. Ο Γληνός θα γράψει εκεί το περίφημο βιβλίο του «Τριλογία του πολέμου», με τον υπότιτλο «Μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης». Είναι ένα ξεχωριστό δοκίμιο στο οποίο αναλύει τον πόλεμο, εξηγεί τις αιτίες του, βλέπει τον ερχομό του και καλεί τους λαούς να παλέψουν εναντίον του. Πόθος βαθύς του είναι να βασιλέψει στον κόσμο η ειρήνη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά και το χαμόγελο.«Μοναδικό βιβλίο στην Ιστορία της ελληνικής Σκέψης και προφητικό», το χαρακτηρίζει ο Βάρναλης.Στη Σαντορίνη αρρώστησε βαριά και η δικτατορία Μεταξά φοβούμενη τη λαϊκή κατακραυγή και την παγκόσμια διαμαρτυρία, τον μεταφέρει στην Αθήνα υπό αυστηρή επιτήρηση. Μόλις συνέρχεται συνδέεται με το αντιδικτατορικό μέτωπο παλεύοντας ενάντια στο καθεστώς. Τότε γράφει τη μελέτη «Η σημερινή θέση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα» με το ψευδώνυμο Δ. Αλεξάνδρου. Στη μελέτη αυτή περιγράφει τις κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στον κόσμο ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις που εκφράζουν τον παλιό και τον καινούργιο κόσμο, καθώς και την πίστη του στη νέα ζωή.
Με τη Γερμανική Κατοχή ο Δ. Γληνός, μαζί με άλλους συντρόφους, από το Σεπτέμβρη του 1941 μπαίνει επικεφαλής του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), που μόλις είχε ιδρυθεί και γράφει την περίφημη διακήρυξη «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Είναι ένα σάλπισμα αντίστασης προς τον ελληνικό λαό γραμμένο φλογερά απ την ψυχή του Δάσκαλου-Αγωνιστή:«...Είναι ανάγκη όλοι μας να χωνέψουμε βαθιά, να μετατρέψουμε σε πίστη μας και σε οδηγό της δράσης μας μερικά βασικά νοήματα, που είναι απαραίτητα ο καθένας μας να τα γράψει με πύρινα γράμματα στην ψυχή του... Και πρώτα πρώτα πρέπει να νοιώσουμε, πως η λευτεριά είναι το υπέρτατο αγαθό και για τον καθένα και για όλους. Μα η λευτεριά είναι κάτι ζωντανό, ένα κομμάτι και μια προϋπόθεση της ζωής μας, που κάθε στιγμή πρέπει να την καταχτούμε, ν αγωνιζόμαστε γι αυτήν, όπως αγωνιζόμαστε για τη συντήρηση της ζωής μας. Γιατί τώρα νοιώσαμε για καλά όλοι οι Έλληνες πως δεν υπάρχει και ζωή χωρίς λευτεριά. Μας δίδαξε αυτό η πείνα, μας το δίδαξαν οι νεκροί, τα ζωντανά κουφάρια που κυλιούνται στους δρόμους, τ αποσκελετωμένα κορμιά και τα πεινασμένα μάτια των παιδιών μας.Έπειτα πρέπει να νοιώσουμε, πως η λευτεριά δεν χαρίζεται, παρά καταχτιέται με τον αγώνα. Λευτεριά χαρισμένη είναι μια καμουφλαρισμένη σκλαβιά...Δεν υπάρχει πια δικαιολογία και πρόφαση για κανένα ΄Ελληνα να μείνει αργός, να σταυρώνει τα χέρια του να περιμένει μοιρολατρικά την εξέλιξη, να σκύβει το κεφάλι του μπροστά στην τυραννία και την προδοσία, να περιμένει από αλλού τη σωτηρία. Ο θάνατος κρούει τις πόρτες όλων μας. Η σκλαβιά, η πείνα, η αρρώστεια, ο ηθικός εξαναγκασμός, η εξαθλίωση είναι πια μέσα στο σπίτι του καθενός μας. μην ελπίζεις να ξεφύγεις, ό,τι κι αν σοφιστείς. Ο χειρότερος εχθρός σου ειν η δειλία και η μοιρολατρία. Ο καλύτερος φίλος σου η ενεργητική συμμετοχή στον αγώνα.Θα μείνεις λοιπόν αργός; Δούλεψε. Αγωνίσου. Πάλεψε. Σε περιμένει η νίκη, η λευτεριά, η ευτυχισμένη ζωή, η ευτυχία. Από τα βάθη μιας τρισχιλιόχρονης ιστορίας σε ατενίζουν οι πρόγονοί σου, οι ήρωες και οι μάρτυρες. Οι αγωνιστές του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, οι αγωνιστές του 21, οι ήρωες των Αλβανικών βουνών. Μην ντροπιάσεις την ιστορία σου και μην προδώσεις τον εαυτό σου. Γίνου και συ ένας αγωνιστής της λευτεριάς μαζί μ’ όλα τ’ αδέρφια σου. Εμπρός! όλοι οι έλληνες, όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι τούτης της γης, ενταχθείτε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο».Ο Δ. Γληνός μέχρι το θάνατό του συμμετείχε ενεργητικά στην αναδιοργάνωση του ΚΚΕ. Έγινε μέλος της Γραμματείας του Πολιτικού Γραφείου και πρωτοστάτησε στην ένωση των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στη φασιστική σκλαβιά για λεύτερη και ανεξάρτητη πατρίδα. Το ΕΑΜ το Νοέμβρη του 1943 συγκροτεί την Προσωρινή του Κυβέρνηση και τον προορίζει για επικεφαλής της. ΄Όμως στις 26 του Δεκέμβρη άφησε την τελευταία του πνοή σε μια κλινική των Αθηνών έπειτα από εγχείρηση, με την πολύτιμη τη Λευτεριά στο στόμα του, που τόσο μόχθησε για να ρθει.
Σε κείμενο του το 1934 αναλύει την πολιτική στόχευση του αιτήματος: «Το ξύπνημα της συνείδησης στις μάζες είναι αδύνατο, αν δε χρησιμοποιηθεί για όργανο ολάκερης της πνευματικής ζωής η γλώσσα που μιλάει ο λαός...Το φαινόμενο αυτό το είδαμε στη Σοβιετική Ένωση...Ύστερα από την επανάσταση αναγνωρίστηκαν όλες οι εθνικές γλώσσες, έγιναν βάση για τη μόρφωση των λαών, έγιναν όργανο για το ξύπνημα της συνείδησης των μαζών. Γράφτηκαν γλώσσες που ως τότε δεν είχαν ούτε αλφάβητο. Δημιουργήθηκαν αλφάβητα λατινικά, γράφτηκαν βιβλία, βγήκαν εφημερίδες, δημιουργήθηκε θέατρο...πήρανε τη δημοτική γλώσσα, απλοποιήσανε την ορθογραφία και την έκαμαν φωνητική...κάθε λαϊκή ομάδα μορφώνεται με τη γλώσσα που μιλάει». Μέσα από τις σελίδες των «Νέων Πρωτοπόρων» επιτίθεται κατά του καθηγητή Κ. Τσάτσου, ο οποίος απαγορεύει στα μέλη της ΟΚΝΕ (που είχε ιδρυθεί το 1922) να κάνουν συζητήσεις στο πανεπιστήμιο για το μαρξισμό. Στα 1934 ο Δ. Γληνός μαζί με τον Κ. Βάρναλη πήρε μέρος στο συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων. Η Σοβιετική Ένωση στάθηκε για το Δάσκαλο αληθινή αποκάλυψη. Στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» σε σειρά άρθρων, περίπου σε εκατό συνέχειες, δίνει τις εντυπώσεις του κάνοντας βαθιά ανατομία του σοβιετικού καθεστώτος. Τόνισε τα επιτεύγματά του σ’ όλους τους τομείς, περιέγραψε με λυρισμό τους τόπους που επισκέφτηκε, τα πρόσωπα που γνώρισε και ιδιαίτερα τον Μαξίμ Γκόρκι. Έτσι, παρά τις προηγούμενες ιδεολογικές συγκρούσεις του με τους πρωτοπόρους του κομμουνιστικού κινήματος, ο Αγωνιστής Γληνός, σαν έτοιμος από καιρό, θα ενταχθεί στους κόλπους του.Το 1934 ο Γληνός αρχίζει να εργάζεται στο Λεξικό του Δημητράκου.
Το 1935 με η δικτατορία του Κονδύλη τον εξορίζει στον Άη Στράτη μαζί με τον Κ. Βάρναλη. Γράφει ο Τάσος Βουρνάς στη μελέτη του για το Γληνό:«... ΄Ολοι προχωρούν περήφανα, μ ένα πάμφωτο χαμόγελο στα χείλη, με το κεφάλι ψηλά... Κι όταν το καράβι βιράρει τις άγκυρες και σαλπάρει, ο Γληνός σηκώνει το χέρι και χαιρετάει τους φίλους του και τους μαθητές του, που είχαν μαζευτεί στο μουράγιο να τον αποχειρετήσουν. Αξέχαστη στιγμή! ΄Ενα καράβι ξεκινούσε παίρνοντας μαζί του για τους άξενους βράχους της εξορίας δυο μεγάλες δόξες της Ελλάδας... Και μπροστά μας πρόβαλλε σ όλη τη φρίκη το απαίσιο τέρας της βίας, που κατάπνιγε το ορμητικό πέταγμα της λευτεριάς...» Κι ο Κ. Βάρναλης με το γνωστό πικρόγελο γράφει στο ποίημα «Στην εξορία»: «Τυχερέ, κείνο το άθλιο δειλινό σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό. Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός κι ατάραγος, πάνω απ τη μοίρα αφτός Κοιτούσε την ερχόμενη ευδίασα νευρικός απ την αηδία...»Γυρνώντας από την εξορία για πρώτη φορά μπαίνει μπροστά στην πολιτική μάχη. Στην προεκλογική περίοδο, σε ομιλία του στο θέατρο Έντεν του Θησείου επιτίθεται φραστικά στον Π. Καννελόπουλο και γράφει στο Ριζοσπάστη έξι άρθρα εναντίον του («Ο μασκαρεμένος φασισμός του Π. Κανελλόπουλου», «Και όμως είναι φασίστας και απατεώνας»). Στις εκλογές του 1936 εκλέγεται με το Παλλαϊκό Μέτωπο βουλευτής Αθηνών συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην Αθήνα. Ο λαός τον τίμησε κι ο ίδιος αγωνιζόταν με συνέπεια και θάρρος για τα λαϊκά συμφέροντα μέσα από το βήμα της Βουλής.«Οι λόγοι του στη Βουλή μένουν μνημεία αγάπης και υπεράσπισης του λαού, της προόδου του και των συμφερόντων του» σημειώνει ο Περ. Καλοδίκης.Με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά και ως το Φεβρουάριο του 1939, ο Γληνός εξορίζεται στην Ανάφη, την Ακροναυπλία και τη Σαντορίνη. Με πίστη και αξιοπρέπεια αντιμετωπίζει τη νέα κατάσταση παράγοντας σημαντικό πνευματικό έργο, που ολοκλήρωσε ως το 1940, μεταφράζοντας το «Σοφιστή» του Πλάτωνα, με εισαγωγή στη διαλεκτική και σχόλια, έργο-μνημείο για τη φιλοσοφική σκέψη από την αρχαιότητα ως σήμερα.
«Ο "Σοφιστής" αναμφισβήτητα σημαίνει μεγάλη πρόοδο και εξέλιξη και στην αρχαία διανόηση γενικά και στην πλατωνική φιλοσοφία ιδιαίτερα. Η λογική και η διαλεχτική του Πλάτωνα παρουσιάζοντ εδώ με νέες καταχτήσεις. Στο "Σοφιστήν" ο Πλάτωνας αποκορύφωσε τη διαλεχτική του διανόηση και έκαμε τη σοβαρότατη προσπάθεια να μετατρέψει το στατικόν ιδεαλισμό σε δυναμικό. Έφτασε στ’ ακρότατα σύνορα, όπου μπορεί να φέρει το νου του ανθρώπου ο στατικός φορμαλισμός και ο στατικός αντικειμενικός ιδεαλισμός. Το κέρδος είναι μεγάλο και όταν ακόμη τα τελικά πορίσματα δεν είναι ικανοποιητικά και πολλές αποδείξεις είναι ακόμη πολύ αδύνατες ή και σφαλερές. Ο Πλάτωνας μας διδάσκει και με τα λάθη του.Η μελέτη του "Σοφιστή" είναι αναμφισβήτητα μια σημαντικότατη προπαιδεία για τη διαλεχτική διανόηση και με τη σημερινήν αντίληψη της διαλεχτικής, και πολλά έχουνε να ωφεληθούν, όσοι προσπαθούν να γίνουν αληθινοί επιστήμονες, παρακολουθώντας τον αγώνα του Πλάτωνα για να καταχτήσει την αλήθεια με το λόγο, γιατί από τους δρόμους, που εκείνος άνοιξε, έπρεπε να περάσει αναγκαστικά ο ανθρώπινος νους, ως που να φτάσει να βρει την αληθινή πηγή της γνώσης.Μέσα στην ιστορικά καθορισμένη και ιστορικά αιτιοκρατημένη πορεία προς τη γνώση, ο Πλάτωνας αντιπροσωπεύει έναν αναβαθμό, μιαν υψηλότατην ανάταση προς μια κατεύθυνση, την ιδεαλιστική. Και ο "Σοφιστής" ειν’ ένα από τα κορυφαία σημεία σ’ αυτή την ανάταση. Για τούτο αξίζει να τον μελετάμε και να βαθαίνουμε όσο μπορούμε περισσότερο στα νοήματά του.Σήμερα μόλις είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την τεράστια σημασία, που έχει για τη γνώση η διαλεχτική διανόηση του Πλάτωνα στα μοναδικά τούτα κεφάλαια του "Σοφιστή". Η αρχαία φιλοσοφία δυστυχώς δεν προχώρησε πάρα πέρα. Ένα βήμα χωρίζει την πλατωνική τούτη διαλεχτική των εννοιών από τη διαλεχτική, που θέλει να εξηγήσει όχι την απλήν "επικοινωνία", παρά την αιτιακή και γενετική σχέση και εξέλιξη των ιδεών από τη συνύπαρξη των αντιθέτων και την κίνηση, που γεννιέται από την τάση για ν αρθεί η αντίθεση. Το βήμα τούτο το σημαντικότατο δεν το έκαμεν ο Πλάτωνας. Ο δυναμικός του ιδεαλισμός έμεινε στο βάθος στατικός. Η επικοινωνία των ιδεών δεν είναι γένεση των ειδών. » Η πένα του μας χάρισε από την εξορία σπάνιες σελίδες στοχασμού, αναμνήσεις γεμάτες ανθρωπιά και μεγαλείο ηθικό για το μεγάλο χρέος. Γράφει από την Ανάφη: «Μές στη γλυκειά σιγαλιά μιας γαλήνιας νύχτας, ξαγρυπνώντας εδώ επάνω σ ένα βράχο χαμένο στο πέλαγος, νοιώθω την προσδοκία της ανθρωπότητας, την εναγώνια επίκλησή της σε μας να μείνουμε πιστοί και δυνατοί στο μεγάλο μας χρέος...»«... Έχω μέσα μου καρτερία και θάρρος απέραντο. Κρατώ ψηλά, πολύ ψηλά, τη σημαία και προσπαθώ να γίνω όσο μπορώ χρήσιμος στους άλλους. Αισθάνομαι τον εαυτό μου πολύ γερό και στην αντοχή σε δρόμους ξεπέρασα πολλούς νεώτερους από μένα. Κολύμπησα στη θάλασσα πολλές φορές κι ανέβηκα στις κορφές των βουνών. Το στήθος μου είναι πλημμυρισμένο από ζωή και αγάπη. Στο δωμάτιό μου έχω κολλήσει μιαν επιγραφή που λεει: "Φέρειν δέ ό,τι αν ζωή δω γενναίως". Και το εφαρμόζω πέρα για πέρα. Κρατώ την ψυχή μου άγρυπνη, και το σώμα όρθιο. Και προσμένω... Κι αυτό που προσμένω, θαρθεί ασφαλώς. Αργά ή γρήγορα θαρθεί. Διάβασα τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου και πρέπει να το ξέρεις ότι έρχεται ο Ηρακλής, έρχεται...» Με τον ίδιο λυρισμό περιγράφει και το κάτεργο της Ακροναυπλίας εκδηλώνοντας αγάπη κι ανθρωπιά για τους συντρόφους του: «Εδώ μέσα σιγά-σιγά ο εξωτερικός κόσμος απομακρύνεται και δεν υπάρχει, γίνεται όνειρο λαχταριστό, μα όχι πραγματικότητα. Τα βουνά πέρα και ο πράσινος αργολικός κάμπος, το φεγγάρι της νύχτας, ο γαλάζιος ουρανός, η λιμνοθάλασσα που φαίνεται από τα παράθυρα της φυλακής με το Μπούρτζι στη μέση, ο βράχος με τις λίγες αραποσυκιές και τα μικρά δεντράκια που υψώνονται μπροστά στο παράθυρο, δίπλα στο κρεβάτι μου, η τούφα με τις κόκκινες παπαρούνες που είναι φυτρωμένες απάνω στο βράχο και αργοκουνούν την κόκκινη φλόγα τους με το ανοιξιάτικο αγεράκι, όλα αυτά τα θεία πράματα τα βλέπω ημέρες τετραγωνισμένα από τα σίδερα της φυλακής και σιγά-σιγά ξεθωριάζουνε, παύουνε να υπάρχουνε».«Σήμερα σηκώθηκα χαράματα και περίμενα να ιδώ το πρώτο γλυκορόδισμα της αυγής στην κορυφή του βουνού και ύστερα μπήκα μέσα στο θάλαμο, όπου εκατόν πενήντα αναπνοές ρυθμικές ψιθύριζαν σιγανά μέσα στη σιγαλιά, σαν αέρι μέσα σε δάσος από πεύκα. Και άξαφνα μόλις μπήκα μέσα ένιωσα ένα κύμα θερμής αγάπης να μου γεμίζει τα στήθια. Για πρώτη φορά τόνιωσα αυτό έτσι καθαρά. Σα να έμπαινα σ ένα δωμάτιο που να το έχει θερμάνει η αναπνοή της αγαπημένης γυναίκας. Μα λοιπόν είναι κοντά μου, είναι μέσα στην καρδιά μου όλες αυτές οι ζωές που ανασαίνουνε ρυθμικά και ανάλαφρα σαν το φύσημα του αυγηνού αέρα σ’ ένα δάσος από πεύκα; Τις αγαπώ. Αγαπώ αυτό το θάλαμο, αυτή τη ζωή την αποπνιχτική, την πανάθλια; Πώς γίνεται, πώς γίνεται; Βλέπεις, αρχίζω ν’ αγαπώ τη φυλακή μου. Τι θ απογίνει με μένα;»
Από την Ακροναυπλία είχε το κουράγιο να στείλει μήνυμα αγώνα κι ανθρωπιάς στους έξω συντρόφους του: "Ο μόνος τρόπος για να ζήσει και να πεθάνει κανείς σαν ΑΝΘΡΩΠΟΣ είναι να ζήσει και να πεθάνει για ένα ιδανικό."
Το Δεκέμβρη του 1937 η δικτατορία τον έστειλε για απομόνωση στη Σαντορίνη. Ο Γληνός θα γράψει εκεί το περίφημο βιβλίο του «Τριλογία του πολέμου», με τον υπότιτλο «Μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης». Είναι ένα ξεχωριστό δοκίμιο στο οποίο αναλύει τον πόλεμο, εξηγεί τις αιτίες του, βλέπει τον ερχομό του και καλεί τους λαούς να παλέψουν εναντίον του. Πόθος βαθύς του είναι να βασιλέψει στον κόσμο η ειρήνη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά και το χαμόγελο.«Μοναδικό βιβλίο στην Ιστορία της ελληνικής Σκέψης και προφητικό», το χαρακτηρίζει ο Βάρναλης.Στη Σαντορίνη αρρώστησε βαριά και η δικτατορία Μεταξά φοβούμενη τη λαϊκή κατακραυγή και την παγκόσμια διαμαρτυρία, τον μεταφέρει στην Αθήνα υπό αυστηρή επιτήρηση. Μόλις συνέρχεται συνδέεται με το αντιδικτατορικό μέτωπο παλεύοντας ενάντια στο καθεστώς. Τότε γράφει τη μελέτη «Η σημερινή θέση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα» με το ψευδώνυμο Δ. Αλεξάνδρου. Στη μελέτη αυτή περιγράφει τις κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στον κόσμο ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις που εκφράζουν τον παλιό και τον καινούργιο κόσμο, καθώς και την πίστη του στη νέα ζωή.
Με τη Γερμανική Κατοχή ο Δ. Γληνός, μαζί με άλλους συντρόφους, από το Σεπτέμβρη του 1941 μπαίνει επικεφαλής του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), που μόλις είχε ιδρυθεί και γράφει την περίφημη διακήρυξη «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Είναι ένα σάλπισμα αντίστασης προς τον ελληνικό λαό γραμμένο φλογερά απ την ψυχή του Δάσκαλου-Αγωνιστή:«...Είναι ανάγκη όλοι μας να χωνέψουμε βαθιά, να μετατρέψουμε σε πίστη μας και σε οδηγό της δράσης μας μερικά βασικά νοήματα, που είναι απαραίτητα ο καθένας μας να τα γράψει με πύρινα γράμματα στην ψυχή του... Και πρώτα πρώτα πρέπει να νοιώσουμε, πως η λευτεριά είναι το υπέρτατο αγαθό και για τον καθένα και για όλους. Μα η λευτεριά είναι κάτι ζωντανό, ένα κομμάτι και μια προϋπόθεση της ζωής μας, που κάθε στιγμή πρέπει να την καταχτούμε, ν αγωνιζόμαστε γι αυτήν, όπως αγωνιζόμαστε για τη συντήρηση της ζωής μας. Γιατί τώρα νοιώσαμε για καλά όλοι οι Έλληνες πως δεν υπάρχει και ζωή χωρίς λευτεριά. Μας δίδαξε αυτό η πείνα, μας το δίδαξαν οι νεκροί, τα ζωντανά κουφάρια που κυλιούνται στους δρόμους, τ αποσκελετωμένα κορμιά και τα πεινασμένα μάτια των παιδιών μας.Έπειτα πρέπει να νοιώσουμε, πως η λευτεριά δεν χαρίζεται, παρά καταχτιέται με τον αγώνα. Λευτεριά χαρισμένη είναι μια καμουφλαρισμένη σκλαβιά...Δεν υπάρχει πια δικαιολογία και πρόφαση για κανένα ΄Ελληνα να μείνει αργός, να σταυρώνει τα χέρια του να περιμένει μοιρολατρικά την εξέλιξη, να σκύβει το κεφάλι του μπροστά στην τυραννία και την προδοσία, να περιμένει από αλλού τη σωτηρία. Ο θάνατος κρούει τις πόρτες όλων μας. Η σκλαβιά, η πείνα, η αρρώστεια, ο ηθικός εξαναγκασμός, η εξαθλίωση είναι πια μέσα στο σπίτι του καθενός μας. μην ελπίζεις να ξεφύγεις, ό,τι κι αν σοφιστείς. Ο χειρότερος εχθρός σου ειν η δειλία και η μοιρολατρία. Ο καλύτερος φίλος σου η ενεργητική συμμετοχή στον αγώνα.Θα μείνεις λοιπόν αργός; Δούλεψε. Αγωνίσου. Πάλεψε. Σε περιμένει η νίκη, η λευτεριά, η ευτυχισμένη ζωή, η ευτυχία. Από τα βάθη μιας τρισχιλιόχρονης ιστορίας σε ατενίζουν οι πρόγονοί σου, οι ήρωες και οι μάρτυρες. Οι αγωνιστές του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, οι αγωνιστές του 21, οι ήρωες των Αλβανικών βουνών. Μην ντροπιάσεις την ιστορία σου και μην προδώσεις τον εαυτό σου. Γίνου και συ ένας αγωνιστής της λευτεριάς μαζί μ’ όλα τ’ αδέρφια σου. Εμπρός! όλοι οι έλληνες, όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι τούτης της γης, ενταχθείτε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο».Ο Δ. Γληνός μέχρι το θάνατό του συμμετείχε ενεργητικά στην αναδιοργάνωση του ΚΚΕ. Έγινε μέλος της Γραμματείας του Πολιτικού Γραφείου και πρωτοστάτησε στην ένωση των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στη φασιστική σκλαβιά για λεύτερη και ανεξάρτητη πατρίδα. Το ΕΑΜ το Νοέμβρη του 1943 συγκροτεί την Προσωρινή του Κυβέρνηση και τον προορίζει για επικεφαλής της. ΄Όμως στις 26 του Δεκέμβρη άφησε την τελευταία του πνοή σε μια κλινική των Αθηνών έπειτα από εγχείρηση, με την πολύτιμη τη Λευτεριά στο στόμα του, που τόσο μόχθησε για να ρθει.
Γράφει ο Κ. Βάρναλης: «Τόσο ακλόνητα πίστευε στην Απελευθέρωση τούτη, ώστε την ώρα που ψυχορραγούσε, πάνω στον πιο έντονο παροξυσμό του πυρετού του, ανατιναζόταν από το μαξιλάρι του και ξεφώνιζε:- Νικάμε! Νικάμε!Είταν η μοιραία εποχή, που ο εχθρός άρχιζε να τσακίζει».Κι ο Τάσος Βουρνάς, κλείνοντας τη μελέτη του για το Γληνό, γράφει:«Η Λευτεριά που χτυπούσε με το σπαθί στους κάμπους, τα βουνά και τις πόλεις της σκλαβωμένης Ελλάδας, ήρθε με ξέπλεκα μαλλιά και καταματωμένα ρούχα και γονάτισε πλάι στο ιερό του σκήνωμα».Ο Κ. Καρθαίος εκτιμά: «με το θάνατο του Γληνού η Ελλάδα έχασε έναν πολύτιμο δουλευτή του πολιτισμού της». Ο Δημ. Γληνός σφράγισε με τους αγώνες του και την προσωπικότητά του κοντά μισόν αιώνα. Ήτανε σαν το φως που έλαμπε και διέλυε τα σκοτάδια της αντίδρασης και του φασισμού: ΄Ενας «μεγαλόπνοος πνευματικό ήρωας», όπως σημειώνει και ο Μ. Αυγέρης. Ως δάσκαλος έμεινε αλησμόνητος στους μαθητές του για την αγάπη του και τα σωστά γράμματα που δίδαξε. Με μεγάλη σαφήνεια δίδαξε την τέχνη του λόγου, προφορικού και γραπτού.«Η έκφραση των στοχασμών και των συναισθημάτων», έλεγε, «για να φέρει το επιδιωκόμενο κοινωνικό αποτέλεσμα, πρέπει να βρει την πιο κατάλληλη μορφή. Αυτή η αντιστοιχία μορφής και περιεχομένου αποτελεί την προϋπόθεση της επιτυχίας του σκοπού, τη δημιουργία συγκίνησης ή τη γέννηση στοχασμών στον αναγνώστη». Για να γράφουμε καλά, έλεγε, πρέπει να έχουμε σαν οδηγό μας την προφορική ομιλία, να γράφουμε όπως μιλάμε, έτσι όπως θα τα λέγαμε στο συνομιλητή μας. Από κει και πέρα το γραφτό θέλει δούλεμα, προσπάθεια και κόπο, όπως δουλεύει ο γύφτος το σίδερο στο αμόνι και φυσικά να μελετάμε για να κατέχουμε το θέμα. Διδάσκοντας το ύφος, έλεγε πως πρέπει να έχει διαύγεια, καθαρότητα, «το φως φανάρι», λιτότητα και απλότητα, χωρίς το φούσκωμα και τα πολλά στολίδια, αλλά με συναίσθηση του μέτρου και της αναλογίας.
Την αγάπη του στους μαθητές, τα συναισθήματά του από τη συντροφιά του με τη νεολαία, μας δείχνει εύγλωττα το παρακάτω κείμενό του: «...Εχτές είχα περάσει όλή την ημέρα σε μια μακρινή εκδρομή. Οι νεολαίοι της συντροφιάς μας με ήθελαν μαζί τους για μια ολόκληρη μέρα. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί. Βαδίσαμε τρεις ώρες ανεβοκατεβαίνοντας φαράγγια και λαγγάδια, μονοπάτια και γιδόστρατα κρεμασμένα πάνω από το πέλαγος όπου αν ρίξεις πέτρα φτάνει κάθετα μέσα στη θάλασσα και φτάσαμε σ ένα μοναστήρι, χτισμένο απάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού του Απόλλωνα. Ήταν τριαντατρεις νεολαίοι κι εγώ μαζί τους και τους αγαπούσα όλους και τους καμάρωνα, που χόρευαν και τραγουδούσανε. Καθίσαμε σε μια ρεματιά, κοντά στη θάλασσα, σ’ ένα χωραφάκι καταστόλιστο από μεγάλες χρυσοκίτρινες μαργαρίτες και παπαρούνες. Οι πικροδάφνες σιγοτραγουδούσαν από το ελαφρό αγεράκι στην κοίτη της ρεματιάς. Oλος ο αγέρας είτανε μυρωμένος από τ ανθισμένο φασκόμηλο και την άγρια μοσχομολόχα. Το αγέρι φυσούσε από τη θάλασσα, νοτιοδυτικά. Καθισμένα γύρω μου τα παιδιά άκουγαν χαρούμενα και σχολαστικά. Είχαμε κι ένα βιολί και μια κιθάρα. Είμουνα ερωτευμένος με τα νιάτα, τα νέα λεβέντικα σώματα και τις νέες ψυχές, τις νέες ψυχές που κυοφορούν μια καινούργια ανθρωπότητα. Στολισμένοι μ’ αγριολούλουδα, με κόκκινες παπαρούνες και μυρωδάτη μολόχα, ανεβοκατεβαίναμε πάλι τα φαράγγια και φτάσαμε με τραγούδια στο χωριό. Είχα ζήσει μιαν απολλώνεια ημέρα. Κι όμως το βράδυ κατά το ηλιοβασίλεμα βγήκα πάλι στην κορφή ενός βουνού. Hθελα να με πάρει ο ήλιος μαζί του κατά τη δύση και το βοριά! Πέρα στα κόκκινα σύννεφα ταξίδευα και πετούσα νοσταλγικά με τα φτερά της φαντασίας, αναζητώντας μια χώρα που τη ζυγώνω και δεν τηνε φτάνω»...Ο Γληνός ήταν μεγάλος στυλίστας του λόγου και στα γραφτά του και στα προφορικά του. ΄Oταν ήταν να μιλήσει, αυτό γινόταν γεγονός, όχι μόνο για τη διανόηση, αλλά και για τους εργάτες. Ο προφορικός του λόγος ήταν φλογερός, γεμάτος πίστη. Τα επιχειρήματα απλά, στέρεα και προπαντός αληθινά. Ηλέκτριζε το πλήθος, γι’ αυτό συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο στις ομιλίες του. Ήξερε να εξηγεί στις μάζες την αλήθεια, να τις φωτίζει και να οδηγεί στην πάλη για καλύτερο μέλλον.
Ο Κ. Βάρναλης τον προσωπογραφεί θαυμάσια: «Γερός άντρας με μεγάλα φωτεινά μάτια, ισόρροπος και γαλήνιος σε κάθε περίσταση. Μυαλό θετικό και ταχτοποιημένο απ όλες τις πλευρές. Σπάνια οργανωτική και διοικητική ικανότητα και σπάνια δημιουργική πρωτοβουλία. Μεγάλο διδακτικό ταλέντο. Γόης του λόγου. Ήξερε ν’ απλοποιεί, να φωτίζει και να μεταβάλλει σε συγκεκριμένα τα πιο δύσκολα, τα πιο αφαιρεμένα θεωρητικά ζητήματα και να μας δίνει τη χαρά των ανθρώπων που ύστερα από πολλών χρόνων ιδεαλιστικές ακροβασίες πατούνε τέλος σε στέρεο έδαφος και παίρνουνε συνείδηση της πραγαματικότητας.» Η Ρόζα Ιμβριώτη, ως παιδαγωγός και συνεργάτης του Γληνού, αναλύει την οπτική του και μας δίνει τη δική της συμβουλή «Το φιλοσοφικό και μαζί επαναστατικό του πνεύμα όμως δε γύρευε με μέθοδες ή ώρες διδακτικές να αλλάξει τη μόρφωση και τη μοίρα του ανθρώπου. Το έβλεπε, πως τέτοια βασικά ζητήματα δε λύνονται με μπαλώματα και μικροαλλαγές. Για αυτό στράφηκε προς το όλο, γιατί από τούτο θα καθορίζονταν και τα «επιμέρους». Είδε, πως η βασική μεταρρύθμιση στη μόρφωση του λαού προϋποθέτει και βασική μεταρρύθμιση στις οικονομικές, κοινωνικές και κρατικές σχέσεις...» « Όποιος όμως σήμερα πονάει το σχολείο, κι όχι μόνο το σχολείο παρά τον άνθρωπο και το λαό, πρέπει ν' αγωνιστεί, όπως αγωνίστηκε κι ο Γληνός. Πρέπει κι εμείς σοβαρά κι αποφασιστικά για αυτό το ίδιο το σχολείο, γι’ αυτή την πνευματική προκοπή του λαού ν' αγωνιστούμε σκληρά. Αυτός είναι ο δρόμος για να κερδίσουμε τη λαϊκή παιδεία. Ν’ αγωνιστούμε για να κερδίσουμε το αύριο που είναι η προϋπόθεση για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση της παιδείας. Και σ’ όλους τους κάπηλους της παιδείας και σε όλους εκείνους που γυρίζουν γύρω της με μπλάστρια και γιατροσόφια ή κάνουν τους προσεχτικούς χειρούργους, μια ας είναι η απάντησή μας, τούτη: Σχολική ουσιαστική μεταρρύθμιση χωρίς μιαν αλλαγή της σημερινής ολιγαρχικής κατάστασης είναι καθαρή ασυνέπεια. Μόνο ο αγώνας για γνήσιες δημοκρατικές λύσεις θα δώσει το πλούσιο χώμα για να ριζώσει μια πραγματικά λαϊκή παιδεία.Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα που μας έδωκε ο Γληνός σαν γνήσιος παιδαγωγός του λαού και γι’ αυτό Αγωνιστής.» Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο αγωνιστικός κραδασμός και παλμός είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο δίδαγμα που μας αφήνει η ζωή του». Όπως γράφει ο Φίλ. Ηλιού στην ΄Εκδοση των Απάντων του, ο Γληνός αναδείχτηκε «σε ηγετική μορφή των κινημάτων για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Στην επόμενη δεκαετία όλες οι προσπάθειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση επρόκειτο να στηριχτούν κατά κύριο λόγο στις δικές του οργανωτικές ικανότητες και στη δική του οργανωτική σύλληψη».
Την αγάπη του στους μαθητές, τα συναισθήματά του από τη συντροφιά του με τη νεολαία, μας δείχνει εύγλωττα το παρακάτω κείμενό του: «...Εχτές είχα περάσει όλή την ημέρα σε μια μακρινή εκδρομή. Οι νεολαίοι της συντροφιάς μας με ήθελαν μαζί τους για μια ολόκληρη μέρα. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί. Βαδίσαμε τρεις ώρες ανεβοκατεβαίνοντας φαράγγια και λαγγάδια, μονοπάτια και γιδόστρατα κρεμασμένα πάνω από το πέλαγος όπου αν ρίξεις πέτρα φτάνει κάθετα μέσα στη θάλασσα και φτάσαμε σ ένα μοναστήρι, χτισμένο απάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού του Απόλλωνα. Ήταν τριαντατρεις νεολαίοι κι εγώ μαζί τους και τους αγαπούσα όλους και τους καμάρωνα, που χόρευαν και τραγουδούσανε. Καθίσαμε σε μια ρεματιά, κοντά στη θάλασσα, σ’ ένα χωραφάκι καταστόλιστο από μεγάλες χρυσοκίτρινες μαργαρίτες και παπαρούνες. Οι πικροδάφνες σιγοτραγουδούσαν από το ελαφρό αγεράκι στην κοίτη της ρεματιάς. Oλος ο αγέρας είτανε μυρωμένος από τ ανθισμένο φασκόμηλο και την άγρια μοσχομολόχα. Το αγέρι φυσούσε από τη θάλασσα, νοτιοδυτικά. Καθισμένα γύρω μου τα παιδιά άκουγαν χαρούμενα και σχολαστικά. Είχαμε κι ένα βιολί και μια κιθάρα. Είμουνα ερωτευμένος με τα νιάτα, τα νέα λεβέντικα σώματα και τις νέες ψυχές, τις νέες ψυχές που κυοφορούν μια καινούργια ανθρωπότητα. Στολισμένοι μ’ αγριολούλουδα, με κόκκινες παπαρούνες και μυρωδάτη μολόχα, ανεβοκατεβαίναμε πάλι τα φαράγγια και φτάσαμε με τραγούδια στο χωριό. Είχα ζήσει μιαν απολλώνεια ημέρα. Κι όμως το βράδυ κατά το ηλιοβασίλεμα βγήκα πάλι στην κορφή ενός βουνού. Hθελα να με πάρει ο ήλιος μαζί του κατά τη δύση και το βοριά! Πέρα στα κόκκινα σύννεφα ταξίδευα και πετούσα νοσταλγικά με τα φτερά της φαντασίας, αναζητώντας μια χώρα που τη ζυγώνω και δεν τηνε φτάνω»...Ο Γληνός ήταν μεγάλος στυλίστας του λόγου και στα γραφτά του και στα προφορικά του. ΄Oταν ήταν να μιλήσει, αυτό γινόταν γεγονός, όχι μόνο για τη διανόηση, αλλά και για τους εργάτες. Ο προφορικός του λόγος ήταν φλογερός, γεμάτος πίστη. Τα επιχειρήματα απλά, στέρεα και προπαντός αληθινά. Ηλέκτριζε το πλήθος, γι’ αυτό συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο στις ομιλίες του. Ήξερε να εξηγεί στις μάζες την αλήθεια, να τις φωτίζει και να οδηγεί στην πάλη για καλύτερο μέλλον.
Ο Κ. Βάρναλης τον προσωπογραφεί θαυμάσια: «Γερός άντρας με μεγάλα φωτεινά μάτια, ισόρροπος και γαλήνιος σε κάθε περίσταση. Μυαλό θετικό και ταχτοποιημένο απ όλες τις πλευρές. Σπάνια οργανωτική και διοικητική ικανότητα και σπάνια δημιουργική πρωτοβουλία. Μεγάλο διδακτικό ταλέντο. Γόης του λόγου. Ήξερε ν’ απλοποιεί, να φωτίζει και να μεταβάλλει σε συγκεκριμένα τα πιο δύσκολα, τα πιο αφαιρεμένα θεωρητικά ζητήματα και να μας δίνει τη χαρά των ανθρώπων που ύστερα από πολλών χρόνων ιδεαλιστικές ακροβασίες πατούνε τέλος σε στέρεο έδαφος και παίρνουνε συνείδηση της πραγαματικότητας.» Η Ρόζα Ιμβριώτη, ως παιδαγωγός και συνεργάτης του Γληνού, αναλύει την οπτική του και μας δίνει τη δική της συμβουλή «Το φιλοσοφικό και μαζί επαναστατικό του πνεύμα όμως δε γύρευε με μέθοδες ή ώρες διδακτικές να αλλάξει τη μόρφωση και τη μοίρα του ανθρώπου. Το έβλεπε, πως τέτοια βασικά ζητήματα δε λύνονται με μπαλώματα και μικροαλλαγές. Για αυτό στράφηκε προς το όλο, γιατί από τούτο θα καθορίζονταν και τα «επιμέρους». Είδε, πως η βασική μεταρρύθμιση στη μόρφωση του λαού προϋποθέτει και βασική μεταρρύθμιση στις οικονομικές, κοινωνικές και κρατικές σχέσεις...» « Όποιος όμως σήμερα πονάει το σχολείο, κι όχι μόνο το σχολείο παρά τον άνθρωπο και το λαό, πρέπει ν' αγωνιστεί, όπως αγωνίστηκε κι ο Γληνός. Πρέπει κι εμείς σοβαρά κι αποφασιστικά για αυτό το ίδιο το σχολείο, γι’ αυτή την πνευματική προκοπή του λαού ν' αγωνιστούμε σκληρά. Αυτός είναι ο δρόμος για να κερδίσουμε τη λαϊκή παιδεία. Ν’ αγωνιστούμε για να κερδίσουμε το αύριο που είναι η προϋπόθεση για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση της παιδείας. Και σ’ όλους τους κάπηλους της παιδείας και σε όλους εκείνους που γυρίζουν γύρω της με μπλάστρια και γιατροσόφια ή κάνουν τους προσεχτικούς χειρούργους, μια ας είναι η απάντησή μας, τούτη: Σχολική ουσιαστική μεταρρύθμιση χωρίς μιαν αλλαγή της σημερινής ολιγαρχικής κατάστασης είναι καθαρή ασυνέπεια. Μόνο ο αγώνας για γνήσιες δημοκρατικές λύσεις θα δώσει το πλούσιο χώμα για να ριζώσει μια πραγματικά λαϊκή παιδεία.Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα που μας έδωκε ο Γληνός σαν γνήσιος παιδαγωγός του λαού και γι’ αυτό Αγωνιστής.» Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο αγωνιστικός κραδασμός και παλμός είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο δίδαγμα που μας αφήνει η ζωή του». Όπως γράφει ο Φίλ. Ηλιού στην ΄Εκδοση των Απάντων του, ο Γληνός αναδείχτηκε «σε ηγετική μορφή των κινημάτων για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Στην επόμενη δεκαετία όλες οι προσπάθειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση επρόκειτο να στηριχτούν κατά κύριο λόγο στις δικές του οργανωτικές ικανότητες και στη δική του οργανωτική σύλληψη».
Βιβλιογραφία:
Δημήτρης Γληνός, Εκλεκτές Σελίδες, (4 τόμοι), εκδόσεις Στοχαστής.
Δημήτρης Γληνός, Εισαγωγή στο Σοφιστή του Πλάτωνα, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα. Φίλλιπος Ηλιού (επ.) Γληνού Άπαντα, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1983.
Χρήστος Κάτσικας - Κώστας Ν. Θεριανός, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 2004, Σαββάλας, Αθήνα 2004.
Αφιέρωμα στο Δημήτρη Γληνό, «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», τεύχος 60-61.
28/1/09
Ανάβαση στον Άθω.
Νίκος Καζαντζάκης (απόσπασμα από το βιβλίο "Αναφορά στον Γκρέκο")
"Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός. Ο πάτερ Λουκάς, κοντός, ανοιχτογόνατος, παλιός κοντραμπαντζής, πάει μπροστά και μας δείχνει το δρόμο. Κάπου κάπου στέκουνταν και μας έπιανε κουβέντα για θάλασσες, για γλέντια, για καβγάδες με τους Τούρκους. Όλη η κοσμική ζωή του σαν παραμύθι μέσα του, σαν να 'γίνε σ' έναν άλλο κόσμο πιο άγριο και επικίνδυνο, γεμάτο φωνές και βλαστήμιες και γυναίκες. Το ' λέγε και το ξανάλεγε το παραμύθι του, το ξαναζούσε και χαίρουνταν. Όλα από την παλιά του ζωή τ' απαρνήθηκε, μα όλα τα πήρε μαζί του, τυλιγμένα στο ράσο του. Κάτω από ένα μεγάλο έλατο σταμάτησε· ήθελε κουβέντα.
Ας σταθούμε, βρε παιδιά, είπε, να ξαποστάσουμε λίγο· ν' αλλάξουμε και καμιά κουβέντα, έσκασα.
Έβγαλε μιαν κρυμμένη στη ζώνη του καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, άρχισε την κουβέντα...
Πήραμε πάλι τον ανήφορο· πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί και κάτω, στο πρωινό ήρεμο φως, απλώνουνταν, γαληνεμένη σήμερα η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ιμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.
Μπαίνουμε στα χιόνια· ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεκτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε· έσκυψε, κοίταξε κάτω· βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.
Να γυρίσουμε... μουρμούρισε.
Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο, πολύ ήθελα ν' ανέβω στην κορφή.
Είναι... είναι... μουρμούρισε ντροπιασμένος· πάμε! Κι άρχισε πάλι ν' ανεβαίνει. Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πατήσαμε την κορφή· ξεπνεμένοι κι οι δυο από την κούραση, μα τα πρόσωπα μας έλαμπαν, γιατί φτάσαμε στο σκοπό.
Μπήκαμε στο εκκλησάκι το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Χριστού να προσκυνήσουμε· Ωστόσο ο πάτερ Λουκάς άναψε φωτιά με τα ξυλαράκια που 'χε μαζέψει στο δρόμο, έβγαλε από το ταγάρι του κι έψησε καφέ, στριμωχτήκαμε πίσω από ένα βράχο, γιατί πήρε να φυσάει και κρυώναμε. Κοιτάζαμε μπροστά μας το απέραντο βουβό πέλαγο, τα νησιά που αρμένιζαν κάτασπρα, και πέρα μακριά, άγνωρα βουνά που μολύβωναν τον αέρα.
Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωνε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.
Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;
Ο καλόγερος αναστέναξε.
Όχι, δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού χρειάζουνται και τ' άλλα, της ψυχής και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη.
Το θεό όμως τον βλέπεις, είπα εγώ.
Ε, αποκρίθηκε ο καλόγερος, αυτό δε χρειάζεται μάτια· ο θεός είναι πιο κοντά μας από το συκώτι μας κι από τα πλεμόνια.
Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος και δε μιλούσε· σίγουρα δεν καταδέχουνταν να συγχωρέσει το κορμί του που, μια στιγμή, δείλιασε. Άξαφνα δεν κρατήθηκε πια· άπλωσε και μου 'σφίξε το χέρι με δύναμη:
Σε παρακαλώ, είπε, ξέχασε το ορκίζουμαι, δεν το ξανακάνω.
Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα· ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου. Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά· ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας· κι όλα τ' αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος. Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης· η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους.
Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος· ανήφορος και γκρεμός κι ερημία· κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη· μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν' ανέβουν πιο απάνω· κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε· μήτε κι αν τη φτάναμε, πώς θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο· ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση."
Ο Νίκος Καζαντζάκης, συνομήλικος και αδελφικός φίλος με τον Άγγελο Σικελιανό, αποτελεί μια ξεχωριστή και ιδιόρρυθμη περίπτωση συγγραφέα. Πνεύμα ανήσυχο και διψασμένος για την κάθε είδους γνώση όχι μόνο ταξιδεύει πολύ (Ελβετία, Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, κ.λπ.) αλλά και εγκαθίσταται κατά περιόδους μονιμότερα στο εξωτερικό (στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρωσία) σαν να ξεκόβει έτσι θεληματικά από τη σύγχρονη του νεοελληνική πραγματικότητα.
Ο Καζαντζάκης γνωρίζεται το 1914 με το Σικελιανό και μαζί περιοδεύουν στο Άγιο Όρος και αλλού. Τις πολλές εμπειρίες του από τα ταξίδια του τις μετατρέπει σε συγγραφή, ίσως δεν έμεινε τόπος από τους πολλούς που επισκέφτηκε, που να μην τον κατέγραψε στις ταξιδιωτικές του περιγραφές, που είναι ασφαλώς από τα καλύτερα δημιουργήματα του. Η «Αναφορά στον Γκρέκο» είναι μια ποιητική αυτοβιογραφία του, που διαβάζεται και σήμερα με μεγάλο ενδιαφέρον απ' όσους αγαπούν το μεγάλο μας αυτό συγγραφέα, που τα μυθιστορήματα του («Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946), «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948), «Ο καπετάν Μιχάλης» (1950) κ.α.) γνώρισαν μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Από το συναρπαστικό αυτό βιβλίο διαλέγουμε το σημείο όπου ο συγγραφέας κάνοντας την αναφορά του στον Κρητικό «παππού» του, τον Γκρέκο, εξηγεί γιατί η ανάβαση ήταν γι' αυτόν ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος. Ακόμη επιλέξαμε την αφήγηση της ανάβασης του Καζαντζάκη και του Σικελιανού στην κορυφή του Άθω, μια αφήγηση δηλαδή που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για το λόγο της αλλά και για το θέμα της.
Ο Καζαντζάκης γνωρίζεται το 1914 με το Σικελιανό και μαζί περιοδεύουν στο Άγιο Όρος και αλλού. Τις πολλές εμπειρίες του από τα ταξίδια του τις μετατρέπει σε συγγραφή, ίσως δεν έμεινε τόπος από τους πολλούς που επισκέφτηκε, που να μην τον κατέγραψε στις ταξιδιωτικές του περιγραφές, που είναι ασφαλώς από τα καλύτερα δημιουργήματα του. Η «Αναφορά στον Γκρέκο» είναι μια ποιητική αυτοβιογραφία του, που διαβάζεται και σήμερα με μεγάλο ενδιαφέρον απ' όσους αγαπούν το μεγάλο μας αυτό συγγραφέα, που τα μυθιστορήματα του («Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946), «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948), «Ο καπετάν Μιχάλης» (1950) κ.α.) γνώρισαν μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Από το συναρπαστικό αυτό βιβλίο διαλέγουμε το σημείο όπου ο συγγραφέας κάνοντας την αναφορά του στον Κρητικό «παππού» του, τον Γκρέκο, εξηγεί γιατί η ανάβαση ήταν γι' αυτόν ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος. Ακόμη επιλέξαμε την αφήγηση της ανάβασης του Καζαντζάκη και του Σικελιανού στην κορυφή του Άθω, μια αφήγηση δηλαδή που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για το λόγο της αλλά και για το θέμα της.
"Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός. Ο πάτερ Λουκάς, κοντός, ανοιχτογόνατος, παλιός κοντραμπαντζής, πάει μπροστά και μας δείχνει το δρόμο. Κάπου κάπου στέκουνταν και μας έπιανε κουβέντα για θάλασσες, για γλέντια, για καβγάδες με τους Τούρκους. Όλη η κοσμική ζωή του σαν παραμύθι μέσα του, σαν να 'γίνε σ' έναν άλλο κόσμο πιο άγριο και επικίνδυνο, γεμάτο φωνές και βλαστήμιες και γυναίκες. Το ' λέγε και το ξανάλεγε το παραμύθι του, το ξαναζούσε και χαίρουνταν. Όλα από την παλιά του ζωή τ' απαρνήθηκε, μα όλα τα πήρε μαζί του, τυλιγμένα στο ράσο του. Κάτω από ένα μεγάλο έλατο σταμάτησε· ήθελε κουβέντα.
Ας σταθούμε, βρε παιδιά, είπε, να ξαποστάσουμε λίγο· ν' αλλάξουμε και καμιά κουβέντα, έσκασα.
Έβγαλε μιαν κρυμμένη στη ζώνη του καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, άρχισε την κουβέντα...
Πήραμε πάλι τον ανήφορο· πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί και κάτω, στο πρωινό ήρεμο φως, απλώνουνταν, γαληνεμένη σήμερα η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ιμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.
Μπαίνουμε στα χιόνια· ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεκτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε· έσκυψε, κοίταξε κάτω· βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.
Να γυρίσουμε... μουρμούρισε.
Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο, πολύ ήθελα ν' ανέβω στην κορφή.
Είναι... είναι... μουρμούρισε ντροπιασμένος· πάμε! Κι άρχισε πάλι ν' ανεβαίνει. Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πατήσαμε την κορφή· ξεπνεμένοι κι οι δυο από την κούραση, μα τα πρόσωπα μας έλαμπαν, γιατί φτάσαμε στο σκοπό.
Μπήκαμε στο εκκλησάκι το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Χριστού να προσκυνήσουμε· Ωστόσο ο πάτερ Λουκάς άναψε φωτιά με τα ξυλαράκια που 'χε μαζέψει στο δρόμο, έβγαλε από το ταγάρι του κι έψησε καφέ, στριμωχτήκαμε πίσω από ένα βράχο, γιατί πήρε να φυσάει και κρυώναμε. Κοιτάζαμε μπροστά μας το απέραντο βουβό πέλαγο, τα νησιά που αρμένιζαν κάτασπρα, και πέρα μακριά, άγνωρα βουνά που μολύβωναν τον αέρα.
Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωνε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.
Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;
Ο καλόγερος αναστέναξε.
Όχι, δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού χρειάζουνται και τ' άλλα, της ψυχής και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη.
Το θεό όμως τον βλέπεις, είπα εγώ.
Ε, αποκρίθηκε ο καλόγερος, αυτό δε χρειάζεται μάτια· ο θεός είναι πιο κοντά μας από το συκώτι μας κι από τα πλεμόνια.
Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος και δε μιλούσε· σίγουρα δεν καταδέχουνταν να συγχωρέσει το κορμί του που, μια στιγμή, δείλιασε. Άξαφνα δεν κρατήθηκε πια· άπλωσε και μου 'σφίξε το χέρι με δύναμη:
Σε παρακαλώ, είπε, ξέχασε το ορκίζουμαι, δεν το ξανακάνω.
Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα· ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου. Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά· ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας· κι όλα τ' αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος. Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης· η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους.
Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος· ανήφορος και γκρεμός κι ερημία· κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη· μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν' ανέβουν πιο απάνω· κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε· μήτε κι αν τη φτάναμε, πώς θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο· ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση."
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















