11/6/26
Η έναστρη νύχτα των βουνών.
Η νύχτα στα βουνά δεν πέφτει· απλώνεται σαν παλιό, σκοτεινό νερό που βρίσκει χαράδρες και τις γεμίζει σιωπή.
Και πάνω της, τα άστρα δεν είναι μακρινά. Είναι χαμηλά, σχεδόν επικίνδυνα κοντά -σαν να κρατιούνται με κόπο από έναν ουρανό που δεν αντέχει άλλο φως.
Το βουνό δεν κοιμάται. Αναπνέει αργά, και σε κάθε του ανάσα ανεβαίνει προς τον ουρανό μια μυρωδιά πέτρας, ρητίνης και παλιών χειμώνων. Τα δέντρα δεν στέκουν· ακούν. Οι κορυφές δεν υψώνονται· θυμούνται.
Κάπου εκεί, η γη και ο ουρανός παύουν να διαφωνούν. Δεν υπάρχει όριο, μόνο μια διάχυση: τα άστρα μοιάζουν να ριζώνουν, και τα βουνά να αιωρούνται.
Και αν μείνεις αρκετά ακίνητος, αρχίζεις να μην είσαι παρατηρητής. Γίνεσαι κι εσύ μέρος της νύχτας -ένα ακόμη μικρό σκοτεινό σώμα που φωτίζεται από κάτι που δεν του ανήκει.
Η έναστρη νύχτα των βουνών δεν λέει ιστορίες. Διαλύει τις ιστορίες. Και αυτό που μένει δεν είναι σκέψη, αλλά μια αίσθηση ότι ο κόσμος για λίγο θυμήθηκε πώς ήταν πριν τον ονομάσουμε.




































































































