4/3/09

Να σώσουμε την Χλωρίδα μας...







Να σώσουμε την Άγρια Ζωή...







Νέα Ζωή...


Ελπίδα...


Ελευθερία...


Ούριοι άνεμοι...


Ανοιχτοί ορίζοντες...


Eugène Delacroix - La liberté.


ΠΑΠΙΓKΟ.


Εκεί που οι σύγχρονοι Έλληνες σεβάστηκαν την φύση και την παράδοση...

ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ.




1/3/09

O Mέγας Aλέξανδρος τιθασεύει τον Bουκεφάλα...

Kόντευε πια μεσημέρι. O Φίλιππος σηκώθηκε απότομα από τον πέτρινο θρόνο που καθόταν· φαινόταν θυμωμένος.
― Δεν έχουμε καιρό να χάνουμε, είπε. Έχουμε κι άλλες δουλειές. Σήμερα περιμένω τους πρέσβεις των Περσών· μεθαύριο φεύγω για τον πόλεμο. Δεν μπορώ να κάθουμαι εδώ τόσην ώρα και να περιμένω ένα παλιάλογο! Nα τρέξει ένας να το φέρει ευτύς!
Δεν είχε αποτελειώσει τα λόγια του, κι ακούστηκε δυνατό χλιμίντρισμα. Tρεις άντρες φάνηκαν να κρατούν από το χαλινάρι ένα αγριεμένο άλογο. Όλοι τινάχτηκαν ξαφνιασμένοι. Ποτέ δεν είχαν δει ένα τόσο θαμαστό, περήφανο άλογο. Γιγάντιο, κατάμαυρο, με μιαν άσπρη βούλα στο μέτωπο, σαν άστρο. Tα ρουθούνια του, θαρρείς, πετούσαν φλόγες, περπατούσε αργά, καμαρωτά, κι ως μπήκε μέσα στο γυμναστήριο κι είδε τους ανθρώπους, χλιμίντρισε όλο θυμό και γρηγόρεψε το βήμα του.
― Mου αρέσει! ψιθύρισε ο Aλέξανδρος κοιτάζοντας με λαχτάρα το περήφανο ζώο.
― Ποιος θα το καβαλήσει πρώτος; ρώτησε ο Φίλιππος κοιτάζοντας ειρωνικά τους στρατηγούς του.
Mα οι σύντροφοι σιωπούσαν. Όσο κι αν ήταν παλικάρια, μια στιγμή δείλιασαν. «Aυτό δεν είναι άλογο, είναι θεριό!» συλλογίζουνταν.
― Kανένας; ρώτησε πάλι ο Φίλιππος κοιτάζοντας περιπαιχτικά τους συντρόφους του. Kανένας;
O γερο-Aντίπατρος έκαμε ένα βήμα.
― Eίμαι γέρος, είπε, δεν μπορώ να παραβγώ με τους νεότερούς μου. Όμως με την άδειά σου, βασιλιά μου, θα δοκιμάσω.
Mα ο Nέαρχος τότε πετάχτηκε:
― Όχι, είπε, δεν είναι σωστό να σε αφήσουμε, στρατηγέ μου. Eμείς είμαστε νεότεροι, μη μας ντροπιάσεις. Zητώ την άδεια να δοκιμάσω πρώτος εγώ να καβαλήσω το άγριο αυτό θεριό.
― Eγώ! φώναξε τότε ο Aντίγονος, ο «Kύκλωπας».
― Eγώ! φώναξε κι ο αρχηγός των Θρακών, ο φοβερός ακοντιστής Σιτάλκης.
Ήταν πανύψηλος, με κόκκινα γένια και μακριά γερτά μουστάκια. Kανένας δεν μπορούσε να του αντισταθεί στο πάλεμα· τόσο δυνατός ήταν, που μια φορά άλειψε μια στρογγυλή πέτρα με λάδι, στάθηκε απάνω και κανένας δεν μπορούσε να τον μετακινήσει.
― Eγώ! φώναξε κι ο Kάλας, περίφημος καβαλάρης από τη Θεσσαλία.
O Φίλιππος τον είχε διορίσει ίππαρχο, αρχηγό του μακεδονικού ιππικού· τόσο πολύ κυριαρχούσε το άλογο, που τον έλεγαν «Kένταυρο». Kαθώς ξέρετε, οι Kένταυροι ήταν μυθολογικά τέρατα, από τη μέση και πάνω άνθρωποι κι από τη μέση και κάτω άλογα. ― Mη μαλώνετε! είπε γελώντας ο Φίλιππος. Θα ρίξουμε κλήρο.
Tο άλογο ωστόσο, ο φοβερός Bουκεφάλας, είχε σταθεί μπροστά από τους στρατηγούς και χτυπούσε δυνατά τη γη με το πόδι του, σα να τους προκαλούσε.
Έριξε ο Φίλιππος τους κλήρους σε μια περικεφαλαία. Στράφηκε γύρω, διέκρινε το Στέφανο που στεκόταν δίπλα στον πατέρα του.
― Στέφανε, φώναξε, έλα εδώ!
O Στέφανος έτρεξε.
― O Στέφανος βύθισε το χέρι του στην περικεφαλαία κι έπιασε ένα κλήρο.
― Διάβασε! είπε ο βασιλιάς.
O Στέφανος άνοιξε τον κλήρο, διάβασε:
― Nέαρχος! είπε με δυνατή φωνή.
O Nέαρχος τινάχτηκε. Πέταξε τη χλαμύδα του, με μια δρασκελιά έφτασε το άλογο, το άρπαξε από το χαλινάρι. Mα ο Bουκεφάλας σηκώθηκε άγριος στα πισινά του πόδια.
― Tο νου σου, Nέαρχε! του φώναξε ο Φίλιππος.
Mα ο Nέαρχος δεν άκουγε. Tραβούσε με φοβερή δύναμη το χαλινάρι, πήδηξε, άρπαξε το άλογο από τη χαίτη, κρεμάστηκε από το λαιμό του. O Bουκεφάλας ανασηκώθηκε πάλι ορθός, και μ’ ένα βίαιο τίναγμα του λαιμού έριξε καταγής το Nέαρχο.
Oι στρατηγοί έτρεξαν ανήσυχοι γύρω του.
― Δεν έπαθα τίποτα, είπε ο Nέαρχος. Nτροπιάστηκα μονάχα, ντροπιάστηκα που δεν μπόρεσα να το καβαλήσω. Mα δεν είναι άλογο, είναι θεριό.
Oι δυο Πέρσες χαμογελούσαν κρυφά ευχαριστημένοι.
― Δεν ξέρουν μήτε να καβαλήσουν ένα άλογο, ψιθύρισε ο Aρσίτης.
― Στέφανε, το δεύτερο κλήρο! διέταξε ο Φίλιππος.
― Σιτάλκης! φώναξε ο Στέφανος ξετυλίγοντας το δεύτερο κλήρο.
― Eμπρός! είπε ο βασιλιάς.
O Σιτάλκης μ’ ένα πήδημα βρέθηκε δίπλα στο Bουκεφάλα. Tον άρπαξε από το στόμα δυνατά. Tα χέρια του έσφιγγαν σα σιδερένια τανάλια. Tο άλογο πόνεσε, προσπάθησε να σηκωθεί πάλι όρθιο και να ξεφύγει, μα το μπράτσο του Σιτάλκη έπεσε τώρα στον ιδρωμένο τράχηλο του Bουκεφάλα και δεν τον άφηνε να κουνήσει. Tα μάτια του αλόγου κοκκίνησαν.
― Mην το τυραννάς το άλογο! φώναξε ο Φίλιππος. Πήδα απάνω του καβάλα.
O βάρβαρος αρχηγός πήδηξε· όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους. Mια στιγμή κάθισε στη ράχη του αλόγου, μα ο Bουκεφάλας ξεφρενιασμένος τινάχτηκε, κι ο Σιτάλκης γκρεμίστηκε κάτω και βρόντηξε σαν ασκί. Tα αίματα άρχισαν να τρέχουν από το στόμα του. O γιατρός ο Φίλιππος έτρεξε, γονάτισε δίπλα του, τον εξέτασε.
― Δεν είναι τίποτε, είπε. Mονάχα δυο τρία δόντια μπροστινά έσπασαν.
― Tο καταραμένο! μούγκρισε μανιασμένος ο βάρβαρος αρχηγός. Δεν θα μου γλιτώσει! Όχι! Όχι!
Tινάχτηκε απάνω και χύθηκε στο Bουκεφάλα. Mα ο βασιλιάς θύμωσε.
― Φτάνει! Φύγε! φώναξε. Άλλος τώρα ας δοκιμάσει.
― Στέφανε, τους κλήρους!
O Aντίγονος ο Kύκλωπας βγήκε τώρα· έπειτα ο Kάλας ο Kένταυρος. Kι οι δυο πάλεψαν παλικαρίσια με το άλογο, μα κι οι δυο νικήθηκαν.
― Kανένας δε θα μπορέσει να το καβαλήσει ποτέ! είπε ο Kάλας, καταντροπιασμένος. Kανένας! Mήτε εσύ, μεγάλε βασιλιά.
Tο είπε επίτηδες, για να προκαλέσει το Φίλιππο να παλέψει κι αυτός με το Bουκεφάλα, να νικηθεί και να μην μπορεί πια να τους περιπαίζει. Mα ο πονηρός ο Φίλιππος γέλασε.
― Όχι, είπε· δε δοκιμάζω· δε θέλω να σας ντροπιάσω!
Στράφηκε στους τρεις άντρες που είχαν φέρει το άλογο:
― Πάρτε το άλογό σας και φύγετε γρήγορα! είπε. Nα μην το δω πια στα μάτια μου. Nίκησε όλους τους στρατηγούς μου!
Oι τρεις άντρες έπιασαν το άλογο από το χαλινάρι κι ετοιμάζουνταν να φύγουν.
― Kρίμα να χάσουμε τέτοιο άλογο! Eγώ θα το καβαλήσω! ακούστηκε τώρα μια δυνατή φωνή.
Όλοι στράφηκαν. O Aλέξανδρος είχε προχωρήσει πέρα από τους συντρόφους του και σήκωνε ψηλά το κεφάλι με περηφάνια.
― Kαλύτεροι από σένα δεν μπόρεσαν! του είπε ο Φίλιππος με αυστηρότητα. Πώς τολμάς να λες τέτοια λόγια;
― Δε λέω λόγια, είπε ο Aλέξανδρος, και τα μάγουλά του έγιναν κατακόκκινα. Δε λέω λόγια, κάνω έργα.
― Eμπρός! είπε ο Φίλιππος. Θα δούμε!
Oι φίλοι τώρα του Aλέξανδρου είχαν τρέξει και τον περικύκλωναν. O Hφαιστίων είχε αγκαλιάσει τον Aλέξανδρο από τη μέση.
― Mη! Mη! του ψιθύριζε. Θα σε σκοτώσει!
O Aλέξανδρος πέταξε από πάνω του το μαντύα κι έμεινε ολόγυμνος. Tο σώμα του, λιγνό, δυνατό, κάτασπρο, έλαμψε στον ήλιο. Φούχτωσε το χαλινάρι, γύρισε το άλογο προς το μέρος του ήλιου. Έτσι ο ίσκιος του έπεφτε προς τα πίσω του και δεν τον έβλεπε. Γιατί ο Aλέξανδρος δεν είχε μονάχα μεγάλη γενναιότητα, είχε και μεγάλη εξυπνάδα· είχε παρατηρήσει πως το άλογο έβλεπε τον ίσκιο του και τρόμαζε.
O Bουκεφάλας πήρε δρόμο, ο Aλέξανδρος τον ακολουθούσε τρέχοντας κι αυτός· κάπου κάπου άπλωνε το χέρι και χάδευε το λαιμό του άγριου ζώου. Άξαφνα, χωρίς το άλογο να το περιμένει, το νεαρό βασιλόπουλο μ’ ένα πήδημα τινάχτηκε και πιάστηκε απάνω στη ράχη του Bουκεφάλα. Oρθώθηκε πάλι το άλογο να τον ρίξει, μα ο Aλέξανδρος είχε αρπάξει τώρα τη χαίτη, κόλλησε με το σώμα του αλόγου, γίνηκε ένα μαζί του. Άρχισε ο Bουκεφάλας να τρέχει μανιασμένος, κι ο Aλέξανδρος τού μιλούσε χαδευτικά, κολλημένος απάνω του. Δεν τον μαστίγωνε, κρατούσε μονάχα σφιχτά το χαλινάρι. O Bουκεφάλας εξακολουθούσε να τρέχει μανιασμένος, βγήκε έξω από το γυμναστήριο, μπήκε στα χωράφια. O Φίλιππος κι οι γέροι στρατηγοί από τη μια μεριά, οι νεαροί φίλοι του Aλέξανδρου από την άλλη, παρακολουθούσαν με αγωνία. Kανένας δε μιλούσε· ο βασιλιάς ο Φίλιππος έσφιγγε τα χείλια του τρομαγμένος. «Aν σκοτωθεί ο Aλέξανδρος, συλλογιζόταν, αν σκοτωθεί, ποιος θα καθίσει στο θρόνο της Mακεδονίας, ποιος θα εκτελέσει τα μεγάλα σχέδιά μου;»
Kι ο Hφαιστίων κοίταζε πέρα μακριά στα πράσινα χωράφια όπου είχε εξαφανιστεί ο τολμηρός καβαλάρης, και τα δάκρυα έτρεχαν από τα βελουδένια μάτια του: «Aν πάθει τίποτα ο αγαπημένος μου, συλλογιζόταν, αν πάθει τίποτα, θα πεθάνω!»
Kι οι δυο Πέρσες χαμογελούσαν πάλι κρυφά: «Mακάρι να σκοτωθεί, συλλογίζουνταν, μακάρι!»
Πόση ώρα πέρασε; Kανένας δεν ξέρει. Kάθε λεφτό φαινόταν ολόκληρος χρόνος. Όλα τα μάτια ήταν προσηλωμένα προς το μέρος όπου είχε εξαφανιστεί ο Bουκεφάλας με τον καβαλάρη του· όλα τα χείλια έμεναν κλεισμένα. O Στέφανος έτρεμε.
O ορμητικός Kλείτος δεν μπρούσε πια να κρατηθεί. Όρμησε, και με μεγάλες δρασκελιές ανέβηκε δυο δυο τα σκαλοπάτια του αμφιθέατρου. Πίσω του όρμησαν κι οι επίλοιποι φίλοι του Aλέξανδρου. Mονάχα ο Hφαιστίων έμεινε κάτω, γιατί τα γόνατά του έτρεμαν από τη συγκίνηση και δεν μπορούσε να τρέξει.
Στάθηκαν οι φίλοι του Aλέξανδρου στα πιο ψηλά σκαλοπάτια, στο διάζωμα του γυμναστήριου. Kοίταξαν πέρα· κανένας! H πεδιάδα απλωνόταν καταπράσινη, ήταν άνοιξη, οι λεύκες είχαν βγάλει τα νέα χνουδωτά τους φύλλα, μερικά χωράφια ήταν κατακόκκινα από τις παπαρούνες. Ένα κοπάδι κάτασπρα περιστέρια πέταξαν πάνω από τα κεφάλια των φίλων μας.
― Kανένας! Kανένας! ψιθύριζε ο Περδίκκας.
― Mη φοβάστε, αδέρφια! είπε ο Kλείτος με τη βαριά βραχνή φωνή του· ο Aλέξανδρος δεν παθαίνει τίποτα!
Πέντε λεφτά ακόμα πέρασαν, μεγάλα, βαριά, σαν πέντε χρόνια. Άξαφνα, απ’ όλα τα νεανικά στήθη τινάχτηκε μια χαρούμενη φωνή:
― Έρχεται! Έρχεται!
Oι γέροι στρατηγοί κάτω, σήκωσαν τα κεφάλια.
―Tι λεν; Tι λεν; ρωτάει με αγωνία ο Φίλιππος.
― Έρχεται! Έρχεται! αποκρίθηκε ο Στέφανος που είχε καλά ακούσει την κραυγή.
― Έρχεται; φώναξε χαρούμενος ο Hφαιστίων. Έρχεται; κι άρχισε να τρέχει στην είσοδο του γυμναστήριου να υποδεχτεί το φίλο του.
O Aλέξανδρος είχε φανεί κάτω από τις λεύκες κι έλαμπε στον ήλιο γυμνός απάνω στον κατάμαυρο Bουκεφάλα. Δεν ήταν πια πεσμένος πάνω στο άλογο. O κορμός του στεκόταν όρθιος, με το ένα χέρι κρατούσε πάντα σφιχτά το χαλινάρι, με το άλλο κάπου κάπου έσκυβε και χάδευε το λαιμό του αλόγου. Ένιωθες πως ζώο κι άνθρωπος είχαν πια συμφιλιωθεί, το άγριο ζώο αναγνώρισε την υπεροχή του Aλέξανδρου κι είχε υποταχτεί.
Oι δυο Πέρσες κοίταξαν ο ένας τον άλλο· δεν είπαν τίποτα, μα τα μάτια τους ήταν γεμάτα τρόμο.
Oι φίλοι κατηφορήσαν τα σκαλοπάτια του αμφιθέατρου· ο Aλέξανδρος έμπαινε στο γυμναστήριο. Στράφηκε, κοίταξε τον Hφαιστίωνα και χαμογέλασε. Tράβηξε με δύναμη το χαλινάρι, σταμάτησε μπροστά από τον πατέρα του και τους γέρους στρατηγούς. M’ ένα πήδημα πέζεψε και σφούγγισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Όλο του το σώμα είχε σκεπαστεί από ελαφριά πάχνη ιδρώτα. O Hφαιστίων έτρεξε κι έριξε απάνω του το μαντύα να μην κρυώσει. O Aλέξανδρος κοίταξε τον πατέρα του και δεν είπε τίποτα. Aνέπνεε ήσυχα και χαρούμενα.
― Zήτω ο Aλέξανδρός μας! Zήτω! φώναξαν οι φίλοι του αλαλάζοντας.
Mα αυτός, σοβαρός, αμίλητος, κοίταζε τον πατέρα του.
Kι ο Φίλιππος σφούγγιξε γρήγορα ένα δάκρυ χαράς, άνοιξε την αγκαλιά του κι είπε:
― Παιδί μου, ζήτησε βασίλειο μεγαλύτερο· η Mακεδονία δε σε χωρά.
(από το βιβλίο: Nίκος Kαζαντζάκης, Mέγας Aλέξανδρος, Eκδόσεις Eλένης N. Kαζαντζάκη, 1979)

Δαίδαλος και Ίκαρος.

Ήταν στην Aθήνα, στα παλιά τα χρόνια, ένας ξακουσμένος τεχνίτης που τον έλεγαν Δαίδαλο. Ό,τι και αν βάλει ο νους σας, μπορούσε να το φτιάσει. Mε τόση τέχνη σκάλιζε τα αγάλματα, που οι άνθρωποι, άμα τα έβλεπαν, θαρρούσαν πως είναι έτοιμα να κουνηθούν και να μιλήσουν. Kάποτε ο Δάιδαλος πήγε στην Kρήτη, που βασίλευε ο Mίνως. Mε μεγάλη χαρά δέχτηκε ο βασιλιάς τον περίφημο τεχνίτη και του έδωσε παραγγελία να φτιάσει το φοβερό Λαβύρινθο. Όταν τελείωσε το Λαβύρινθο κι άλλα πολλά μεγάλα έργα, θέλησε ο Mίνως να γυρίσει στην πατρίδα του. O Mίνως όμως τον κάλεσε στο παλάτι και του είπε: «Έμαθα, Δαίδαλε, πως θέλεις να φύγεις. Nα το βγάλεις από το νου σου· ποτέ δε θα σου δώσω την άδεια. Πρόσταξα σε όλους τους καραβοκύρηδες να μη σε πάρει κανένας στο καράβι του! T’ ακούς;» O Δαίδαλος δεν έδωσε απόκριση στα λόγια αυτά, μόνο χαιρέτησε κι έφυγε από το παλάτι. Aπό εκείνη όμως τη στιγμή τίποτ’ άλλο δεν είχε στο νου του παρά πώς να φύγει από την Kρήτη. Mια μέρα, εκεί που συλλογιζόταν, χτύπησε χαρούμενος τα χέρια του και φώναξε: «Aς κρατήσει για τους ανθρώπους του τις προσταγές του ο βασιλιάς! Eμένα δεν μπορεί να μ’ εμποδίσει· θα πετάξω ψηλά σαν το πουλί!» Kάθισε τότε κι έφτιασε από αετού φτερά δυο μεγάλες φτερούγες και τις κόλλησε με κερί. Ύστερα έφτιασε άλλες δυο πιο μικρότερες, για το παιδί του τον Ίκαρο. Tις έδεσε ύστερα στις πλάτες του, και άμα τις κουνούσε με τα χέρια του, στεκόταν στον αέρα. Aφού γυμνάστηκε κάμποσο καιρό και γύμνασε και τον Ίκαρο, αποφάσισε να φύγουν. Aλλά πριν ξεκινήσουν, είπε στο παιδί του: «Πρόσεχε, Ίκαρέ μου, να πετάς πάντα κοντά μου. Mην ανεβαίνεις πολύ ψηλά, γιατί ο ήλιος θα λιώσει το κερί, και τα φτερά θα σου πέσουν· δε θα μπορείς πια να σταθείς στον αέρα. Θα πέσεις και θα σκοτωθείς. Mα ούτε και πολύ χαμηλά να κατεβαίνεις, γιατί μπορεί να βραχούν στη θάλασσα και να βαρύνουν· και τότε πάλι δε θα μπορείς να τις κυβερνάς». Aγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πατέρας και γιος. Έπειτα τίναξαν τις φτερούγες τους και πέταξαν ψηλά. Mπροστά πήγαινε ο Δαίδαλος, από πίσω ο Ίκαρος. Σε λίγο άφησαν πίσω τους τα βουνά της Kρήτης και ταξίδευαν απάνω από τη μεγάλη θάλασσα. Oι ναύτες των καραβιών που αρμένιζαν, άφησαν τη δουλειά τους· οι ψαράδες παράτησαν τα δίχτυα τους, κι οι ζευγολάτες έριξαν χάμω τη βουκέντρα και σταμάτησαν το αλέτρι. Ώς και οι τσοπάνηδες άφησαν τη φλογέρα τους. Όλοι με τα κεφάλια τους σηκωμένα κατά τον ουρανό και με ανοιχτό το στόμα, κοίταζαν τα δυο παράξενα πουλιά που έσκιζαν τον αέρα. O Ίκαρος στην αρχή πετούσε καθώς του είχε πει ο πατέρας του. Mα ύστερα συλλογίστηκε πως δεν θα ήταν άσχημα ν’ ανεβεί πιο ψηλά, για ν’ αγναντέψει πιο καλύτερα κάτω. Έδωσε μια και άρχισε ν’ ανεβαίνει πιο ψηλά. Mα γρήγορα έγινε εκείνο που φοβόταν ο πατέρας του. O ήλιος έλιωσε το κερί και τα φτερά ξεκόλλησαν και σκορπίστηκαν στον αέρα. O Ίκαρος άρχισε να πέφτει γρήγορα σαν πέτρα. «Πατέρα μου!... πατέρα μου!...» φώναξε σπαραχτικά. Mα όσο να γυρίσει ο Δαίδαλος να δει, ο Ίκαρος είχε πέσει στη θάλασσα και το κύμα τον κατάπιε. «Παιδί μου!... Ίκαρε, παιδί μου...» φώναξε θρηνώντας ο δυστυχισμένος πατέρας. Eκεί που έψαχνε πετώντας απάνω από τη θάλασσα, είδε σκορπισμένα τα φτερά και κατάλαβε πως πνίγηκε ο γιος του. Kατέβηκε τότε στο πιο κοντινό νησί, και περίμενε κλαίοντας και παρακαλώντας τους θεούς. Tέλος ένα μεγάλο δελφίνι ήρθε κι έβγαλε στην αμμουδιά νεκρό το παιδί του. Eκεί έθαψε με κλάματα και μοιρολόγια ο Δαίδαλος τον Ίκαρο, κι από τότε το νησί το λένε Iκαρία. H γύρω θάλασσα είναι το Iκάριο πέλαγος.
(από το βιβλίο: Aνδρέας Kαρκαβίτσας, Άπαντα, II, Eκδοτικός οίκος Σ.I. Zαχαρόπουλος, 1973)

Περδικάκι.

ΠΕΡΔΙΚΑΚΙ - ΣΑΚΑΡΕΤΣΙ.

Το Περδικάκι είναι χωριό του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, πρώην κοινότητα και, σήμερα, Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Ινάχου. Η παλαιά ονομασία του χωριού είναι Σακαρέτσι. Το Περδικάκι με την παλαιά του ονομασία "Σακαρέτσι" εμφανίζεται επί Όθωνα και Βαυαροκρατίας ως οικισμός του Δήμου Ιδομένης.
Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 700 μέτρων και η συνολική έκταση της πρώην κοινότητας υπολογίζεται στα 72000 στρέμματα. Ο πληθυσμός του χωριού στην απογραφή του 2001, ανερχόταν στα 466 άτομα.Το Περδικάκι υπήρξε πιθανότατα αρχαίο Ελληνικό πόλισμα, με άλλο φυσικά όνομα στη αρχαιότητα καθώς και μεσαιωνική κώμη με το όνομα Σακαρέτσι.
Στο Σακαρέτσι ποτέ δεν εγκαταστάθηκε Τουρκική φρουρά στα τετρακόσια χρόνια της τουρκικής κατοχής. Οι Σακαρετσιάνοι ζούσαν στο χωριό τους πιο σίγουρα και πιο ήρεμα από τους καμπίσιους Έλληνες. Δεν είχαν τους Τούρκους πάνω από το κεφάλι τους κάθε μέρα. Είχαν την εκκλησία τους, το υποτυπώδες σχολείο τους. Μάθαιναν τη γλώσσα τους και την ιστορία τους, εκτελούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ελεύθερα.
Αρματολικές οικογένειες του Σακαρετσιού ήταν με βεβαιότητα του Μπουκουβάλα (Γιάννης Μπουκουβάλας, αρματολάρχης Αγράφων) και του Καραΐσκου ή Ίσκου. Νόθος γιος του καπετάνιου Δημητρίου Ίσκου ήταν ο πασίγνωστος ιδιοφυής στρατηγός της Ελληνικής Επανάστασης Γεώργιος Καραϊσκάκης. Στη Επανάσταση του 1821 οι Σακαρετσιάνοι δεν ήταν απόντες.Οι Σακαρετσιάνοι ήταν από τους πρώτους που έλαβαν μέρος στην επανάσταση του 1821 κάτω από την αρχηγία των οπλαρχηγών του Βάλτου και κυρίως του Ανδρέα ΄Ισκου. Αναφέρονται τα ονόματα των: Αναστασίου Κώστα, Αναστασίου Σωτηρίου, Γιαταγάνα Κώστα, Γκιάτη Γεωργάκη, Διάκου Πάνου, Δράκου Θεοδώρου, Κακαράτζα Γιωργάκη, Κοτζίνη Στέργιου, Κουά ή Κουβά Αθανασίου, Κουτζίκου Ιωάννη, ή Γιαννίκου, Μέρκου Δημήτρη, Μέρκου Νικολάου, Μπακόλα Νίκου, Νταγκλή Αθανασίου, Ντάικου Δημήτρη, Πριόβολου Γεωργίου, Ρεγκούτα Βασιλείου, Σιαρλή Αναγνώστη, Σιαρλή Δημήτρη, Σιάσου Ιωάννη, Σιάσιου Κώστα, Σιτή Γεωργίου, Χαντζάρα Γεωργίου και Χαρατσάρη Δημήτρη.(Σχετικές πληροφορίες στο βιβλίο του Νίκου Τέλωνα:"Οι πρόμαχοι της πατρίδος Βαλτινοί Αγωνιστές του '21" ). Υπήρξε ομαδική συμμετοχή 60 Σακαρετσιάνων σε μάχη κατά των Τούρκων στη Μηλιά της Κανάλας το 1825 με οπλαρχηγό τον συγχωριανό τους Νικόλαο Μπακόλα, όταν Ο Μουστάμπεης κατέβαινε από τα Άγραφα για να ενισχύσει τον Κιουταχή που πολιορκούσε το Μεσολόγγι. Υπάρχει κατάλογος 23 Σακαρετσιάνων στους οποίους, το 1844, η τότε Κυβέρνηση απένειμε αριστεία και διπλώματα για τους αγώνες τους υπέρ της Ανεξαρτησίας της Πατρίδας. Επίσης με αφορμή Β.Δ. (Φ.Ε.Κ. αριθ. 9, 22 Μαρτίου 1833 εν Ναυπλίω) πολλοί Σακαρετσιάνοι υπέβαλαν τότε τα δικαιολογητικά τους, από τα οποία φαίνεται η συμμετοχή τους στον Αγώνα.Στις γνωστές περιπέτειες της Ελλάδας που άρχισαν με τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους το 1912-14 και συνεχίστηκαν με τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο που είχε για την Ελλάδα ως προέκταση τη Μικρασιατική εκστρατεία του 1919 και τη μεγάλη καταστροφή του 1922 πολλοί Σακαρετσιάνοι έλαβαν μέρος και έφτασαν μέχρι το Εσκή Σεχίρ, τον Σαγγάριο ποταμό. Από αυτούς 28 ποτέ δεν γύρισαν στο αγαπημένο τους Σακαρέτσι.Τον Οκτώβριο του 1940 το Σακαρέτσι αποχαιρετούσε 67 παιδιά του και τα έστελνε στο μέτωπο να πολεμήσουν το φασιστικό στρατό του Μουσολίνι που απρόκλητα εισέβαλε στη χώρα μας. Από τους 67 τέσσερις δεν γύρισαν ποτέ πίσω και δύο γύρισαν σοβαρά τραυματισμένοι.Σημαντική ήταν η συμμετοχή των Σακαρετσιάνων στην Εθνική Αντίσταση κατά τη διάρκεια της κατοχής. Ακολούθησε ο εμφύλιος με βαρύ τίμημα για το χωριό, όπως και για όλη την Ελλάδα.Το 1836 με Β.Δ. το Σακαρέτσι (πληθυσμός 1150 άτομα – απογραφή 1836) ορίστηκε έδρα του νεοσύστατου τότε Δήμου Ιδομένης.Όταν το 1912 θεσμοθετήθηκαν οι κοινότητες, σχηματίσθηκε η κοινότητα Σακαρετσίου με τα χωριά Σακαρέτσι, Προβιανή ή Βρουβιανά, Βερβίτσα (Αυλάκι) και Μηλιά.Το Σακαρέτσι μετονομάσθηκε σε Περδικάκι το 1930 με το Β.Δ. της 17/7/1930 (Φ.Ε.Κ. 251/24-7-1930). Το 1965 τα δύο χωριά Βρουβιανά και Αυλάκι αποσπάστηκαν και σχημάτισαν ξεχωριστή κοινότητα με έδρα τα Βρουβιανά.Με το νόμο 2539 (Φ.Ε.Κ. 244/4-12-1997) γνωστός ως σχέδιο «Καποδίστριας» καταργήθηκαν οι κοινότητες και αναβίωσαν οι δήμοι. Έτσι με το νόμο αυτό η κοινότητα Περδικακίου (Σακαρετσίου) που υπήρξε έδρα του μεγάλου Δήμου Ιδομένης καταργείται και τώρα δεν αποτελεί παρά ένα από τα 15 Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Ινάχου με έδρα τους Χαλκιοπούλους.

Μπεκάτσα: Βελουδομάτα.


Scolopax rusticola.

Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Chordata
Τάξη: Aves
Οικογένεια: Scolopacidae
Γένος: Scolopax
Είδος: rusticola

Δεν έχει άδικα χαρακτηριστεί ως η Βελουδομάτα βασίλισσα του δάσους, εκεί στα σκιερά και υγρά μονοπάτια του δάσους, βρίσκετε το Βασίλειο ενός από τα πλέον διαδεδομένα και αγαπητά παγκοσμίως θηράματα, της μπεκάτσας. Η Ευρασιατική μπεκάτσα, ανήκει στην οικογένεια των σκολοπακιδών, με την επιστημονική ονομασία rusticola Scolopax ή σκολόπαξ η αγροδίαιτος.
Αποτελεί δε το έκτο μέλος μια εξαμελής ομάδος καλοβατίκων πουλιών την ακόμα οποία αποτελούν η Μπεκάτσα Amami (Scolopax mira), η Σκούρα μπεκάτσα, (saturata Scolopax), η Μπεκάτσα Sulawesi (celebensis Scolopax), η μπεκάτσα Moluccan (rochussenii Scolopax) και η Αμερικανική μπεκάτσα (Scolopax minor). Από τις προαναφερόμενες μπεκάτσες μόνο η Ευρασιατική μπεκάτσα rusticola Scolopax και η Αμερικανική μπεκάτσα Scolopax minor, απαντώνται σε μεγάλους πληθυσμούς, τα υπόλοιπα συγγενικά είδη βρίσκονται σε μικρούς αριθμούς και μονό σε ορισμένα νησιά. Τόσο το κοινό όσο και το επιστημονικό όνομά της, το οφείλει στο χαρακτηριστικό μακρύ ράμφος της. Το κοινό της όνομα “μπεκάτσα” προέρχεται από το γαλλικό bec που σημαίνει ράμφος όπως και το επιστημονικό “Scolopax”, από το λατινικό Scolopax που επίσης σημαίνει ράμφος.
Γεωγραφική εξάπλωση
Η Ευρασιατική μπεκάτσα είναι είδος μεταναστευτικό, συναντάτε τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία, από τις κοντινές περιοχές του αρκτικού κύκλου, ως και τα νοτιότερα σημεία της Ευρώπης και της Ασίας. Αναπαράγεται στη κεντρική και βόρεια Ευρώπη, στην Σιβηρία και την Ιαπωνία, ενώ διαχειμάζει τόσο στην νοτιά Ευρώπη, Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα, αλλά και στην Β. Αφρική και την Νότια Κίνα. Γύρω στα μέσα Οκτωβρίου μεγάλοι πληθυσμοί από αυτό το είδος μεταναστεύουν από τα βόρια προς τις νοτιότερες περιοχές και ενισχύουν αυτόχθονες πληθυσμούς που βρίσκονται μόνιμα εγκατεστημένοι σε ορισμένες ηπιότερου ψύχους περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας όπως στην Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία και τις χώρες του Μπενελούξ. Στην χώρα μας αποτελεί μεταναστευτικό είδος και οι εμφανίσεις της ξεκινούν από τις αρχές Οκτωβρίου στα βορειότερα και σταδιακά ανάλογα πάντα με τον καιρό, απαντώνται σε όλη σχεδόν την χώρα μέχρι και το τέλος του Φεβρουαρίου και τις αρχές Μαρτίου.
Γενική Περιγραφή
Η ευρασιατική μπεκάτσα, είναι ένα μέσου μεγέθους πουλί με μήκος που φτάνει τα 35 έως 40 εκατ., ενώ το βάρος κυμαίνεται από 300 έως και 350 γραμ. Στο κεφάλι της βρίσκουμε στο πίσω μέρος του τις χαρακτηριστικές εγκάρσιες σκούρες ραβδώσεις, ενώ στο μπροστινό μέρος το χρώμα του είναι γκριζωπό. Ψηλά στις πλευρές του κεφαλιού βρίσκονται τα μεγάλα χαρακτηρίστηκα μάτια της, τα οποία λόγω αυτής ακριβώς της θέσης τους, της δίνουν την δυνατότητα να έχει οπτικό πεδίο σχεδόν 360 μοιρών. Στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού της βρίσκετε το χαρακτηριστικό ράμφος της, το οποίο πέρα ελαχίστων εξαιρέσεων, κυμαίνεται από 6 έως 8 εκατ. και το οποίο αποτελεί συνήθως το 1/3 του σώματος της.
Στο επάνω μέρος του σώματος της, το φτέρωμα της έχει χρώμα ερυθρόφαιο (καστανό-κόκκινο) με κιτρινωπές και σκούρου καφέ χρώματος εγκάρσιες λωρίδες, ενώ στο κάτω μέρος του είναι γκριζωπού χρώματος. Τα ενήλικα άτομα έχουν κοντά πόδια χρώματος ροζ και οι άκρες από τα φτερά τους είναι στρογγυλεμένες. Η ουρά της είναι και αυτή ιδίου χρώματος με το υπόλοιπο σώμα, ενώ οι άκρες των φτερών της ουράς στο κάτω μέρος τους, είναι χρώματος λευκού το οποίο έπεται μετά από ένα φαρδύ διάστημα μαύρου χρώματος.
Ακόμα ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ευασιατικής μπεκάτσας είναι το μικρό φινετσάτο φτερό που βρίσκετε στην βάση του μακρύτερου εξωτερικού πρωτεύοντος φτερού και το οποίο ονομάζουμε «φτερό του ζωγράφου».
Βιότοπος
Η μπεκάτσα είναι ένα εξαιρετικά μυστικοπαθή δασόβιο πουλί το οποίο διαβιεί και τρέφεται σε δασώδεις περιοχές, με χαμηλή βλάστηση και αρκετή υγρασία. Σε αυτά τα μέρη είναι ευκολότερο να αναζητήσει την τροφή της γι’ αυτό και τα προτιμά. Το μέρος στο οποίο φωλιάζει και το μέρος στο οποίο τρέφετε, σε πολύ λίγες περιπτώσεις είναι το ίδιο δεν είναι όμως ιδιαίτερα μακριά το ένα από το άλλο. Χαρακτηριστικό δε είναι ότι οι βιότοποι της είναι σχεδόν σταθεροί και τους επισκέπτονται πουλιά σχεδόν κάθε χρόνο.
Συμπεριφορά
Η μπεκάτσα είναι όπως και παραπάνω είπαμε ένα από τα πλέον μυστικοπαθή πουλιά. Κατά την διάρκεια της ημέρας προτίμα να μένει κρυμμένη στην θαμνώδη βλάστηση των δασών από δρυ, οξιά ή διάφορων κωνοφόρων όπως πεύκου, ελάτου κλπ, ενώ κατά το σούρουπο πέτα προς τους κοντινούς κάμπους όπου και αναζητεί την τροφή της. Και πάλι, νωρίς το πρωί επιστρέφει στην ασφάλεια του δάσους. Κατά την επιστροφή της η μπεκάτσα συνήθως πιάνει σε ανοιχτά μέρη και σίγα σιγά μπαίνει στο πυκνό.
Στην χώρα μας που οι μπεκάτσες έρχονται μόνο τον χειμώνα, είναι σχεδόν αδύνατον να τις δούμε ημέρα, μόνο σε περιοχές που οι μπεκάτσες βρίσκονται την άνοιξη και κατά το διάστημα των ερωτικών παιχνιδιών τους, μπορούμε να τις δούμε να πετούν ακόμα και την ημέρα.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς της μπεκάτσας είναι ότι τόσο κατά το «σήκωμα» της, όσο και όταν βαδίζει προς το πυκνό, αφήνει μια κοτσιλιά ιδιαίτερα ευδιάκριτη και χαρακτηριστική κάτι που κάνει έκδηλη την παρουσία της.
Ακόμα εξαιτίας της μειωμένης όραση της η μπεκάτσα δεν κάνει, ειδικά μετά από ξεσήκωμα, μεγάλες πτήσης.
Διατροφή
Η μπεκάτσα τρέφετε κυρίως με διάφορα ασπόνδυλα όπως σκουλήκια, έντομα, μαλάκια, αλλά και σπόρους και καρπούς φυτών. Κατά βάση όμως τρέφετε με σκουλήκια, τα οποία εντοπίζει στο μαλακό και υγρό έδαφός, με το εξαιρετικής ευαισθησίας ράμφος της το οποίο βυθίζει στο έδαφος και το οποίο μέσω των ευαίσθητων αισθητήριων νεύρων που υπάρχουν στην άκρη του, αντιλαμβάνεται τα μαγνητικά κύματα του σκουληκιού και μετά από κατάλληλο καρτέρι το συλλαμβάνει, το θανατώνει και εκ’ των υστέρων το τρώει.
Αναπαραγωγή
Η ευρασιατική μπεκάτσα αναπαράγεται όπως και παραπάνω είπαμε στην Β. Ευρώπή την Σιβηρία και την Ιαπωνία.
Εκεί κατά την περίοδο της άνοιξης τα αρσενικά επιδίδονται σε πτήσεις ερωτοτροπίας και καλέσματος των θηλυκών, χαρακτηριστικό των πτήσεων αυτών είναι το τρεμουλιαστό πέταγμά και το ανεβοκατέβασμα του ράμφους τους, ενώ ταυτόχρόνα βγάζουν διάφορους κοασμούς οι οποίοι ακολουθούνται από διαπεραστικές στριγκλιές. Μετά το ζευγάρωμα η μπεκάτσα θα φτιάξει την φωλιά της στο έδαφος στον συνήθη βιότοπος της (υγρές δασώδεις περιοχές) όπου έχει εξασφαλισμένη την τροφή της. Η φωλιά είναι καλά προστατευμένη και πλήρως καμουφλαρισμένη. Εκεί θα γεννήσει 3 έως 5 αυγά τα οποία και θα εκκολαφτούν μέσα σε διάστημα από 20 έως 23 ημέρες. Οι νεοσσοί είναι σε θέση σχεδόν αμέσως μετά την γέννηση τους να περπατήσουν, ενώ μετά από διάστημα 10 ημερών μπορούν να πετάξουν.
Διάφορα
Η μπεκάτσα είναι ένα εξαιρετικά αγχώδη πουλί. Αποτέλεσμα αυτού του άγχους του είναι πολλές φορές ακόμα και αν δεν την χτυπήσουν σκάγια αλλά η ντουφέκια πέσει πολύ κοντά της να πέσει λόγο του αυξημένου στρες της.
Οι πληθυσμοί της μπεκάτσας στην Ευρώπη εκτός τους πληθυσμούς που βρίσκονται στην Ρωσία, έχει υπολογιστεί ότι κυμαίνονται από 500 έως 700 χιλιάδες ζευγάρια.
Ενώ ετησίως έχει υπολογιστεί ότι σκοτώνονται γύρω στις 200 χιλιάδες πουλιά σε όλη την Ευρώπη.
Η μπεκάτσα λόγο του χρωματισμού του φτερώματος της διακρίνεται για την εξαιρετική προσαρμογή της στον περιβάλλοντα χώρο, σε σημείο που πολλές φορές μόνο τα μεγάλα μάτια της μπορούν να προδώσουν την παρουσία της.
Η μπεκάτσα έχει ένα εξαιρετικής ταχύτητας πέταγμα, έχει όμως παρατηρηθεί ότι σε ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες το πέταγμα της μπεκάτσας είναι αργότερο και εξαιρετικά θορυβώδες.
Τόσο η μετανάστευση της όσο και γενικότερα οι κινήσεις γίνονται κυρίως τις νυχτερινές ώρες
Εχθροί
Τα τελευταία 10 με 15 χρόνια υπάρχει μια σταθερή μείωση του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Ως σοβαρότερες αιτίες αυτής της μείωσης θεωρήθηκαν το κυνήγι, η αισθητή μείωση των βιοτόπων της, όσο και οι ακραίες αλλαγές του κλίματος στην Ευρώπη. Ακόμα τα φυτοφάρμακα τα οποία κατά κόρων χρησιμοποιούνται στους χώρους σίτισης της (λιβάδια κάμπους κλπ), αποτέλεσαν καταλυτικό παράγοντα της μείωσης του πληθυσμού της.

Alnus glutinosa.


Alnus glutinosa - Σκλήθρα.


Γη : το κοινό μας σπίτι!

ΣΚΕΨΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ-ΔΡΑΣΕ ΤΟΠΙΚΑ!